Sunday, August 25, 2019

Άσπονδο Μίσος


Διαβάζω αυτές τις μέρες ένα βιβλίο του Σταύρου Ζουμπουλάκη, που με έχει αρρωστήσει. Είναι ένα βιβλίο για το μίσος, το πιο απάνθρωπο και το πιο ανελέητο: το θρησκευτικό. 

Όλες οι θρησκείες, που οι Θεοί τους κηρύσσουν την αγάπη και το έλεος, όταν αντιμετωπίζουν τον αλλόθρησκο, γίνονται φονικές πηγές μίσους και μισαλλοδοξίας.

Τίτλος: «Άσπονδοι Αδελφοί – Εβραίοι, Χριστιανοί, Μουσουλμάνοι». Είναι πλούσια τεκμηριωμένο και όπως πάντα, εξαιρετικά γραμμένο.

Και, όπου χρειάζεται, με καυστική ειρωνεία. Π. χ. στο τέλος ενός αξιόλογου κειμένου 30 σελίδων με τίτλο «Χριστιανισμός και Αντισημιτισμός πριν και μετά το Ολοκαύτωμα» γραμμένο το 2016 παραθέτει την εξής υποσημείωση: «Δεν έκανα καθόλου λόγο στην ομιλία μου για την Ορθόδοξη Εκκλησία. Η φρικτή είδηση της εξόντωσης των Εβραίων στο Άουσβιτς δεν έχει φτάσει ακόμη στα αυτιά της».

«Άσπονδοι αδελφοί»! Μέγα παράδοξο: Μέσα στον χώρο που όρισαν οι ίδιες οι τρεις μεγάλες μονοθεϊστικές θρησκείες οι καταγόμενες από τον Αβραάμ, στην καρδιά της Μέσης Ανατολής, το μίσος βράζει. Είναι απίθανο πόσους τρόπους βρίσκει για να εκδηλώνεται!

Ακόμα και μέσα στην ίδια θρησκεία υπάρχει ανταγωνισμός και έχθρα. Και δεν αναφέρομαι εδώ σε μουσουλμάνους Σουνίτες και Σιίτες. Μέσα στον Πανάγιο Τάφο χριστιανικά δόγματα συγκρούονται! Έχω δει με τα μάτια μου ορθόδοξους και Αρμένιους μοναχούς και κληρικούς να έρχονται στα χέρια.

Κι όλα αυτά, στο όνομα του Πανάγαθου και Παντοδύναμου. Κι εγώ, ο άπιστος, να απορώ. Τι θεός είναι αυτός που επιτρέπει στους πιστούς του να σφάζονται – και μάλιστα, στο όνομά του;

Γνωστά τα επιχειρήματα των απολογητών και  θεολόγων: Πως ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο ελεύθερο, και πως μέσα στην ελευθερία του συμπεριλαμβάνεται και η διάπραξη του κακού. Ναι, ο Κάιν έφερε το κακό στον κόσμο, κι ας ξεχάσουμε τον …ηθικό αυτουργό που δεν δεχόταν τον καπνό της θυσίας του.

Κατάφερα να φτάσω στην εφηβεία χωρίς να επηρεαστώ από κανένα μεγάλο θρησκευτικό μύθο. Έτσι βρέθηκα ελεύθερος να διαλέξω. Και πάλι δεν διάλεξα – κανείς δεν με έπεισε. Όλες αυτές οι αλυσιτελείς αφηγήσεις που έχουν επινοήσει οι άνθρωποι για να αντιμετωπίζουν τον θάνατο (γιατί τι άλλο είναι οι θρησκείες παρά αντίδοτα θανάτου;) δεν με κέρδισαν.

Προτίμησα τη φιλοσοφία. Κάποια εποχή συνάντησα τον Βούδα. Αντίθετα με την παραδοσιακή άποψη ο Βουδισμός δεν είναι θρησκεία. Ο Βούδας δεν ενδιαφερόταν για την ύπαρξη θεών. Έλεγε, πως είτε δεν υπάρχουν, είτε δεν ασχολούνται με μας. Η διδασκαλία του στόχευε στο να απαλύνει τον πόνο της ζωής. Ο πόνος προέρχεται από την απώλεια. Η απώλεια προϋποθέτει την προσκόλληση. Οπότε προσπαθούσε να κατανικήσει το Εγώ, που, με την προσκόλλησή του σε ανθρώπους και πράγματα, γινόταν σίγουρη πηγή επερχόμενης οδύνης.

Έτσι λοιπόν, στην καλοσύνη κι την ηπιότητα του Βουδισμού πορευόμουν μέχρι πρόσφατα. Πριν 25 χρόνια έγραψα κι ένα βιβλίο για τον «Έλληνα Βούδα», δανειζόμενος τον τίτλο από τον Νίτσε, που έτσι είχε αποκαλέσει τον φιλόσοφο Πύρρωνα, ιδρυτή της σχολής των Σκεπτικών.

Μέχρι που διάβασα τελευταία ότι τάγματα οπλισμένων Βουδιστών μοναχών, με την υποστήριξη του στρατού της Μυανμάρ, επιτέθηκαν εναντίον των μουσουλμάνων φτωχών καλλιεργητών Ροχίγκια, ώσπου τους έδιωξαν από τη χώρα. Φυσικά δολοφονίες, βασανιστήρια και βιασμοί κατά χιλιάδες. Πάνω από ένα εκατομμύριο Ροχίγκια ζουν τώρα πρόσφυγες, στο Μπαγκλαντές.

Οπλισμένοι Βουδιστές μοναχοί; Οπλισμένοι Βουδιστές μοναχοί; Αυτοί που σύμφωνα με τον αυστηρό Κανόνα τους δικαιούνται να έχουν στην κατοχή τους μόνον ένα κίτρινο χιτώνα και μια κούπα για να ζητιανεύουν ρύζι;

Τι μοίρα! Ο Βούδας έγινε χρυσό Είδωλο και Θεός, παρά την ρητή απαγόρευσή του και οι ειρηνόφιλοι μοναχοί του, τάγματα εφόδου. Και στο Χριστιανικό «Σύμβολο της Πίστεως» δεν υπάρχει η λέξη κλειδί του Χριστιανισμού: Η Αγάπη!

Sunday, August 18, 2019

Οι περιπέτειες των βιβλίων


Μου ζήτησαν πριν λίγο καιρό, να μιλήσω για το πώς γράφεται ένα βιβλίο. Είναι κάτι που θα έπρεπε να το ξέρω καλά, αφού έχω γράψει και εκδώσει πολλά.


Ε, λοιπόν η πρώτη μου αντίδραση ήταν ένα κενό. Ποιο βιβλίο; Κάθε ένα από τα δικά μου έχει την δική του ιστορία – κάθε ένα έχει γραφτεί αλλιώς. Και ποτέ δεν επιστρέφω στα παλιά μου βιβλία.

Αχ, εμείς η περίεργη φάρα των συγγραφέων! Τι αυταπάτες μας κυνηγάνε και μας τρέφουν. Την δόξα επιθυμούμε, την αναγνώριση, την αιωνιότητα μήπως; Και δεν συλλογιζόμαστε πως στα 10.000 βιβλία που κυκλοφορούν κάθε χρόνο στη χώρα μας, μετά από μία δεκαετία είναι ζήτημα αν θα έχουν επιβιώσει ένας-δύο τίτλοι. Και καμία φορά – επειδή η Τύχη πάντα παίζει αισχρά παιχνίδια – μπορεί να μείνεις στην ιστορία όχι για το βιβλίο σου που ήθελες και αγάπησες, αλλά γι ένα που δεν χωνεύεις αλλά το επέλεξε η συγκυρία.

Πώς γράφονται λοιπόν τα βιβλία;

Από την πείρα μου: με εντελώς διαφορετικούς τρόπους. Άλλα από αγάπη – άλλα από μίσος. (Τα ξεχωρίζω σε προϊόντα έρωτα και βιασμού.  Τα δεύτερα, όταν η πραγματικότητα σε ενοχλεί τόσο πολύ, που γράφεις από αντίδραση). Άλλα, σε μία συνέχεια (όταν εμπλακείς σε μία ιστορία, σαν παιδί σε παραμύθι). Άλλα, με δόσεις. 

Υπάρχουν περιπτώσεις που έχω αναλάβει να γράψω μία σειρά από άρθρα, τα οποία μέσα στο νου μου αποτελούσαν ήδη κεφάλαια ενός ολοκληρωμένου βιβλίου.

Άλλα ξεκινάνε για αλλού και στην μέση – μετά από εκατοντάδες σελίδες – βρίσκεις την σωστή ιδέα. Πετάς όλο το προηγούμενο και ξαναρχίζεις. Από την μέση.

Μερικά βιβλία γράφονται ανάποδα: από το τέλος στην αρχή. Π. χ. ένα φιλοσοφικό κείμενο. Θέλεις να αποδείξεις κάτι – κι αυτό φυσικά θα είναι η κατάληξη, το συμπέρασμα στο τέλος του βιβλίου. Ξεκινάς από το συμπέρασμα και γράφεις όλο το κείμενο έτσι, ώστε τα επιχειρήματα να οδηγούν προς αυτό. 

Κανείς δεν θα μου βγάλει από το μυαλό ότι ο Καντ κατάργησε κάθε απόδειξη ύπαρξης του Θεού στις 800 σελίδες της «Κριτικής του Καθαρού Λόγου» έχοντας ήδη σχεδιάσει την επαναφορά του («από το παράθυρο») στις 200 σελίδες της «Κριτικής του Πρακτικού Λόγου».

Αλλά έτσι, ανάποδα, γράφονται και τα καλά αστυνομικά. Πρώτα σχεδιάζουμε και εκτελούμε το έγκλημα και μετά ξεκινάμε την αναζήτηση των ενόχων.

Ο μόνος άνθρωπος που γνώρισα ο οποίος έγραφε όλα του τα βιβλία με το ίδιο ακριβώς σύστημα ήταν ένας Αμερικανός συγγραφέας που ξεχνάω το όνομά του. Ήμουν μαθητής και υπεύθυνος του περιοδικού του σχολείου. Θα μας έκανε μία διάλεξη και μου ζήτησαν να του πάρω συνέντευξη.

Το σύστημά του ήταν το εξής: κουβαλούσε ένα κουτί με καρτέλες (δεν είχαν εφευρεθεί ακόμα οι υπολογιστές) που διαχωρίζονταν σε κατηγορίες: Α. Πλοκές. Β. Πρόσωπα. Γ. Διάλογοι. Δ. Περιγραφές τόπων και εξωτερικών χώρων. Ε. Περιγραφές εσωτερικών χώρων, κλπ. 

Όλες αυτές οι καρτέλες ενημερώνονταν και εμπλουτίζονταν συνεχώς από τον ίδιο. Διάβαζε στην εφημερίδα μία ιστορία για μια ενδοοικογενειακή διαμάχη. Την κατέγραφε στις Πλοκές (υπήρχε και υποκατηγορία με δευτερεύουσες πλοκές: subplots). Πήγαινε ένα ταξίδι: γέμιζε τις περιγραφές. Άκουγε στο μετρό έναν ενδιαφέροντα διάλογο; Γνώριζε ένα εντυπωσιακό άνθρωπο; Τα κατέγραφε.

Έτσι, όταν ερχόταν ο καιρός να γράψει ένα μυθιστόρημα (και έγραφε ένα το αργότερο κάθε δύο  χρόνια) ξεκινούσε επιλέγοντας πλοκές και υπό-πλοκές, διάλεγε τους ήρωες, τους έντυνε με περιγραφές, τους προίκιζε με διαλόγους και έτοιμο το βιβλίο. Προϊόν μοντάζ. 

Αυτός μάλιστα. Είχε ένα σύστημα! Βέβαια δεν πέρασε στην αιωνιότητα, (αφού τον ξέχασα κι εγώ) αλλά έβγαζε πολύ καλά το ψωμί του (με επιτυχίες και ένα μπεστ-σελλερ). Και δεν είχε αυταπάτες για την αξία του. Τι πούλαγε; “a good read” μία ευχάριστη ανάγνωση. Ψυχαγωγία. (Κάτι που οι δικοί μας διανοούμενοι συγγραφείς περιφρονούν βαθύτατα).

Τελικά υπάρχουν τόσοι τρόποι όσοι και συγγραφείς – αλλά όσα και βιβλία. Γιατί κάθε συγγραφέας δεν γράφει το κάθε βιβλίο του με τον ίδιο τρόπο. 
Ας ανθίζουν όλα,  να μας πλουτίζουν… Όποιος διαβάζει, ζει πολλές ζωές!


Sunday, August 11, 2019

Πώς θα γλυτώσω το νέο 21!


Το είχα ήδη μυριστεί από καιρό – δεν θα ήταν δυνατόν οι Έλληνες να αποφύγουν αυτή την επέτειο. Διακόσια στρογγυλά χρόνια είναι μεγάλος πειρασμός για μία ή και πολλές εθνικές φιέστες. Όταν μάλιστα πληροφορήθηκα ότι ο Πρωθυπουργός κάλεσε την κυρία Αγγελοπούλου να αναλάβει την προεδρία της οργανωτικής επιτροπής, οι φόβοι μου έγιναν εντελώς συγκεκριμένοι.

Φόβοι; Γιατί φόβοι; Όλο το έθνος θα πανηγυρίζει και θα γιορτάζει! Ωραίο πράγμα είναι αυτό; Τι φοβάσαι;

Πρέπει να διευκρινίσω στους αναγνώστες μου ότι είμαι αλλεργικός σε δύο πράγματα: 1. Τον Εθνικισμό παντός είδους και 2. Την εκκλησία, και την θρησκεία σαν πολιτικό παράγοντα.

Οραματίζομαι ήδη πανηγυρικούς λόγους δημοδιδασκάλων είς το χιλιαπλάσιον και τα εκκλησιαστικά λάβαρα εις το εκατονταπλάσιον να προπαγανδίζουν τους εθνικούς μύθους.

(Διότι η ιστορία του 21, όπως εμφανίζεται στην Ελλάδα, αποτελείται 99% από μύθους).

Πρώτος μύθος που αποστήθιζαν δεκαετίες όλα τα παιδιά:

«Στις 25 Μαρτίου του 1821 ο Παλαιών Πατρών Γερμανός σήκωσε το λάβαρο της Επανάστασης στο Μοναστήρι της Αγίας Λαύρας».

Ούτε ΜΙΑ λέξη σε αυτή τη φράση δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. 

Η εκκλησία μάλιστα έχει πετύχει το απόλυτο προπαγανδιστικό κόλπο. Ενώ επί δεκαετίες πολέμησε με λύσσα τις ιδέες της Επανάστασης, (ελευθερία, ισότητα, αδερφοσύνη) ως σατανικά δόγματα που έρχονταν από την Εσπερία, και μας εξόρκιζε να αγαπάμε τον «πατέρα μας» τον Σουλτάνο, τώρα έχει πείσει τους Έλληνες ότι ήταν …υπερ-επαναστατική! 

Δεύτερος μύθος: «Οι Έλληνες πολέμησαν τους Τούρκους σαν λιοντάρια και ελευθέρωσαν την κατεχόμενη Ελλάδα».

Πράγματι οι Έλληνες πολέμησαν σαν λιοντάρια… αλλά αναμεταξύ τους! Αν εξαιρέσει κανείς τις πρώτες αψιμαχίες με τον Δράμαλη και την κατάληψη της Τριπολιτσάς (για την σφαγή αμάχων, που ακολούθησε, πρέπει να ντρεπόμαστε) από εκεί και πέρα, ο πόλεμος εξελίχθηκε σε εμφύλιο. Εκτός από την πολιορκία και έξοδο του Μεσολογγίου ελάχιστες ηρωικές σελίδες υπήρξαν. 

Την Ελλάδα δεν την απελευθέρωσαν οι Έλληνες, αλλά οι Μεγάλες Δυνάμεις, αφού ο Ιμπραήμ είχε ήδη καταλάβει όλη την χώρα. 

Έχω προτείνει από χρόνια, η Εθνική Εορτή να μετατεθεί στις 8 Οκτωβρίου – επέτειο της ναυμαχίας του Ναβαρίνου, οπότε πραγματικά απελευθερώθηκε η Ελλάδα, χωρίς Παναγίες και μοναστήρια.

Κι όμως είμαι βέβαιος πως πάλι δεν θα ακουστούν οι φωνές των επιστημόνων και των ιστορικών – αλλά των πατριδοκάπηλων. 

Θα ήταν μία σημαντική ευκαιρία να αναλύσει κανείς  τα πεπραγμένα της Επανάστασης και να πληροφορηθεί ο λαός πολλές πικρές – αλλά διδακτικές αλήθειες. Να ξαναγραφτούν και τα σχολικά βιβλία.

Φοβάμαι πως θα προτιμήσουμε τους μύθους και την fake δόξα. Θα πανηγυρίσουμε μία ένδοξη αποτυχία. Και η παντοδύναμη εκκλησία θα καλύψει τα πάντα υπό την σκέπην της.

Δεν θα το αντέξω αυτό. Αν τελικά ζήσω ως το 2021 (θα είμαι 86 ετών) θα πρέπει, έστω και για ένα χρόνο, να μεταναστεύσω. Ίσως πάω στην Νέα Ζηλανδία (έχω κάτι μικρανήψια εκειπέρα). Είναι αρκετά μακριά για να μην φτάνει ως εκεί ο ήχος των θουρίων, των εμβατηρίων και των κωδωνοκρουσιών…

Sunday, August 04, 2019

Αυγούστου Εγκώμιον

«Αύγουστε καλέ μου μήνα, να’ σουν τρεις φορές το χρόνο…». Κάτι ξέρει ο λαός που υμνεί (χωρίς να το γνωρίζει), τον καλύτερο Ρωμαίο αυτοκράτορα.  Φαντάζομαι κυρίως για τα φρούτα του…

Γράφουν σήμερα (31 Ιουλίου) οι «Τάιμς της Νέας Υόρκης» για τη Ευρώπη (με τίτλο «Europe’s August Shutdown» - «το Αυγουστιάτικο κλείσιμο της Ευρώπης») ότι «τον μήνα που έρχεται θα είναι δύσκολο να βρείτε στην Ευρώπη έναν ψωμά, υδραυλικό, ή ένα καθαριστήριο, μια και όλη η ήπειρος τρέχει στις παραλίες».

Από το άρθρο μαθαίνω ότι στις ΗΠΑ δεν υπάρχει νόμος που να επιβάλει τις πληρωμένες διακοπές. Και ότι μόνο το 28% των Αμερικανών κάνουν χρήση αυτού του δικαιώματος.

Το άρθρο απορεί με τους Ευρωπαίους που εξαφανίζονται εντελώς τον Αύγουστο, αλλά καταλήγει: «Παρ όλες τις εκτενείς διακοπές (ή ίσως και εξ αιτίας τους) ο Economist σημειώνει ότι οι Ευρωπαίοι είναι οι πιο παραγωγικοί εργαζόμενοι στον κόσμο».

Χμ, τις έχω ζήσει αυτές τις Ευρωπαϊκές διακοπές. Χειρότερα από όλα είναι στο Παρίσι. Τα πάντα θεόκλειστα. Αν βρεις κάτι ανοιχτό, προορίζεται μόνο για τουρίστες. Σχεδόν δεν μιλάνε Γαλλικά σε αυτά τα μέρη…

Αν εξαιρέσει κανείς τα αξιοθέατα, όπου συνωστίζονται οι ξένοι επισκέπτες, η πόλη είναι άδεια. Περπατάς στις ακτινωτές λεωφόρους του Βαρώνου Οσμάν και είσαι μόνος. Ωραίο συναίσθημα προς στιγμήν, αλλά τελικά μελαγχολείς.

Και στην Ελλάδα έχουμε ανάλογα φαινόμενα ερήμωσης, όμως πολύ πιο ήπια. Κάποτε άδειαζε η οδός Σταδίου – τώρα είναι μόνιμα έρημη μια και τα περισσότερα μαγαζιά της έχουν καταστραφεί.  Η κρίση μείωσε το εισόδημα σχεδόν όλων και δεν διαθέτουμε περίσσευμα χρημάτων για πλούσιες διακοπές. Ας αφήσουμε που λόγω των πολλών ξένων τα καλύτερα μέρη έχουν γίνει πανάκριβα. Ακόμα και οι ελάσσονες Κυκλάδες! Και αν δεν είσαι εκατομμυριούχος, ούτε καν να πλησιάσεις Μύκονο και Σαντορίνη.

Προσωπικά μου αρέσει η Αθήνα τον Αύγουστο. Νομίζω πως βελτιώνεται η σύνθεση του πληθυσμού της (οι τουρίστες, στην πλειονότητα νέοι, δίνουν ζωντάνια και παλμό) η πόλη, πιο άδεια, γίνεται πιο ανθρώπινη, οι παλιές μου γειτονιές σαν να επανέρχονται στην εφηβική τους ηλικία. Τα τελευταία χρόνια μένω μόνιμα εδώ. Μία φορά αναγκάστηκα να φύγω τον Αύγουστο και ακόμα βλαστημάω όταν θυμάμαι την ταλαιπωρία. Όλη η βρώμα, η αγένεια, η βλαχιά, και το στρίμωγμα της Αθήνας, μεταφέρεται στους τόπους παραθερισμού.

Εδώ υπάρχουν πάντα και «τα θερινά τα σινεμά». (Αχ, Λουκιανέ, σου έμεινε αυτό…). Και σε λογικές ώρες. Διότι και τον Ιούνιο υπάρχουν, αλλά αρχίζουν στις 11, αφού σκοτεινιάσει.

Αυγουστιάτικη Αθήνα με το φημισμένο φεγγάρι του μήνα πάνω από την Ακρόπολη. Τέλεια. Μερικές καλές εκδηλώσεις και εκθέσεις. (Άσε που βρίσκεις και παρκινγκ παντού).

«Αθήνα και πάλι Αθήνα…». (Γειά σου Σοφία Βέμπο). Ιδιαίτερα τον Αύγουστο…