Σάββατο, Φεβρουαρίου 20, 2016

Το αίνιγμα Τσίπρας

Με τον Αλέξη Τσίπρα άρχισα να αλληλογραφώ εδώ και τέσσερα χρόνια. Όχι δηλαδή πως ανταλλάσσαμε μηνύματα – εγώ έγραφα άρθρα, «ανοιχτές επιστολές», που δεν νομίζω ότι τις διάβασε ποτέ. Απλώς ήταν ένας τρόπος να του απευθύνομαι.

Ήμουν ίσως ο πρώτος που τον αποκάλεσε χαρισματικό – πράγμα που δυσαρέστησε πολλούς αντιτιθέμενους. Όμως το επίθετο χαρισματικός δεν είναι απαραίτητα θετικό. Χαρισματικός ήταν π. χ. ο Αλκιβιάδης (μεγάλο μούτρο).

Τελικά αποδείχθηκε πως ήταν πράγματι  χαρισματικός (4 συνεχόμενες εκλογικές νίκες μέσα σε χάος διαψεύσεων, ανατροπών, αθετήσεων, αντιφάσεων, το πιστοποιούν).

Το πρώτο γράμμα το είχα στείλει τον Μάιο του 2012. Εκεί έγραφα:
« …πρέπει να ομολογήσω πως αυτή τη στιγμή είστε ο MVP του ελληνικού πολιτικού παιχνιδιού. Ουσιαστικά, παίζετε χωρίς αντίπαλο».

(Αυτό βέβαια δεν ισχύει πια).

Και συνέχιζα:

«Μέχρι στιγμής χρησιμοποιείτε την γοητεία σας για να πουλάτε ανέφικτες υποσχέσεις (ευρώ χωρίς μνημόνιο, κατάργηση της λιτότητας και μάλιστα πανευρωπαϊκά, κλπ.). Παραμένετε άρα ένας χαρισματικός δημαγωγός. Θα μπορούσατε να εξελιχθείτε σε υπεύθυνο ηγέτη;».

Όταν εκλέχτηκε πέρυσι τον Ιανουάριο του το θύμισα γράφοντας στο τρίτο γράμμα:
«Το ερώτημα τότε ήταν λίγο ακαδημαϊκό. Τώρα είναι φλέγον. Τίποτα δεν χρειάζεται περισσότερο η Ελλάδα σήμερα από έναν σοβαρό και υπεύθυνο ηγέτη. Η παρουσία του μπορεί να φέρει την σωτηρία. Το λάθος του – τον όλεθρο».

Φτάσαμε τώρα, ένα χρόνο μετά, και το ερώτημα δεν έχει απαντηθεί. Αντίθετα όσο περνάει ο καιρός το πρόσωπο του Αλέξη Τσίπρα γίνεται πιο ακαθόριστο. Αινιγματικό. Η εξουσία τον έχει αλλάξει. Έχει χάσει αρκετό από τον νεανικό ενθουσιασμό του. Έχει μετριάσει τις υπερβολές του («κατάργηση των μνημονίων με ένα άρθρο και ένα νόμο», «ανατροπή ισοροπιών σε όλη την Ευρώπη» κλπ.).

Αυτό σημαίνει πως ωριμάζει – ή ξεφουσκώνει;

Το μόνο σημείο όπου έχει δείξει ικανότητα και δύναμη είναι στην προπαγάνδα. Χάρη σε αυτήν στέκεται ακόμα όρθιος, μετά από τόσες καταστροφές και αποτυχίες.

Βλέπει κανείς να διαγράφεται μέσα του ο ηγέτης;

Είναι άραγε τόσο ευφυής που να φαίνεται έντιμος και ειλικρινής ακόμα κι όταν δεν είναι; Και πόσο ειλικρινής και έντιμος είναι στ’ αλήθεια;

Σίγουρα είναι φιλόδοξος – αλλά η φιλοδοξία του υπερβαίνει το άτομό του;

Σίγουρα είναι  εμβολιασμένος από παιδί με μία ιδεολογία – πόσο μπορεί να την ξεπεράσει όταν το απαιτήσει η πραγματικότητα;

Πολλά – πάρα πολλά ερωτήματα. Μερικά θα τα απαντήσουν μόνο οι μελλοντικοί ιστορικοί. Αλλά και η ματιά του αυτόπτη μάρτυρα είναι χρήσιμη.

Ποιός είναι πραγματικά; Ανάμεσα στον άκριτο θαυμασμό και την ολοκληρωτική απόρριψη, μπορείτε να φιλοτεχνήσετε ένα σύντομο πορτρέτο του; Πώς τον βλέπατε πριν τρία χρόνια και πώς τώρα; Θα έχει ενδιαφέρον αν διαβαστεί αργότερα…

Συζητάμε!


Πέμπτη, Φεβρουαρίου 18, 2016

Το πρόβλημα είμαστε εμείς

Του Δημήτρη Χαντζόπουλου, Καθημερινή 18.2.16








Η χυδαία χοντράδα που είπε ο Λαζόπουλος για τους ανάπηρους, ότι η καθήλωση σε μία
καρέκλα τους κάνει παρανοϊκούς (στοχεύοντας προφανώς τον Βόλφγκανγκ Σόυμπλε) ήταν μία ακόμα εμετική φράση ενός ανθρώπου που έχει από καιρό χάσει τόσο την εξυπνάδα όσο και το χιούμορ του. (Για ήθος δεν μιλάμε καν).

Αλλά για μένα το σημαντικό δεν είναι τι είπε ο Λαζόπουλος. Σε οποιαδήποτε πολιτισμένη χώρα του κόσμου μία τέτοια φράση θα πάγωνε την αίθουσα – και θα ακολουθούσαν  έντονες αποδοκιμασίες.

Εδώ το κοινό γέλασε και χειροκρότησε.

Αυτό για μένα δείχνει το πόσο χαμηλά έχουμε πέσει.

Και οι διαμαρτυρίες που ακολούθησαν ήταν κυρίως από εκπροσώπους των ΑΜΕΑ που αισθάνθηκαν θιγμένοι.

Σε οποιαδήποτε άλλη πολιτισμένη χώρα αυτή η βαρβαρότητα θα είχε τελειώσει τον Λαζόπουλο σαν δημόσιο πρόσωπο. Δεν θα μπορούσε ούτε καν να κυκλοφορήσει στον δρόμο – όχι να εμφανιστεί στην τηλεόραση.

Πάμε στοίχημα ότι εδώ θα ξεχαστεί σύντομα;

Μα θα μου πείτε ότι ο ελληνικός λαός μισεί τον Σόυμπλε.

Κι ακριβώς εκεί είναι η ανωριμότητα και η αφέλειά του.

Ο Σόυμπλε είναι ένας καλός πολιτικός και ένας γενναίος άνθρωπος που παρά την αναπηρία του εργάζεται σκληρά και κάνει σωστά την δουλειά του.

Εμείς, στην δική μας παράνοια (ναι, εμείς είμαστε οι παρανοϊκοί!) τον έχουμε κάνει σκιάχτρο και σύμβολο. Του έχουμε φορτώσει όλες τις ευθύνες για τα δικά μας λάθη και σφάλματα και τον έχουμε φέρει στην θέση του αποδιοπομπαίου τράγου.

Αλλά δεν έχει τελικά σημασία ο Σόυμπλε. Το πρόβλημα είμαστε εμείς. Που χειροκροτούμε ένα Λαζόπουλο! 

Τρίτη, Φεβρουαρίου 16, 2016

Η γλίτσα γυάλιζε στον ήλιο



Κατέβηκα σήμερα στο κέντρο της Αθήνας για δουλειές. Το αποφεύγω όσο γίνεται (ευτυχώς πια πολλά πράγματα διεκπεραιώνονται ψηφιακά) κι έτσι είχα καιρό να νιώσω αυτή την εμπειρία.

Η οποία ήταν μία εμπειρία αηδίας. Τέτοια βρόμα δεν μπορούσα ούτε να την φανταστώ. Τα πεζοδρόμια λιγδερά, γλιτσερά, με τόσο στρώμα λεπτής λάσπης και βρομιάς, που δεν φαίνονταν καν οι πλάκες από κάτω. Όχι, δεν είχε βρέξει από μέρες και ο καιρός ήταν ηλιόλουστος.

Τίποτα δεν ήταν καθαρό. Οι τοίχοι γεμάτοι μουντζούρες, λεκέδες και μισοσβησμένα γκράφιτι, τα μάρμαρα ποτισμένα με ακαθαρσίες. Σκαλωσιές που έχουν σκουριάσει από την αχρησία  (τις βλέπω εκεί από χρόνια) με κάτι απαίσια κουρέλια να κρέμονται μπροστά στη μούρη σου. Να μην αναφέρω και τα σκόρπια σκουπίδια.

Και πού όλα αυτά; Στις οδούς Βουλής και Νίκης, στην Πλατεία Συντάγματος, την καρδιά και την βιτρίνα της Αθήνας – πρωτεύουσας του ελληνικού τουρισμού. Έβλεπα τους τουρίστες να κυκλοφορούν και ντρεπόμουνα. Ένιωθα σαν να ήταν βρώμικο και λιγδερό το σπίτι μου – και είχα δίκιο. Ογδόντα χρόνια ζω σε αυτή τη πόλη – σπίτι μου είναι!

Προσποιηθείτε τον τουρίστα για μία μέρα - να δείτε τι προϊόν πουλάμε!

Κι αν μπείτε λίγο πιο μέσα, στα δρομάκια του κέντρου αλλά και στη Σταδίου, βλέπετε προσόψεις που ξεφλουδίζουν, σοβάδες που πέφτουν, σπίτια μισογκρεμισμένα.



Ξέρω – ξέρω τις δικαιολογίες: κρίση, φτώχεια, κλπ. Αλλά οδοκαθαριστές πληρώνουμε όλοι με τα υποχρεωτικά δημοτικά τέλη. Γιατί τόσο υποβαθμισμένη ποιότητα ζωής;

Τελικά θα γίνουμε σαν την Βαλκανική πρωτεύουσα του ανεκδότου που αποφάσισε να ασφαλτοστρώσει τον κεντρικό δρόμο της γιατί είχε πήξει στην λάσπη και την καβαλίνα. Όταν άρχισαν να σκάβουν διαπίστωσαν πως ο δρόμος ήταν ήδη ασφαλτοστρωμένος – μόνο που από την βρόμα η άσφαλτος είχε εντελώς καλυφθεί.

Και μία ιδέα για επιχειρηματική startup. Να δώσει ο Δήμος (έναντι ποσοστών) το προνόμιο κατασκευής και εκμετάλλευσης τουαλετών σε μία ιδιωτική εταιρία. (Προτεινόμενο όνομα: Βεσπασιανός Α. Ε.). Σε όλο το κέντρο γύρω από την Κλαυθμώνος δεν υπάρχει ένα δημόσιο αποχωρητήριο. Πηγαίνεις παρακαλώντας από μαγαζί σε μαγαζί.

Ντροπή κύριε Καμίνη! Καλά το αποτεφρωτήριο που μας υποσχεθήκατε, το σαμποτάρει η εκκλησία. Την καθαριότητα και την ανακούφιση, ποιος τις σαμποτάρει;


Κυριακή, Φεβρουαρίου 14, 2016

Η μακριά σκιά του Πλάτωνα

Raffaello: Η Σχολή των Αθηνών (λεπτομέρεια από τοιχογραφία: στο κέντρο ο Πλάτωνας - αριστερά - συνομιλεί με τον Αριστοτέλη)

Η καλή λογοτεχνία είναι υπόθεση λίγων (πόσοι διαβάζουν ποίηση;) η φιλοσοφία είναι υπόθεση όλων. Ο κάθε άνθρωπος σκέπτεται: η φιλοσοφία είναι η άσκηση που τον βοηθάει να σκέπτεται ορθολογικά και αποτελεσματικά, να οργανώνει τις έννοιες, να ξεχωρίζει το σωστό από το λάθος. Η φιλοσοφία δεν είναι γνώση, είναι μέθοδος. Γι’ αυτό και τα τελευταία χρόνια έχει βγει από τα πανεπιστήμια και εγκατασταθεί ακόμα και σε μεγάλες επιχειρήσεις. 

Τι γίνεται με την φιλοσοφία στην Ελλάδα;

Με τον θάνατο του Κωνσταντίνου Δεσποτόπουλου έκλεισε ένα κύκλος. Ο Δεσποτόπουλος ήταν ο τελευταίος ανάμεσα σε πέντε Έλληνες φιλοσόφους που γεννήθηκαν στις αρχές του 20ου και κυριάρχησαν στην Ελληνική ακαδημαϊκή φιλοσοφία ολόκληρο τον αιώνα.

Και οι πέντε έγιναν ακαδημαϊκοί. Και οι πέντε ήταν Πλατωνιστές. Οι τέσσερεις από αυτούς σπούδασαν το μεσοπόλεμο στην Γερμανία. Έγραψαν δεκάδες βιβλία, χωρίς όμως να προτείνουν κάτι καινούργιο. Αγνόησαν όλα τα νέα φιλοσοφικά ρεύματα της εποχής τους: φαινομενολογία, υπαρξιακή φιλοσοφία, δομισμό, αναλυτική φιλοσοφία, κλπ. και αναμασούσαν Πλάτωνα (άντε και λίγο νέο-καντιανισμό) όλη τους τη ζωή. Πλάτωνα – όχι Αριστοτέλη. Έχει σημασία αυτό, γιατί πάνω από όλα ήταν ιδεαλιστές.

Κάποτε είπα στον Κωνσταντίνο Τσάτσο: «Ο λόγος που στην Μεταπολίτευση γεμίσαμε φτηνή μαρξιστική φιλοσοφία είναι ότι εσείς και η παρέα σας την είχατε εξορίσει από παντού για πενήντα χρόνια – έγινε απαγορευμένος καρπός». Δεν μου έφερε αντίρρηση.

Μιλάω για τους εξής:

Κωνσταντίνος Τσάτσος 1899-1986, Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος 1900-1981, Ευάγγελος Παπανούτσος 1900-1982, Παναγιώτης Κανελλόπουλος 1902-1986 και Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος 1913-2016.

Θετικό θεωρώ το διδακτικό έργο του Παπανούτσου (τα συγγράμματα για Γνωσιολογία, Ηθική, Αισθητική, Λογική, ήταν καλά εργαλεία) και τον άθλο του Παναγιώτη Κανελλόπουλου να γράψει την πολύτομη Ιστορία του Ευρωπαϊκού Πνεύματος. (Η πρώτη γραφή: στην εξορία χωρίς βοηθήματα!).

Αντίθετα οι σημαντικότεροι Έλληνες φιλόσοφοι του 20ου αιώνα έζησαν εκτός Ελλάδος: ο Κορνήλιος Καστοριάδης, ο Κώστας Αξελός, και ο  Κώστας Παπαϊωάννου στο Παρίσι και ο Παναγιώτης Κονδύλης στην Γερμανία. Κανείς τους δεν έγινε ακαδημαϊκός, ούτε καν καθηγητής στην Ελλάδα.

Υπάρχει και ο Στέλιος Ράμφος που ξεκίνησε κι αυτός στη Γαλλία αλλά επέστρεψε νωρίς. Είναι μία μοναδική περίπτωση αξιόλογου φιλοσόφου που έζησε τρεις ζωές αναιρώντας την κάθε προηγούμενη με την επόμενη.

Πανεπιστημιακοί καθηγητές φιλοσοφίας υπήρξαν όλα αυτά τα χρόνια – έδρασαν κυρίως κάτω από την σκιά των μεγάλων πέντε. Υπάρχει και το Κέντρο Ερεύνης Ελληνικής  Φιλοσοφίας της Ακαδημίας Αθηνών που οργανώνει συνέδρια και εκδίδει μελέτες. Σημαντική δουλειά, που όμως κυρίως αφορά την αρχαία φιλοσοφία και σταματάει στον 19ο αιώνα . Υπάρχουν και τριάντα έξη (!) φιλοσοφικές εταιρίες (θα βρείτε τον κατάλογό τους στο πρώτο σχόλιο). Οι περισσότερες έχουν σκοπό να αναδείξουν  τριάντα έξη προέδρους και συμβούλους. Μερικές είναι σοβαρές αλλά ανάμεσά τους υπάρχουν και απροσδόκητα ευρήματα – όπως η "Ελληνική Εκκλησία της Σαηεντολογίας"...

Έχουμε λοιπόν πανεπιστημιακές έδρες, κέντρα, εταιρίες, εκδόσεις… Ζωντανή φιλοσοφική σκέψη έχουμε;

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 12, 2016

Εμείς και τα αριστουργήματα



Ένα ενδιαφέρον καινούργιο θέμα προτείνει η αναγνώστρια (και συγγραφεύς σχολίων με το ψευδώνυμο EFFIE) Έφη Β. Μου γράφει:

«Διαφώνησα με φίλες ως προς το εάν τα καθιερωμένα ως “αριστουργήματα” οφείλουν να αρέσουν σε όλους τους αναγνώστες. Υποστήριξα ότι εάν η προσωπική μου ιδιοσυγκρασία και “φιλοσοφία” έρχονται σε σφοδρή αντίθεση με το σύμπαν του συγγραφέα, έχω κάθε δικαίωμα να δηλώσω ότι το βιβλίο του δεν μου αρέσει (ακόμη και αναγνωρίζοντας τη δεινότητά του στη γραφή ή τις επιτυχημένες αφηγηματικές τεχνικές του). Ακόμη, διατύπωσα τη γνώμη ότι μπορώ να έχω άποψη για ένα βιβλίο τού οποίου έχω διαβάσει τα 2/3 (διότι προσπέρασα -για ποικίλους λόγους- κάποιες σελίδες).

Δέχτηκα επίθεση, με κύριο επιχείρημα ότι το βιβλίο ανήκει στα κλασικά αριστουργήματα, ότι διδάσκεται σε σχολεία και ότι, συνεπώς, μάλλον εγώ δεν είμαι “ώριμη” να το αξιολογήσω αναλόγως. Και ότι δεν δικαιούμαι να έχω άποψη, δεδομένου ότι προσπέρασα μέρος του όγκου του βιβλίου.

Δεν θέλω να αναφέρω το όνομα του συγγραφέα ούτε τον τίτλο του επίμαχου βιβλίου, προκειμένου η ερώτησή μου να έχει ένα γενικευτικό χαρακτήρα».

Αυτά γράφει η αναγνώστρια Έφη.

Ας ξεκινήσω με ορισμένες παρατηρήσεις. Αν συζητάμε για το «αρέσει – δεν αρέσει» δεν υπάρχει θέμα. Ο καθένας δικαιούται να εκφράζει το προσωπικό του γούστο. Η λέξη «αρέσει» όμως με ενοχλεί.  Η σχέση με ένα σημαντικό έργο πρέπει να ξεπερνάει το επίπεδο του «αρέσει». 

Το ότι ένα έργο θεωρείται γενικώς «αριστούργημα» και διδάσκεται στα σχολεία δεν σημαίνει τίποτα. Ιδιαίτερα στα σχολεία διδάσκονται και άθλια πράγματα. Όμως αν ένα έργο έχει κερδίσει την γενική αναγνώριση και τον παγκόσμιο θαυμασμό, τα πράγματα γίνονται πιο δύσκολα. Αυτός που θα μου πει: δεν μου αρέσει ο «Άμλετ», ή ο «Δον Κιχώτης», ή η «Ενάτη Συμφωνία», θα με βάλει σε σκέψεις.

Υπάρχει η τέχνη της φυγής (περνάω ευχάριστα την ώρα μου- «αρέσει») και η «αποκαλυπτική» (αυτή που μας βοηθάει να καταλάβουμε καλύτερα τον εαυτό μας και τον κόσμο). Αυτή η δεύτερη δεν είναι ποτέ εύκολη – ιδιαίτερα όταν φαίνεται εύκολη. Π. χ. η παλιά ζωγραφική – πορτρέτα και τοπία – είναι πιο δύσκολη από την μοντέρνα, αφηρημένη τέχνη.

Το ότι ένα έργο τέχνης ανήκει στην «αποκαλυπτική» δεν σημαίνει ότι πρέπει να είναι δύσπεπτο και βαρετό. Μπορεί να είναι διασκεδαστικό και ευφρόσυνο:  π. χ. τα πεζά του Γκόγκολ, οι όπερες του Μότσαρτ.

Κάθε καλό έργο τέχνης είναι πολυεπίπεδο. Και  αυτός που το έχει «καταλάβει», μπορεί ξαφνικά να διαβάσει μία ανάλυση διαπιστώνοντας πόσα δεν είχε προσέξει.

Όταν ήμουν νέος διάβασα την «Συναισθηματική Αγωγή» του Φλομπέρ και την βρήκα βαρετή – ενώ τα άλλα βιβλία του τα είχα βρει θαυμάσια. Όμως αργότερα διαπίστωσα πως σοβαροί κριτικοί την θεωρούσαν  ως το αριστούργημά του. Την ξανάπιασα λοιπόν στα σαράντα μου – και είδα πως στην πρώτη ανάγνωση απλώς εγώ δεν ήμουν έτοιμος. Και στον ανεξάντλητο Σαίξπηρ, κάθε παράσταση που παρακολουθώ συνήθως προσθέτει κάτι στα έργα που έχω ήδη δει.

Τους μεγάλους είναι αδύνατο να τους συγκρίνεις – αλλά δικαιούσαι να έχεις «συμπάθειες». Από τους δύο ταυτόχρονους γίγαντες Τολστόι και Ντοστογιέφσκι, εγώ συμπαθώ τον δεύτερο.

«Πηδώντας σελίδες». Συνήθως τα πολύ καλά έργα δεν έχουν περιττή ύλη…

«Δύσκολα» βιβλία. Για να διαβάσεις τον «Οδυσσέα» του Τζόυς, χρειάζεσαι οπωσδήποτε οδηγό – ξεναγό. Αλλά αξίζει τον κόπο.

«Εύκολα» βιβλία. Τον Δον Κιχώτη – φαινομενικά μία απλή παρωδία ιπποτικού ρομάντζου – τον έχω διαβάσει ολόκληρο τρεις φορές, σε τρεις ηλικίες. Κάθε φορά μου άρεσε – αλλά για διαφορετικούς λόγους. Που αθροίζονται από ανάγνωση σε ανάγνωση. Σύμφωνα με τον «πάπα» της κριτικής, τον Harold Bloom, είναι το «απόλυτο» βιβλίο. Αλλά είναι και το βιβλίο που ευκολότερα διαβάζεται λάθος.

Άρα προσοχή με τα «αριστουργήματα». Μπορούμε να τα κρίνουμε, αλλά μας κρίνουν και αυτά…

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 10, 2016

Το παιδί που ήσασταν κάποτε...


Όταν τα δύσκολα γίνονται πολύ δύσκολα, ο άνθρωπος καταφεύγει κάπου. Στον θεό, το ποτό, τους φίλους, το παρελθόν, το μέλλον….

Εγώ, μερικές φορές, γυρίζω πίσω. Πολλές δεκαετίες πίσω – στην παιδική ηλικία.

Ο καθένας μας έχει μία παιδική ηλικία. Αλλά δεν είναι όλες ίδιες. Θα πίστευε κανείς πως οι περισσότερες είναι ευτυχισμένες – η θαλπωρή του σπιτιού, η αγάπη της μάνας, η προστασία της οικογένειας, η σιγουριά του πατέρα… Αλλά συχνά δεν είναι έτσι. Και το πιο μικρό παιδί, και το πιο αγαπημένο, έχει τα άγχη, τους κρυφούς φόβους, την ανασφάλεια, το πείσμα, τη ζήλεια. Μικρά πάθη αλλά αρκετά για ένα μικρό ανθρωπάκι.

Στην φωτογραφία είμαι στο Πεδίον του Άρεως (έτσι μου έχουν πει) στην αγκαλιά της μητέρας. Τεσσάρων ετών, πριν από τον πόλεμο. Χαιρετώ. Ποιον; Τον φωτογράφο; Και ποιος ήταν ο φωτογράφος; Μήπως ο πατέρας με την αρχαία (τότε μοντέρνα) Zeiss-Ikon με την φυσούνα.

Πώς έγινε κι αυτό το ανέμελο παιδάκι πέρασε τόσα πράγματα και τώρα κάθεται εδώ και σας γράφει; Πού να ήξερε τι του μελλόταν να ζήσει… Και τώρα που ξέρει όσα έζησε, πώς νιώθει απέναντι στον τετράχρονο εαυτό του;


Θα ήθελα να σας καλέσω να γυρίσετε πίσω. Κάποια ανάμνηση, κάποια στιγμή ωραία ή άσκημη, του παιδιού που ήσασταν κάποτε. Να ανταλλάξουμε αναμνήσεις, μια και είναι η μόνη σίγουρη περιουσία που έχουμε…

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 08, 2016

Από τον Μαβίλη στον Βάρναλη

Πλοίο σκουριάζει στο Κατάκωλο






Ξύπνησα σήμερα με κάτι στίχους του Μαβίλη στο μυαλό μου:

Καλότυχοι οι νεκροί που λησμονάνε
την πίκρα της ζωής. 'Οντας βυθίσει
ο ήλιος και το σούρουπο ακλουθήσει,
μην τους κλαις, ο καημός σου όσος και να’ ναι

Και τους σκέφθηκα, γιατί θυμήθηκα ένα φίλο που πέθανε το 2009 – ακριβώς πριν ξεκινήσει η κρίση. Και, μέσα στο πένθος μου για την απουσία του, τον καλοτύχισα που δεν την έζησε. Ήταν τέτοιος ο άνθρωπος – υπερευαίσθητος – και τέτοια η δουλειά του, που θα είχε τρομερά υποφέρει.

Και μετά σκέφθηκα (έτσι θεωρητικά) αν ξαφνικά ξαναρχότανε στη ζωή, τι θα ένιωθε; Πώς θα του εξηγούσα τι συνέβη τα έξη αυτά χρόνια; Τι θα καταλάβαινε από αυτό το ακατάληπτο χάος, ιδιαίτερα από τον παραλογισμό του τελευταίου χρόνου. Ο φίλος ήταν αριστερός – της ανανεωτικής Αριστεράς, οπαδός του Κύρκου. Θα έβλεπε την Αριστερά αγκαλιά με την Ακροδεξιά, να εφαρμόζουν μέτρα λιτότητας. Πώς θα αντιδρούσε; Μάλλον θα πάθαινε δεύτερο, οριστικό, έμφραγμα.

Και μετά θυμήθηκα το τέλος αυτού του σονέτου («Λήθη» – πολλά ποιήματα του Λορέντζου Μαβίλη τα ξέρω απέξω) που ταίριαζε πολύ στην διάθεσή μου:

'Αν δε μπορείς παρά να κλαις το δείλι,
τους ζωντανούς τα μάτια σου ας θρηνήσουν:
θέλουν, μα δε βολεί να λησμονήσουν.

Ας αφήσουμε τον νεκρό φίλο – κι ας πάμε σε ξενιτεμένο που επιστρέφει μετά από έξη χρόνια από πολύ μακριά και προσπαθεί να καταλάβει τι συμβαίνει στην χώρα του. Πώς θα του εξηγούσατε με λίγα λόγια αυτό που ζήσαμε για έξη χρόνια – κι αυτό που ζούμε τώρα;

Ξέρω πως το θέμα είναι φθαρμένο, το σκεπτόμαστε και το συζητάμε δέκα εκατομμύρια άνθρωποι για χρόνια, αλλά με ποιο συμπέρασμα; Εγώ τουλάχιστον, όσο πιο πολύ το σκέπτομαι τόσο λιγότερο καταλαβαίνω και τόσο περισσότερο δυσκολεύομαι να καταλήξω σε κάποιο πόρισμα. Ζηλεύω αυτούς που απλοποιούν και σερβίρουν έτοιμες λύσεις. Αφήνω τον Μαβίλη και καταφεύγω στον Βάρναλη:

Ποιος φταίει; Ποιος φταίει; Κανένα στόμα
Δεν το ‘βρε και δεν το ’πε ακόμα!

Λάθος, κυρ Κώστα. Σχεδόν όλα τα στόματα το έχουν βρει και το λένε. Μόνο που ο καθένας λέει άλλο και εννοεί άλλο.  Που για μένα είναι σαν να μην έχουν πει τίποτα. Ένα είναι κοινό στις απαντήσεις τους: το πάθος. Μας φταίνε όλοι!

Οι απαντήσεις διαφέρουν – αλλά το μίσος είναι ίδιο. Μίσος για ξένους, για δικούς, για όλους, για ορισμένους…  'Αραγε αυτό θα μας μείνει;

Λες κάποτε, Βάρναλη, να έρθει η ώρα που περιγράφεις;

Να ιδώ τον κόσμο ανάποδα
τον αδερφό μου ξένο
και τον οχτρό αδέρφι μου
αδικοσκοτωμένο.

Σάββατο, Φεβρουαρίου 06, 2016

Μερικά περί δημοκρατίας

Διακύρηξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου όπως διατυπώθηκαν στην Γαλλική Επανάσταση

Στο τελευταίο ποστ ξεφύτρωσαν διαφωνίες γύρω από το πόσο δημοκρατική είναι η Ευρώπη σήμερα, ακόμα και για το αν υπάρχει πραγματική δημοκρατία σε οιαδήποτε χώρα. Κάποιος το απέκλεισε, γράφοντας ότι πραγματική δημοκρατία δεν υπάρχει σήμερα πουθενά.

Όλα αυτά έχουν κάνουν με τον ορισμό που δίνουμε στην έννοια της δημοκρατίας και ακόμα περισσότερο στον χαρακτηρισμό «πραγματική».  Σκέφθηκα λοιπόν ότι θα ήταν χρήσιμο να ξεκαθαρίσουμε τι εννοούμε με τις λέξεις αυτές. «Αρχή σοφίας η των ονομάτων επίσκεψις» έλεγε ο Αντισθένης.

Κατ’ αρχήν τι λέει η λέξη; Πρόκειται προφανώς για το πολίτευμα όπου «κρατεί» ο «δήμος» - δηλαδή κυβερνάει ο λαός. Κι όταν βέβαια ο λαός ήταν οι πολίτες μίας πόλης ήταν εφικτό να μαζεύονται να συζητάνε, να αποφασίζουν και να ψηφίζουν για τα θέματα που τους απασχολούσαν. Όταν όμως ο λαός είναι δεκάδες ή και εκατοντάδες εκατομμύρια, αυτό δεν γίνεται. Έτσι προέκυψε η αντιπροσωπευτική δημοκρατία.

Βασικό στοιχείο λοιπόν είναι η συμμετοχή και κυριαρχία του λαού που εκδηλώνεται με δύο τρόπους. Τις εκλογές, όπου εκλέγουν τους αντιπροσώπους τους και τα δημοψηφίσματα όπου εκφράζουν την άποψή τους για συγκεκριμένα θέματα. Επιπλέον είναι η συμμετοχή σε μικρότερες ομάδες – δημοτικές, κοινοτικές, θεματικές – για τοπικά ή ειδικά προβλήματα.

Μπορούμε να πούμε ότι έχουμε τα εξής βασικά γνωρίσματα: α) ένα σύστημα για την επιλογή – και την αντικατάσταση – της κυβέρνησης μέσα από ελεύθερες εκλογές (ο Πόπερ έλεγε πως δημοκρατία είναι κάθε πολίτευμα όπου μπορείς ειρηνικά να αλλάξεις την κυβέρνηση), β) ενεργή συμμετοχή των πολιτών με διάφορους τρόπους στα κοινά, γ) ισονομία – ισότητα όλων απέναντι στους νόμους και δ) προστασία όλων των ανθρώπινων δικαιωμάτων (και ιδιαίτερα της μειοψηφίας και των μειονοτήτων).

Φαντάζομαι πως αυτοί που μιλάνε για «πραγματική» δημοκρατία εννοούνε το πολίτευμα εκείνο όπου εμφανίζονται στο μέγιστο όλα αυτά τα γνωρίσματα. Βέβαια υπάρχουν μερικοί που θεωρούν ότι μόνο η άμεση (χωρίς αντιπροσώπευση) δημοκρατία είναι πραγματική. Εκεί βέβαια περνάμε στον χώρο της ουτοπίας – γιατί πώς θα κυβερνάται μία τέτοια χώρα; Η ψηφιακή τεχνολογία είναι πάντως μία ελπίδα προς το να γίνει η δημοκρατία πιο άμεση.

Είναι όλες οι δημοκρατίες στο ίδιο επίπεδο δημοκρατικές; Φυσικά όχι. Υπάρχουν αυτές που εφαρμόζουν μόνο τα βασικά στοιχεία – και όχι πάντα τέλεια. Π. χ. σίγουρα ένα κράτος που δεν κάνει εκλογές δεν είναι δημοκρατία – αλλά δεν αρκεί να τις κάνει. Πρέπει να είναι και ελεύθερες. Πρέπει να υπάρχουν και τουλάχιστον δύο υποψηφιότητες – εκείνα τα 99% του ενός και μόνου υποψήφιου, δεν είναι και πολύ δημοκρατικά. Επίσης, πόσο ισχύουν τα ανθρώπινα δικαιώματα; Η ελευθερία της έκφρασης είναι απόλυτη ή έχει περιορισμούς; Οι αντιφρονούντες προς το καθεστώς τι μεταχείριση έχουν; Οι μειονότητες;  Όλα αυτά καθορίζουν την ποιότητα κάθε δημοκρατίας.

Η τέλεια (ή πραγματική) δημοκρατία πράγματι δεν υπάρχει: είναι ένα ιδανικό. Οι διάφορες υλοποιήσεις της το προσεγγίζουν, άλλες περισσότερο κι άλλες λιγότερο. Κρίνονται με βάση τον βαθμό της προσέγγισης. Οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, οι ΗΠΑ, ο Καναδάς, η Αυστραλία και η Νέα Ζηλανδία, βαθμολογούνται, με τα κριτήρια που αναφέραμε, αρκετά ψηλά.

Το θέμα είναι να επισημαίνουμε τις ελλείψεις και να βοηθάμε στην βελτίωση των θεσμών και των διαδικασιών, έτσι που περισσότερος κόσμος να απολαμβάνει όσο γίνεται μεγαλύτερη ελευθερία και πιο πολλά δικαιώματα.

Και να μην ξεχνάμε την φράση του Τσώρτσιλ: «Η δημοκρατία είναι η χειρότερη μορφή πολιτεύματος – αν εξαιρέσουμε όλες τις άλλες μορφές που έχουν δοκιμαστεί κατά καιρούς».


Πέμπτη, Φεβρουαρίου 04, 2016

Εναντίον ποίου απεργούμε;

Το Σύστημα (κατά Πιρανέζι)



Σήμερα η Μεγάλη Απεργία. Αναρίθμητος ο αριθμός των οργανώσεων που κατεβαίνουν. Όλα τα κεφαλαία γράμματα του αλφαβήτου, σε άπειρους συνδυασμούς, συμμετέχουν.

Αλλά εναντίον τίνος απεργούμε;

Αυτοί που πιστεύουν ότι είμαστε υπό ξένη κατοχή (μόλις διάβασα ένα σχετικό σχόλιο) προφανώς εναντίον των ξένων κατακτητών που μας επιβάλουν σκληρά μέτρα λιτότητας για να επιτύχουν τους δικούς τους σκοπούς. Τώρα για το ποιοι είναι αυτοί οι σκοποί, ερίζουν πολλοί. Από κακόβουλοι (να μας κάνουν κακοπληρωμένους σκλάβους και να μας εκμεταλλευθούν) μέχρι ιδεαλιστικοί (να μας μετατρέψουν σε μία σύγχρονη χώρα).

Αυτοί που θεωρούν ότι για τον χειρισμό των προβλημάτων φταίει κυρίως η κυβέρνηση – απεργούν εναντίον της. Ειδικά μάλιστα που αυτή η κυβέρνηση και ο πρωθυπουργός της μας είχαν υποσχεθεί τον ουρανό με τα’ άστρα. Δεκατρείς συντάξεις θα έδινε – και πετσοκόβει τώρα τις δώδεκα…

Αυτοί που θεωρούν ότι για το χάλι μας φταίει το «Σύστημα» ή οι «Ελίτ» - όροι που περιλαμβάνουν πολιτικούς (ανεξαρτήτως πολιτικής τοποθέτησης) ολιγάρχες παμπλούσιους και πανίσχυρους, τραπεζίτες (ακόμα και τους δικούς μας που έχουν πτωχεύσει) και σκοτεινούς συνωμότες.  (Αν έχετε ζωηρή φαντασία, εδώ χωράνε από μασόνοι και εβραίοι, μέχρι νεφελίμ). Απεργούν λοιπόν γενικώς αντιδρώντας στο Σύστημα – χωρίς βέβαια ελπίδα να το γκρεμίσουν, αφού πιστεύουν στην παντοδυναμία του. (Για να πέσει το Σύστημα χρειάζεται μία ολική παγκόσμια επανάσταση – η οποία σύντομα θα εγκαταστήσει το δικό της).

Τέλος, σύμφωνα με μία άλλη ερμηνεία, απεργούμε ο ένας εναντίον του άλλου. Ο αγρότης που δεν θέλει να πληρώνει εισφορά για ΟΓΑ απεργεί εναντίον μου – διότι θέλει να πληρώνω εγώ την εισφορά του με τους φόρους μου, όπως έκανα τόσα χρόνια. Επίσης να πληρώνω τους φόρους του, τις παροχές και τις επιδοτήσεις, που του δίνει το κράτος. (Μην πείτε: η Ε.Ε. – κι αυτή από τους φόρους των πολιτών της τα δίνει). Ο συνταξιούχος που δεν πλήρωσε παρά 15 χρόνια εισφορές και συνταξιοδοτήθηκε στα 45, θέλει να πληρώνω εγώ με τους φόρους μου την σύνταξή του για σαράντα τόσα χρόνια.

Απεργούμε λοιπόν άπαντες – αλλά ξέρουμε γιατί και εναντίον ποίων; Παλιά οι απεργίες ήταν συγκεκριμένες με σαφείς στόχους και ξεχωριστά αιτήματα. Π. χ. οι εργάτες ενός εργοστάσιου απεργούσαν εναντίον της ιδιοκτησίας με αίτημα αύξηση απολαβών – ή μείωση ωρών εργασίας. Κι όταν τελείωνε η απεργία, ήξεραν τι πέτυχαν.

Εμείς απεργούμε γενικώς – εναντίον των πάντων. Μήπως τελικά αυτό βολεύει τα αφεντικά (είτε είναι οι ξένοι, η κυβέρνηση, ή το Σύστημα) διότι απλώς εκτονώνει την γενική δυσφορία – και μετά περνάνε πιο εύκολα τα μέτρα;

Τρίτη, Φεβρουαρίου 02, 2016

Η παγίδα του Λαϊκισμού



Όσο ξαναθυμάμαι το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου 2015 τόσο πιο ξεκάθαρα βλέπω ότι η αντιπαράθεση ήταν ανάμεσα στις δυσάρεστες και σκληρές αλήθειες της λογικής και στους μύθους και τα παραμύθια του λαϊκισμού.

Στην πλευρά του ΝΑΙ ήταν τα αυστηρά, προτεσταντικά, μαθηματικά επεξεργασμένα σχέδια μεταρρυθμίσεων που πρότεινε η Δύση (θέλετε να τα πούμε και ανάλγητα;) κι από την άλλη τι; Το σύνθημα: «ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός» χωρίς καμία επεξήγηση ή τεκμηρίωση. Ασαφή σχέδια, από το GREXIT, την επιστροφή στην δραχμή, την προσφυγή σε νεφελώδεις υποστηρικτές και χρηματοδότες (που ουδέποτε ενδιαφέρθηκαν), την εδώ και τώρα πραγματοποίηση της αταξικής κοινωνίας ή και της δικτατορίας του προλεταριάτου (που δεν θα ήταν αταξική μια και θα διοικούσε μία τάξη), κλπ.

Μύρια όσα έχουν καταλογιστεί στον Βόλφγκανγκ Σόυμπλε πλην ενός: ότι δεν ξέρει να διαβάζει νούμερα. Είναι, αν θέλετε, μία άκαρδη και ψυχρή αριθμομηχανή, αλλά οι πράξεις που κάνει είναι σωστές. Σου λέει: δεν βγαίνει το συνταξιοδοτικό – και πράγματι δεν βγαίνει. Θα μου αντιτείνετε: αυτό το έχουν πει ο Σπράος κι ο Γιαννίτσης πριν 15 χρόνια. Ναι, αλλά τότε μπορούσαμε να καλύπτουμε το κενό με δανεικά. Τώρα το συνταξιοδοτικό έχει χειροτερέψει, χρωστάμε παντού και λεφτά δεν μας δανείζει κανείς, εκτός από τους ανάλγητους νεοφιλελεύθερους, καπιταλιστές, εκμεταλλευτές, τοκογλύφους (πες κι άλλα!) της Δύσης.

Οι οποίοι όμως, μολονότι κουτόφραγκοι, θέλουν τώρα εγγυήσεις ότι οι νέοι μας λογαριασμοί θα βγαίνουν και θα ισχύουν στον πραγματικό κόσμο (και όχι μόνο στον εφικτό).

Σε τελευταία ανάλυση αυτό που συμβαίνει με το συνταξιοδοτικό, το αγροτικό, το δημοσιονομικό και όλα τα λοιπά μας οικονομικά προβλήματα είναι ότι επί δεκαετίες (από την εποχή του Ανδρέα) τα αντιμετωπίζαμε με ελαφριά καρδιά και τα όραμα του εφικτού στο βάθος. Το αριστερό σύνθημα είχε αλώσει την σκέψη όλων των παρατάξεων. Όλοι υποσχόμασταν και ελπίζαμε ότι με μαγικό τρόπο θα γινόταν τελικά. Ποιο; Αυτό που ήθελε ο λαός, δηλαδή αυτό που του υποσχόμαστε. Η φόρμουλα του λαϊκισμού: ο πελάτης έχει πάντα δίκιο.

Ο λαϊκισμός είναι αλλεργικός σε δύο πράγματα: την λογική και την αλήθεια. Και τώρα ακόμα, παρόλο που ο λαός έχει καταλάβει αρκετά πράγματα, κανένας δεν έχει το θάρρος να βγει και να τα πει – γιατί θα γίνει πιο μισητός από τον Σόυμπλε. Μετά το δημοψήφισμα, την τελευταία στιγμή, ο Τσίπρας τρακάρισε ξαφνικά επάνω στην λογική και την αλήθεια και έκανε στροφή 180 μοιρών. Δύο μέρες πριν υποστήριζε παθιασμένα το ΟΧΙ, το κέρδισε και ξαφνικά κατάλαβε τι είχε κερδίσει. Πανικόβλητος γύρισε στο ΝΑΙ. Τα ολίγα υπόλοιπα της χαρισματικής του προσωπικότητας του επέτρεψαν να το κάνει. Αλλά  μάλλον για τελευταία φορά. Διότι και το κεφάλαιο «χαρισματικότητα» έχει πια εξαντληθεί.

Τελικά αυτός ο «άλλος εφικτός κόσμος» μπορεί να εμφανίστηκε σαν το ουτοπικό όραμα μιας ιδεολογίας – αλλά έγινε η συνισταμένη όλων των λαϊκισμών: εκεί κανείς δεν πληρώνει φόρους και διόδια, ενώ παίρνει παχυλές συντάξεις και επιδόματα χωρίς να πολύ-εργάζεται.

Το όραμα ξέφτισε. Όμως ο λαός ακόμα δεν έχει συνειδητοποιήσει το βάθος του γκρεμού – αν και το υποψιάζεται. Μετά από τριάμισι δεκαετίες λαϊκισμού και παραμυθιάσματος, είναι δύσκολο αν όχι αδύνατο να αποδεχθεί την όλη αλήθεια. 

Είμαστε παγιδευμένοι ανάμεσα στην πραγματικότητα και τον άλλο "εφικτό" κόσμο γι αυτό δεν μπορούμε να αντικρίσουμε την αλήθεια. Δεν θα ήθελα να είμαι στη θέση κανενός πολιτικού.

Κυριακή, Ιανουαρίου 31, 2016

Αυτοκίνητα της ζωής μου

Ποτε δεν φωτογράφισα δικό μου αυτοκίνητο - το θεωρούσα γρουσουζιά. Βρήκα αυτή τη φωτό προχθές σε κάτι παλιά χαρτιά - δεν ξέρω ποιός την τράβηξε. Είμαι 40 χρονών, μαλλιάς, και χαϊδεύω τον γάτο Νταγιάν.

Ότι είμαι ψώνιο με την τεχνολογία και ιδιαίτερα με τα αυτοκίνητα το ξέρουν πολλοί και ιδιαίτερα αυτοί που με διάβαζαν στους 4Τ. Αντιγράφω λοιπόν εδώ ένα κεφάλαιο από το βιβλίο μου «Η Τέλεια Διαδρομή» με περικοπές και συμπληρώσεις:

Όλα τα αυτοκίνητα με τα  οποία  έχω  ζήσει  (δεν  βάζω  τις σύντομες  γνωριμίες  λίγων  ημερών) έχουν μία θέση στη μνήμη μου.  Το καθένα φορτώθηκε στιγμές από τη ζωή μου, εμπειρίες, παθήματα  -  ταυτίστηκε με ανθρώπους,  εποχές,  καταστάσεις. 

Το  μικρό κόκκινο Vauxhall Viva που αγόρασα το 1965 κατέχει ξεχωριστή θέση στη ζωή μου. (Ήταν το πρώτο ΔΙΚΟ ΜΟΥ αυτοκίνητο.) Αλλά σαν σχεδιασμός  και  σαν  αποτέλεσμα ήταν «ολίγο». Ήδη από  τους  πρώτους  μήνες  προσπάθησα  να το βελτιώσω.  (Του έβαλα κάτι αμορτισέρ Koni  και πήδαγε  σαν καγκουρό...) Και μόλις βρήκα χρήματα το άλλαξα. 

Όχι  πως  το  δεύτερο  ήταν  πολύ καλύτερο.  Θαμπωμένος  από την γοητεία των έξη κυλίνδρων, την φήμη της Αγγλικής τεχνολογίας (τότε ήταν πολύ ψηλά οι μετοχές της) το δέρμα στα  καθίσματα και το ξύλο καρυδιάς στο ταμπλό,  αγόρασα ένα εξακύλινδρο Triumph 2000, που δεν μπορούσε να πάρει τα πόδια του.  (Ευγενικό και άνετο, αλλά αργό...) Τέλος πάντων.  Μαθαίνει κανείς από τα λάθη του. 

'Η,  έτσι νομίζει.  Γιατί το τρίτο  ήταν  το  χειρότερο λάθος.  Μία  Rover  2000 που με άφηνε τρεις φορές  την  εβδομάδα.  Το  τι  έχω  σπρώξει  και ρυμουλκήσει  αυτό  το αυτοκίνητο,  δεν  λέγεται. Πιο πολλά χιλιόμετρα έκανε ετεροκινούμενο παρά αυτοκινούμενο. 

Εκεί βέβαια με  είχαν  παρασύρει  οι  τεχνικές  προδιαγραφές (τέλειες  στα  χαρτιά: εκκεντροφόρος επί κεφαλής,  τέσσερα δισκόφρενα, άξονας  de  Dion)  και  το  γεγονός ότι την αντιπροσωπεία την είχε φίλος γκαρδιακός (καλή του ώρα) Αυτά όμως δεν βοήθησαν το αυτοκίνητο στην πράξη! 

Ας κάνω μία προσπάθεια να κατατάξω τα  αυτοκίνητα  της  ζωής μου  μέχρι  σήμερα  - κατά την μέθοδο του CAR,  με ορισμένες πρόσθετες κατηγορίες.  

Πολύ Ενδιαφέροντα:
Porsche 911 Carrera Targa (στη φωτογραφία)
Renault Alpine A310 V6
Renault 5GT Turbo
ΒΜW 320 Schnitzer (260HP)
NSU 1200TT
NSU Ro80
Nissan Juke (turbo, 4X4 – το οδηγώ τώρα)

Ενδιαφέροντα:
Audi 50GLS
Audi 80GT
BMW 630 CS (Coupe)
Renault 5TS
Subaru Forester Turbo 2.5

Ικανοποιητικά:
Renault 5 Alpine
Renault 14TS
Audi 100 Coupe
BMW 316

Βαρετά (και απαράδεκτα):
Rover 2000
Triumph 2000
Porsche 924
Vauxhall Viva

Προλαμβάνω απορία:  Όχι,  δεν ήμουν Ωνάσης.  Άλλαζα  συχνά αυτοκίνητα, αλλά ήταν εταιρικά. Είχα δική μου εταιρία που τα αγόραζε και τα άλλαζε για λογαριασμό μου. Ήμουν και μικρο-μέτοχος σε αντιπροσωπείες. Άλλωστε τα αυτοκίνητα κόστιζαν τότε λιγότερο διότι δεν είχαν τις σημερινές φορολογίες.  Για να καταλάβετε:  η  Carrera  μου,  το  1975, είχε πληρωθεί 1.050.000 δρχ. Το ένα δέκατο από σήμερα. Hταν και Targa! 

Από κει και πέρα, επειδή η αξία των αυτοκινήτων ανέβαινε συνεχώς (λόγω πρόσθετων φορολογιών), πουλώντας δεν έχανες ποτέ. Διακινούσες - και μεγάλωνες - το ίδιο κεφάλαιο.  Μόνο  που, από ένα σημείο και μετά,  τα επόμενα μου αυτοκίνητα ήταν όλο και μικρότερα,  επειδή  δεν  είχα  την δυνατότητα  να  κάνω σημαντικές  προσθήκες στο αρχικό κεφάλαιο). 

Αυτά τις καλές εποχές όπου άλλαζα αυτοκίνητο κάθε δύο χρόνια. Τώρα που μαζί με την Ελλάδα φτώχυνα κι εγώ, έχω για πρώτη φορά το ίδιο αμάξι επί 5 χρόνια  και δεν προβλέπω να το αλλάξω. Ευτυχώς μου αρέσει πάντα. (Στα σπορ μοντέλα δεν θα μπορούσα πια ούτε να μπω…)

Μερικές  παρατηρήσεις  για  την  κατάταξη:   H  Porsche  911 κανονικά θα χρειαζόταν δική της ανεξάρτητη  κατηγορία.  Δεν συγκρίνεται ούτε με τα άλλα της «πρώτης τάξης». Ωστόσο,  οι δύο πρώτες  κατηγορίες  θα  αποτελούσαν  την  συλλογή   του (ιδεατού) μουσείου μου.  Σε μια μεγάλη αίθουσα τα πρώτα,  σε μια δεύτερη τα «ενδιαφέροντα». 

Στην έκθεση αυτή θα συνυπήρχαν η ωμή (και λίγο «ανισόρροπη») δύναμη της Porsche,  η γρήγορη φινέτσα και άνεση της Alpine, το  απέραντο υπερστροφικό κέφι του ΤΤ,  το αθόρυβο Ro80,  η οξεία κορύφωση του 5GT turbo.

Guest stars θα ήταν μερικά καλά αυτοκίνητα που οδήγησα για αρκετό καιρό - χωρίς να τα ζήσω. (Ένας μήνας δεν φτάνει!) Π.χ.:  Alfa Romeo Giulia Super,  Fiat 128,  Lancia Prisma ie, BMW 735i, Porsche 928. 

Προβλέπω μία  ερώτηση:  Γιατί  επαναλαμβάνονται  περισσότερο μερικές  μάρκες;  Είναι θέμα σχέσης με ορισμένους ανθρώπους και αντιπροσωπείες. Αλλά και γούστου. Δεν θα οδηγούσα Όπελ ή Φορντ…


Παρασκευή, Ιανουαρίου 29, 2016

Ταξίδια - της φυγής και της γνώσης


Μαυριτανικό κάστρο στην Ανδαλουσία (1985)











Σε τρεις περιοχές στον κόσμο αισθάνθηκα απόλυτα ευτυχής και πλήρης: στην Ανδαλουσία,
την Βρετάνη και τις ελβετικές Άλπεις.

Σε τρεις πόλεις ένιωσα πολύ πλούσιος σε εντυπώσεις και αισθήματα: στην Κωνσταντινούπολη, την Φλωρεντία και το Μόναχο (που είναι η δεύτερη πατρίδα μου). Εξαιρώ την Νέα Υόρκη, που δεν είναι πόλη, ούτε περιοχή – αλλά ένας άλλος πλανήτης.

Δεν έχω ταξιδέψει όσο θα ήθελα – και κυρίως εκτός Ευρώπης – αλλά την Ευρώπη την ξέρω καλά. Όχι μόνο τις πόλεις αλλά και τα χωριά, και τα μοναχικά μονοπάτια της. Κι αισθάνομαι υπέροχα όταν βρίσκομαι σε χώρες όπου μιλάω τη γλώσσα. (Φρικτή αποξένωση στην Ουγγαρία όπου ούτε τις επιγραφές των μαγαζιών δεν μπορούσα να μαντέψω). Για μένα το σωστό ταξίδι πρέπει να έχει διάρκεια, προμελέτη (διαβάζω οδηγούς εβδομάδες πριν φύγω) γλωσσική επαφή, και να μην γίνεται με γκρουπ. Το γκρουπ σε απομονώνει από τη χώρα. Ένα άτομο ή ζευγάρι.

Έτσι λοιπόν σήμερα θα μιλήσουμε για ταξίδια και πόλεις.

Ένα από τα προβλήματα κάθε μπλογκ, όταν συζητάει ειδικά θέματα είναι ότι το κάνει …ερασιτεχνικά. Π. χ. για το τελευταίο μας θέμα θα έπρεπε να είχαμε επιστρατεύσει ιστορικούς, αρχαιολόγους, βυζαντινολόγους και άλλους ειδικούς. Μη νομίζετε βέβαια πως αυτοί θα συμφωνούσαν μεταξύ τους – μπορεί να καυγαδίζανε χειρότερα από μας.

Γι αυτό και είναι καλό να αποφεύγει κανείς θέματα που απαιτούν ειδικές γνώσεις. Και να επιλέγει θέματα γνώμης. Εκεί δεν υπάρχει αυθεντία, ούτε καν τεκμηρίωση.

Από τα πολλά που προτάθηκαν στο προ-προ-προηγούμενο ποστ σκέφθηκα δύο για συζήτηση. Το ένα είναι πολιτικό-ιδεολογικό: το μέλλον της Ευρώπης. Είναι τελικά βιώσιμη μια πραγματική ευρωπαϊκή ένωση;

Επειδή όμως μόλις βγήκαμε από ένα παρόμοιο θέμα – επιλέγω το άλλο. Πιο ελαφρό, πιο ξεκούραστο, πιο ευχάριστο.

Ποιο μέρος από όσα έχετε επισκεφθεί, σας άρεσε περισσότερο – και γιατί. Και ποιο από αυτά που ΔΕΝ έχετε επισκεφθεί θα θέλατε να δείτε. (Και πάλι: γιατί;). Μπορεί κανείς και στις δύο ερωτήσεις να απαντήσει με περισσότερους από ένα τόπο – αλλά όχι πάνω από τρεις.  Δεν υπάρχει περιορισμός χωροταξικός – μπορείτε να αναφέρετε ένα Κυκλαδονήσι ή μια κοσμοπολιτική πρωτεύουσα, ένα εξωτικό μακρινό τοπίο ή ένα κοντινό χωριό.


Για να μην γίνει τεράστιο το κείμενο παρακαλώ να είστε λακωνικοί στις περιγραφές. Τις δικές μου προτιμήσεις, αν χρειασθεί, θα τις περιγράψω μέσα στα σχόλια. Μία βέβαια την βλέπετε ήδη στην φωτογραφία… 

Τρίτη, Ιανουαρίου 26, 2016

Η "συνέχεια" και η ανέχεια

Η ελληνική τελειότητα στο Μουσείο του Βερολίνου

























Μεγαλώνουμε με την αίσθηση πως είμαστε λαός ξεχωριστός, διότι καταγόμαστε από τους Αρχαίους οι οποίοι… κλπ. Και επειδή είμαστε ξεχωριστοί, περιμένουμε και ειδική μεταχείριση από το Σύμπαν κι όλους τους άλλους λαούς. Κι όταν δεν μας την παρέχουν, αγανακτούμε, τους βρίζουμε και υφαίνουμε θεωρίες συνωμοσίας – ότι μας υπονομεύουν και μας πολεμούν, επειδή μας φθονούν.

Κι έτσι γίναμε «τα κακομαθημένα παιδιά της ιστορίας» όπως μας αποκάλεσε ο Ζαμπέλιος.

Το ότι οι Αρχαίοι Έλληνες είχαν κατακτήσει ένα απίθανο επίπεδο τελειότητας στα θέματα που τους ενδιέφεραν είναι γεγονός. Προφανώς γι’ αυτό το λόγο τόσοι ιστορικοί, συγγραφείς, ερευνητές από τον Παπαρρηγόπουλο ως τον Ζουράρη, έχουν πολεμήσει με νύχια και με δόντια για να αποδείξουν ότι είμαστε η «συνέχειά» τους.

Και ας πούμε πως – ενάντια σε κάθε βιολογική και ιστορική λογική – η «συνέχεια» υπάρχει. Πως είμαστε καθαρόαιμοι απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων. Ούτε Ρωμαίοι πέρασαν από εδώ, ούτε Σλάβοι, ούτε Αρβανίτες, ούτε Οθωμανοί. Ο Φαλμεράγιερ ήταν ξυλοσχίστης και δεν ήξερε τι έγραφε.

ΕΧΕΙ ΑΥΤΟ ΣΗΜΑΣΙΑ; Νομίζετε πως μας κάνει ανώτερους;

Γιατί αξίζει περισσότερο ένας «καθαρόαιμος» απόγονος; Πιστεύουμε στην κληρονομημένη αξία; Ισχύει αυτό που λέει ο υπηρέτης Φίγκαρο στο αφεντικό του, τον κόμη Αλμαβίβα: «Εσείς απλώς λάβατε τον κόπο να γεννηθείτε!». Οπότε; Να επαναφέρουμε τους «γαλαζοαίματους», και τους «ελέω θεού» βασιλείς;

Η πίστη στην κληρονομική ανωτερότητα ισχύει μόνο για ρατσιστές. Αλλιώς δεν έχει σημασία η καταγωγή. Σημασία έχει τι έχει πετύχει ο καθένας στη ζωή του. Ο γιός του νομπελίστα δεν αξίζει ούτε σέντσι παραπάνω από το γιό του εργάτη. Το ίδιο συμβαίνει και με τον απόγονο του Αριστοτέλη.

Μας διδάσκουν να είμαστε υπερήφανοι για την υψηλή καταγωγή μας. Αλλά αυτό είναι ανόητο. Μόνο για τα δικά του έργα δικαιούται κάποιος να υπερηφανεύεται. Αντίθετα: όσο πιο πολύ επικαλούμαστε τους «προγόνους», τόσο πιο συντριπτική γίνεται η σύγκριση μαζί τους. Και τόσο η παγκόσμια κοινότητα κουνάει το κεφάλι και μας οικτίρει…

Δεν προσθέτουν οι πρόγονοι – αφαιρούν: όχι μόνο σαν μέτρο σύγκρισης αλλά και σαν ναρκωτικό: ένας από τους λόγους που έχουμε τέτοια καθυστέρηση, είναι πως η στείρα προγονολατρεία μας έχει ευνουχίσει. Πώς γίνεται ένας λαός να βαδίσει μπροστά, κοιτώντας συνεχώς προς τα πίσω;


Είναι καιρός να τελειώνουμε με αυτή την αρρώστια. (Τουλάχιστον να τον ξέραμε αυτόν τον πολιτισμό που επικαλούμαστε! Οι ξένοι τον μελετάνε για μας). Ας δημιουργήσουμε ένα δικό μας πολιτισμό – αντί απλώς να οικειοποιούμαστε τον δικό τους. Αντί να προσκυνάμε τη «συνέχεια» και να ζούμε στην ανέχεια σαν ξεπεσμένοι αριστοκράτες...

Κυριακή, Ιανουαρίου 24, 2016

Ένας χρόνος Αριστερά

Από τις ηρωικές εποχές των "αγανακτισμένων". Πρωταγωνιστής ο ΣΥΡΙΖΑ

Άλλο θέμα – ένα από τα δικά σας – είχα σκοπό να αναρτήσω σήμερα, αλλά υπάρχει και η επικαιρότητα. Και μάλιστα επετειακή. Συμπληρώνεται αύριο ένας χρόνος που ο ΣΥΡΙΖΑ κέρδισε τις (πρώτες του) εκλογές.

Αυτός ο χρόνος είχε τα πάντα. Από βράχια (σε αυτά που παραλίγο να πέσουμε) μέχρι capital controls. Από πρώτη (και δεύτερη) φορά Αριστερά, μέχρι ανάποδο δημοψήφισμα. Από Βαρουφάκη και Κωνσταντοπούλου, μέχρι Τσίπρα και Λαφαζάνη.

Τις πολιτικές αναλύσεις θα τις κάνουν οι ειδικοί. Ήδη οι εφημερίδες είναι γεμάτες σχετικά άρθρα. Σημειώνω το εξαίρετο κείμενο ενός αυθεντικού αριστερού, του Γιώργου Βότση, στην Καθημερινή της Κυριακής.

Εμείς εδώ δεν χρειάζεται λοιπόν να κάνουμε πολιτικές αναλύσεις. Αλλά βιώσαμε πολλά πράγματα μέσα σε αυτή την τρελή χρονιά – και ίσως θα ήταν ενδιαφέρον να καταγράψει ο καθένας τα σημαντικότερα από αυτά που έζησε. Τι σας άφησε ο αυτός ο χρόνος ; Τι σας εντυπωσίασε; Τι σας άρεσε; Τι σας ενόχλησε περισσότερο;


Συζητάμε!

Παρασκευή, Ιανουαρίου 22, 2016

Στατιστικά και δημοσκοπικά

Τα avatar των bloggers του 2006. Λείπουν πολλοί...

Το νέο Doncat εχθές συμπλήρωσε τρεις εβδομάδες ζωής. Ξεκίνησε στις 28.12.15 (υπήρξε προκαταρτική αναγγελία την προηγούμενη μέρα, αλλά εγώ μετράω από το πρώτο post) και μέχρι χθες δημοσίευσε 13 αναρτήσεις. (Εξαιρώ την αναγγελία θανάτου του Τζ. Αλιβιζάτου, που είχε κλειστά σχόλια).

Ας δούμε τα στατιστικά του στοιχεία: 13.766 επισκέψεις, 846 δημοσιευμένα σχόλια. Καθόλου άσκημα για ένα blog που πέρασε 9 χρόνια σε χειμερία νάρκη. Βέβαια και τότε είχε επισκέπτες. 

Συνολικά από την αρχή του είχε 1,361,637 pageviews (θεάσεις – αναγνώσεις σελίδας – αυτό είναι που μετράει. Αφαιρώ το nikosdimou). Τον τελευταίο μήνα είχε 32,637 (όλα τα νούμερα είναι της Google). Που σημαίνει πως έχουμε πάνω από χίλιες αναγνώσεις την ημέρα.

Είμαστε λοιπόν μία παρέα χιλίων ανθρώπων που φαντάζομαι ότι θα μεγαλώσει. Αλλά και τόσοι να μείνουμε, δεν είμαστε λίγοι. Φτάνει να συνεχίσουμε όπως τώρα να συζητάμε με κέφι και πάθος. Για μένα πλέον το blog δεν είναι προσωπικό ημερολόγιο, ή δημοσίευση «ωραίων» κειμένων – αλλά διάλογος. Γι αυτό έφυγα από το protagon.gr, όπου ο διάλογος έχει εξαφανιστεί.

Κι εδώ λοιπόν έχω μία πρόταση: αντί να αποφασίζω μονομερώς τα θέματα του διαλόγου, να υπάρχει και γι αυτά διάλογος. Περιμένω προτάσεις και ιδέες. Αυτό το post εκτός από στατιστικός απολογισμός είναι και ένα κάλεσμα – προσκλητήριο ιδεών. Και για κατηγορίες θεμάτων και για συγκεκριμένα θέματα. Που βέβαια δεν θα σταματήσει σε μία ανάρτηση. Όσο υπάρχει το blog θα μπορείτε να προτείνετε.

Φυσικά παραμένει δικό μου και θα έχω την διακριτική ευχέρεια της επιλογής και των θεμάτων και των σχολίων. Ωστόσο νομίζω πως με εμπιστεύεστε (αλλιώς δεν θα με διαβάζατε). Εμπρός λοιπόν: προτάσεις!

Τετάρτη, Ιανουαρίου 20, 2016

Βρες κάποιο κόμμα να σε στηρίξει...

 αυτό μάλλον δεν είναι κομματόσκυλο
Το 1992 είχα ξεκινήσει μία νέα τηλεοπτική εκπομπή. Τίτλος: «Περιπέτειες Ιδεών». Ήταν μία εξωτερική παραγωγή (παραγωγός Κώστας Κατσάρης) για λογαριασμό της ΕΤ1. Μερικοί μπορεί να την θυμούνται – μία εκπομπή διαλόγου, με τέσσερεις συνήθως προσκεκλημένους και ένα, κάθε φορά, κεντρικό θέμα.

Η εκπομπή πήγαινε πολύ καλά αν κρίνει κανείς από τις τηλεκριτικές, που ήταν όλες ευνοϊκές αλλά και την τηλεθέαση που ήταν εντυπωσιακή για μία εκπομπή «κουλτούρας». Το συνάφι αποκαλούσε αυτές τις εκπομπές «0,5%» διότι τόσο ήταν το ποσοστό του κοινού που τις παρακολουθούσε. Εδώ όμως, ενώ παραλαμβάναμε 1,5% από το Δελτίο Ειδήσεων, το ανεβάζαμε στο 3 με 4. Μία φορά μάλιστα πιάσαμε 5,5% ποσοστό ανήκουστο για κρατικό κανάλι.

Όμως υπήρχαν και οι ενοχλημένοι. Εκδότης ημερήσιας εφημερίδας είχε χολωθεί διότι κάλεσα στην εκπομπή έναν «εχθρό» του με τον οποίο ήταν στα δικαστήρια. Με προειδοποίησε τηλεφωνικά να μην το κάνω – πράγμα που είχε βέβαια το αντίθετο αποτέλεσμα. Οπότε, ξεκίνησε αγώνα εναντίον μου και της εκπομπής, γράφοντας τερατολογίες (π.χ. ότι η αμοιβή μου ήταν σκανδαλώδης, ή ότι καλούσα ανυπόληπτα πρόσωπα).

Διευθυντής τηλεοράσεως ήταν ένας καλός παλαιός δημοσιογράφος τον οποίο γνώριζα από την θητεία μου στο «Βήμα». Με κάλεσε στο γραφείο του. «Τι θα κάνουμε με την εκπομπή;» με ρώτησε. «Μια χαρά πάει» απάντησα «καλές κριτικές, υψηλή τηλεθέαση…». «Ποιος τους χέζει τους τηλεθεατές!» ήταν η κοφτή του αντίδραση. «Εδώ είναι δημόσια τηλεόραση. Βρες κάποιο κόμμα να σε στηρίξει!».

Μου εξήγησε ότι το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΡΤ απαρτιζόταν από εκπροσώπους όλων των κομμάτων σε αναλογία με την εκλογική τους δύναμη. (Τότε κυβερνούσε η Ν. Δ.). Το κάθε κόμμα στήριζε δικούς του ανθρώπους. Οι επιθέσεις του εκδότη είχαν ενοχλήσει το Δ. Σ. αλλά κανένα κόμμα δεν με υποστήριζε. «Δεν έχει σημασία ποιο κόμμα θα βρεις – αλλά κάπου πρέπει να ακουμπήσεις».

Δεν είχα σχέση με κανένα κόμμα. Παρόλο που είχε ανανεωθεί το συμβόλαιό μου για 13 νέες εκπομπές άρχισε ένας ανελέητος πόλεμος (απροειδοποίητα την μεταδίδαν πότε τα μεσάνυχτα και πότε στις έξη το απόγευμα, εκθέτοντάς με στους προσκεκλημένους και τους τηλεθεατές). Αναγκάστηκα να παραιτηθώ.

Ήταν η δεύτερη παραίτησή μου από κρατικό κανάλι. Η πρώτη ήταν επί ΠΑΣΟΚ από τους «Διαλόγους» το 1987. (Εκεί είχε προκύψει θέμα λογοκρισίας).

Μου έμεινε η φράση: «Βρες κάποιο κόμμα να σε στηρίξει». Την θυμήθηκα πάλι τώρα, που τόση συζήτηση γίνεται για κομματικούς διορισμούς…

Δευτέρα, Ιανουαρίου 18, 2016

Ξανά και πάλι





Φεύγω σε λίγο, να αποχαιρετίσω ένα φίλο πενήντα χρόνων. «Ξανά και πάλι», όπως γράφει ο Ρίλκε, αυτή η επίσκεψη στο μηδέν και μετά η ζωή. Και κανείς δεν καταλαβαίνει γιατί.

Είχε αποσυρθεί στο βαθύ του γήρας ο φίλος – δεν επικοινωνούσαμε  πια. Έφυγε ήσυχα, τριγυρισμένος από εγγόνια και ένα δισέγγονο. Μοίρα ζηλευτή. Θυμάμαι ένα ζητιάνο στο Ηράκλειο πριν πολλά χρόνια. Όταν του έδωσα ελεημοσύνη, μου ευχήθηκε: «Να έχεις ένα καλό θάνατο». Ήμουν νέος και η ευχή του με ενόχλησε. Τώρα καταλαβαίνω πόσο σοφή ήταν.

Ξανά και πάλι, αυτό το ακατανόητο της ζωής. Θυμάμαι την απελπισία της μητέρας όταν ρωτούσα και ξαναρωτούσα επίμονα: «Μάνα, γιατί πεθαίνουμε;» Τι απαντάς σε ένα ξεροκέφαλο αγόρι που σου πετάει στο πρόσωπο την πρώτη και τελευταία ανθρώπινη ερώτηση.

Ξανά και πάλι, μετά την κηδεία, θα συνεχίσω. Μέχρι να έρθει η ώρα που κάποιος άλλος θα κάνει την ίδια ερώτηση, με εμένα ως αφορμή.