Σάββατο, Ιουνίου 11, 2011

Εικόνες Αγανάκτησης




Επειδή σχολίασαν μερικοί το τελευταίο άρθρο μου στην LiFO (http://www.lifo.gr/mag/columns/4020)
  γράφοντας ότι δεν πήγα ποτέ στο Σύνταγμα και αγνοώ τα συνθήματα των "Αγανακτισμένων" ξαναπήγα σήμερα το πρωί και τα φωτογράφησα. Μερικές από τις φωτογραφίες (έβγαλα δεκάδες) παραθέτω εδώ.



Του δείχνουν και τον δρόμο!


Ομοφωνία


Ομοφωνία


Ομοφωνία


Μία δημοφιλής θεωρία συνομωσίας


Πικάσο, Κολοκοτρώνης, σημαία και τράπεζες - η φαντασία στην εξουσία... Η παρομοίωση του ΔΝΤ με ταύρο αφορά τον Στρως-Καν;


Λαϊκή τέχνη εις διπλούν...


Να και το κίνημα των διοδίων - ο καθένας με το αίτημά του



Φαντάζομαι πως δεν εννοεί τον κοιμώμενο που εικονογραφεί το τσιτάτο...


Εύκολα λέγεται αλλά πώς γίνεται;


Κάποιος θυμήθηκε την Μελίνα και τα Μάρμαρα...


Αχ, να έφευγε με δυό μπαταριές το χρέος...


Μήνυμα και προς τους Ισπανούς - καλωσόρισμα σε όλους


Στα ενδότερα του οικισμού των σκηνών. Όλες οι δυνατότητες επικοινωνίας: Wi-Fi - του Δήμου -  και υπολογιστές.


Το παλιό όραμα μύριων ουτοπιστών - η άμεση δημοκρατία. Που δεν υπήρξε ποτέ, ούτε στην Αθήνα του Περικλή. Αλλά που ίσως γίνει κάποτε εφικτή με τα νέα μέσα επικοινωνίας...


"Να πάρουμε πίσω τη ζωή μας" - το πιο ανθρώπινο σύνθημα.


Τα συνθήματα ανήκουν σε δύο οικογένειες - τα μεν θα τα ονόμαζα ουτοπικά (άμεση δημοκρατία, δωρεάν τα πάντα για όλους) και τα άλλα αντιδραστικά - επιθετικά (εναντίον πολιτικών, βουλευτών, ΔΝΤ, τραπεζών, κλπ.). Τα πρώτα είναι θετικά αλλά μιλάνε για ένα όραμα που δεν ξέρουμε πως υλοποιείται. Τα δεύτερα είναι αρνητικά και πηγάζουν από την αγανάκτηση. Όλα μαζί δείχνουν ένα αδιέξοδο που μας πνίγει σήμερα όλους - είτε διαδηλώνουμε, είτε όχι...

Τετάρτη, Ιουνίου 08, 2011

Η χιονοστιβάδα και το γαϊδούρι























(Ημερολόγιο μη-ανάγνωσης)

Πριν από επτά μήνες έγραψα ένα κείμενο που επειδή δεν ήταν βιβλιοκριτική αλλά ούτε απλή βιβλιοπαρουσίαση (ξέρετε, διασκευασμένο Δελτίο Τύπου) το ονόμασα «Ημερολόγιο Ανάγνωσης». Το έκανα αυθόρμητα, για να σχολιάσω κάτι βιβλία που είχα διαβάσει και μου άρεσαν.


Ακολούθησαν και άλλα έξη ή επτά «Ημερολόγια»  σε άτακτα χρονικά διαστήματα, που όλα εμφανίστηκαν  στις σελίδες βιβλίου, τους Book Lovers της LiFO.
Πριν να δημοσιεύσω αυτά τα κείμενα έπαιρνα 3-4 βιβλία την εβδομάδα, συνήθως ποιητικές συλλογές. Δύο φορές το μήνα καθόμουν και απαντούσα, ευχαριστώντας για την αποστολή ή προσθέτοντας και δύο καλά λόγια όπου, κατά τη γνώμη μου, άξιζε. Απαντούσα σε όλα. Το είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου πριν πενήντα χρόνια, όταν νέος ποιητής έστελνα βιβλία και δεν έπαιρνα ποτέ απάντηση. «Τι γαϊδούρια!», σκεπτόμουν, «ούτε ένα τυπικό ευχαριστώ;». Κι έλεγα πως, αν κάποτε βρεθώ εγώ στη θέση τους, θα απαντούσα σε όλους.
Τώρα έγινα κι εγώ γαϊδούρι. Διότι, μετά την δημοσίευση των «Ημερολογίων Ανάγνωσης» ήρθε η Χιονοστιβάδα. Τα τέσσερα εβδομαδιαία βιβλία έγιναν δεκατέσσερα και περισσότερα. Ο ταχυδρόμος στέναξε. Αυτή τη στιγμή το γραφείο μου είναι χτισμένο με χοντρούς  φακέλους που δεν προλαβαίνω ούτε να τους ανοίξω. Πόσο μάλλον να απαντήσω!
Καταλαβαίνω την ανάγκη των συγγραφέων να σχολιαστεί το έργο τους. (Την έχω κι εγώ – το μόνιμο παράπονό μου είναι ότι αποσιωπώνται τα βιβλία μου). Και να τώρα που βρέθηκα στην άλλη άκρη και είμαι εγώ αυτός που δεν γράφει.
Αλλά αν άρχιζα να το κάνω θα έπρεπε να γίνει επαγγελματική πλήρης απασχόληση. Δεν μπορώ να σχολιάσω βιβλίο που δεν το έχω διαβάσει ολόκληρο (εκτός αν είναι πολύ χάλια, οπότε λίγες σελίδες αρκούν). Η LiFO θα έπρεπε να μου παραχωρήσει σελίδα (ή και σελίδες) με ελάχιστη ή καθόλου αμοιβή (ποιος πληρώνει τέτοιες πολυτέλειες;). Δεν έχω ούτε το χρόνο ούτε τις δυνάμεις για τέτοιο έργο.
Βέβαια θα εκπλήρωνα την επιθυμία του Οδυσσέα Ελύτη, ο οποίος επί χρόνια προσπαθούσε να με στρέψει προς την κριτική, ισχυριζόμενος ότι θα γινόμουν ο Έλληνας Ταιν ή Μπελίνσκυ.
Νιώθω άσκημα. Συγγραφείς γνωστοί και καταξιωμένοι, που ποτέ δεν μου είχαν στείλει βιβλίο, μου γράφουν τώρα θερμές αφιερώσεις. Κι εγώ να διαπράττω το αμάρτημα για το οποίο χρόνια κατηγορούσα τους άλλους;
Η ζωή παίζει άσκημες φάρσες.

Κυριακή, Ιουνίου 05, 2011

Επιστροφή στα θρανία

Ένα μάθημα συνεχίζεται μετά 58 χρόνια. Ο Ευάγγελος Θεοδώρου, καθηγητής Θρησκευτικών (μετέπειτα καθηγητής και πρύτανης στο Καποδιστριακό) διδάσκει Εισαγωγή στη Φιλοσοφία. Ένα μάθημα που καθιέρωσε πρώτος αυτός στο Κολέγιο Αθηνών το 1953 και το οποίο συνεχίζει την Κυριακή 5 Ιουνίου 2011, στην "Ημέρα των Αποφοίτων". Όπου εκατοντάδες απόφοιτοι από 20 ως 80 ετών έζησαν μία πλήρη σχολική ημέρα.

Η τάξη είναι βέβαια διαφορετική εξοπλισμένη με υπολογιστή, βίντεο-προβολέα, διαδραστική οθόνη και άλλα τεχνολογικά. Η ουσία όμως του μαθήματος είναι όπως παλιά. Θέμα: "Η κρίση των Αξιών".

Το αρχικό και βασικό κτήριο του σχολείου, το Μπενάκειο, έχει ανακαινισθεί εκ βάθρων. Βαμμένο σε φωτεινά ανοικτά χρώματα φαίνεται πιο καινούργιο από τότε που το πρωτοείδα πριν 65 χρόνια.

Ακόμα και η σοφίτα, με τα εργαστήρια είναι σαν να χτίστηκε χτες. Εδώ μεγαλώσαμε, μάθαμε, κερδίσαμε και χάσαμε ώσπου γίναμε προσκυνητές στο παρελθόν μας.

Αδυσώπητη η επιστροφή στους διαδρόμους που τρέχαμε με χίλια και τώρα σέρνουμε τα πόδια μας. (Ευτυχώς που έβαλαν ανελκυστήρα. Οι τεράστιες σκάλες δεν αστειεύονται...).


Αλλά ο χρόνος είναι σαν να σταμάτησε για μία πολύ μεγάλη στιγμή.


Σάββατο, Μαΐου 28, 2011

Δοκίμια για την λογοτεχνία



















Συγκεντρωμένα σε ένα τόμο, στην οριστική τους μορφή, δοκίμια τριάντα έξη ετών για ποιητές και συγγραφείς. Περιλαμβάνονται και αυτά που διάλεγε ο Οδυσσέας Ελύτης για να συνοδεύουν το έργο του σε ανθολογίες, και εκείνο που πρωτοπαρουσίασε την Κική Δημουλά στο ελληνικό κοινό – και στο γαλλικό είκοσι χρόνια αργότερα. Όποιος αγαπαει την καλή λογοτεχνία θα βρει εδώ σκέψεις, αναλύσεις και παρατηρήσεις που φωτίζουν και επεξηγούν μεγάλα έργα της εποχής μας.

_______________________________________________

Υ. Γ. Συγγνώμη αν «ευλογώ τα γένια μου». Δεν το συνηθίζω. Αναγκάζομαι, επειδή είναι ο μόνος τρόπος να πληροφορηθούν οι ενδιαφερόμενοι την κυκλοφορία ενός νέου βιβλίου μου.

Παρασκευή, Μαΐου 27, 2011

Μήκων η Υπνοφόρος















Φέτος σπανίζουν οι παπαρούνες. Στο καταφύγιό μου, στα Κιούρκα, δεν είδα καμία. Αλλά το τελευταίο Σαββατοκύριακο, στην Αρκαδία είχε πολλές. Μία, μοναχική, ήταν τόσο περήφανα και φιλάρεσκα στημένη που την φωτογράφησα. Τώρα δεν θα υπάρχει πια. Τίποτα πιο εφήμερο από μία παπαρούνα... Αλλά και τίποτα πιο δοξασμένο μέσα στο κόκκινο, όσο διαρκεί...


____________________________________________________


Υ.Γ. Με πληροφορούν ότι αυτή είναι η κόκκινη της Δήμητρας και του Άδη, η Papaver Rhoeas. Άλλη είναι η λευκή προς το ροζ Μήκων η Υπνοφόρος που θυμόμουν σαν όνομα από το σχολείο.

Κυριακή, Μαΐου 22, 2011

kreefo?
























Πολλά έχει ακούσει το κρυφό σχολειό από τους νέους ιστορικούς. Το χειρότερο είναι πως δεν υπήρξε ποτέ, μια και οι Τούρκοι δεν ενδιαφέρονταν για τα εκπαιδευτικά των Ελλήνων κι όλη η υπόδουλη Ελλάδα ήταν γεμάτη σχολές και σχολεία. Και φαίνεται πως οι ιστορικοί έχουν δίκιο, εφόσον η πρώτη αναφορά σε «κρυφό σχολειό» εμφανίζεται χρόνια μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας.



Όμως ιστορικοί και μη θα έμεναν έκθαμβοι μπροστά στην Αγγλική του εκδοχή. Βρέθηκα χθες στη Δημητσάνα και περιοδεύοντας τα μονοπάτια του Λούσιου έφτασα στη νέα Μονή Φιλοσόφου. Στην αυλή της μονής φωτογράφησα την πινακίδα που δίνει οδηγίες για το μονοπάτι προς την παλαιά μονή που στέγαζε και το κρυφό σχολειό. Οι οδηγίες είναι δίγλωσσες κι ακόμα προσπαθώ να μαντέψω τι θα φανταστεί ένας αγγλόφωνος όταν διαβάσει τις λέξεις kreefo skolio.


____________________________________________________


Υστερόγραφο της άλλης ημέρας: "Καλά, μόνο την επιγραφή είδατε στην Αρκαδία;" ρωτάει αναγνώστης. Όχι βέβαια. Είδαμε να έχουν πρασινίσει ακόμα και οι βράχοι από τις φετινές βροχές, είδαμε ωραίους παραδοσιακούς οικισμούς χωρίς μπετά και πανωσηκώματα, και το κύκλωμα του Μαίναλου παραμένει παράδεισος. Η Αρκαδία είναι η Ελβετία της Ελλάδας και, κατά τη γνώμη μου, πολύ πιο όμορφη. Et in Arcadia ego - κι εγώ υπήρξα στην Αρκαδία - ο στίχος εκφράζει πάντα τη νοσταλγία του απόλυτα ωραίου.

Τρίτη, Μαΐου 17, 2011

Γάλλοι λιμπερτίνοι και Αμερικάνοι πουριτανοί

Η περιπέτεια του Στρως-Καν έχει βαθιές ρίζες. Μια ματιά στην εικόνα του δικαστηρίου τις επιβεβαίωνε. Το προφίλ του εισαγγελέα και το πρόσωπο της δικαστίνας ήταν μέσα στην Αμερικανική πουριτανική παράδοση – μου θύμισαν τον κλασικό πίνακα American Gothic του Grant Wood. Απέναντι στο κοσμοπολίτικο, επικούρειο, σχεδόν συβαριτικό πρόσωπο του Στρως Καν, δύο σφιγμένοι και αυστηροί εκπρόσωποι της Αμερικάνικης Law and Order. Δεν καταδίκασαν μόνο τον κατηγορούμενο – στο πρόσωπό του εξευτέλισαν όλη την ευρωπαϊκή κουλτούρα της ανοχής και της ελευθεριότητος, της αναθεματισμένης permissiveness των Ευρωπαίων. Καταδίκασαν το “gay Paree” των twenties – εκεί που πήγαιναν οι Αμερικανοί εμιγκρέδες για να ξεσαλώσουν – αλλά και να δημιουργήσουν. (Τι έλεγε ο Όσκαρ Ουάλντ; «Οι καλοί Αμερικανοί, όταν πεθαίνουν, πάνε στο Παρίσι»).


Δεν αντιλέγω ότι οι πράξεις που φέρεται να διέπραξε ο κατηγορούμενος είναι ειδεχθείς. Αυτές ήταν επαρκής λόγος για να τον δικάσουν και καταδικάσουν. Αλλά όχι για τον εξευτελισμό. Όχι για την πρωτοφανή σε Αμερικανικά δικαστήρια άδεια τηλεοπτικής μετάδοσης της διαδικασίας. Όχι για τις χειροπέδες.

Κάπου οι πουριτανοί ένοιωσαν απειλούμενοι από το ελευθέριο πνεύμα του Σαντ και των άλλων διάσημων λιμπερτίνων του 18ου αιώνα. Κι αποφάσισαν να το πολεμήσουν με όλα τους τα όπλα…

Σάββατο, Μαΐου 14, 2011

Φυλακισμένος


Μερικοί από τους δικτυακούς αναγνώστες μου με διαβάζουν σε αυτό το blog, άλλοι στο www.ndimou.gr και άλλοι πάλι στο site της Lifo. Λίγοι με ψάχνουν και στα τρία. Έτσι οι πρώτοι π. χ. μου στέλνουν μήνυμα ρωτώντας αν έπαθα κάτι και έπαψα να γράφω (στο blog) χωρίς να προσέχουν ότι εξακολουθώ να συνεργάζομαι κάθε εβδομάδα με την LiFO ( τα κείμενα ανεβαίνουν και στο ndimou.gr).
Όχι, λοιπόν, δεν έπαθα κάτι (εκτός από ένα γερό κρυολόγημα). Αλλά έχω χάσει την μιλιά μου. Την υποχρεωτική μου στήλη την γράφω με μεγάλη προσπάθεια, όμως για ατομικές πολυτέλειες, όπως το blog, δεν υπάρχει διάθεση. Η κατάσταση (που ζούμε όλοι μας) με έχει συνθλίψει. Όπως όλοι οι σχολιαστές, έχω επενδύσει μερικές δεκάδες χιλιάδες λέξεις σε σχετικά σχόλια. Όταν τις σκέπτομαι, μου φαίνονται απόλυτα ανώφελες και περιττές. Να προσθέσω και άλλες; Να γράψω για άλλα θέματα («άλλα λόγια βρε παιδιά») την ώρα που καίγονται τα σπίτια μας; Η σιωπή έρχεται μόνη της και μου κλείνει το στόμα.
Στην καρδιά της Αθήνας υπάρχει ένα κήπος. Όταν ήμουν παιδί τον έλεγαν «Βασιλικό Κήπο» και ίσως ήταν δίκαιη ονομασία, μια και τον δημιούργησε μία βασίλισσα. Μετά, που εξορκίσαμε κάθε τι το βασιλικό, ονομάστηκε Εθνικός.
Στην καρδιά του Εθνικού Κήπου υπάρχουν κάτι θλιβερά κλουβιά από συρματόπλεγμα όπου επιβιώνουν δύσκολα μερικά ζώα και πουλιά. Ανάμεσά τους κι ένας αίγαγρος κρητικός, ένα άγριο κρι-κρι από τα Λευκά Όρη. Πριν δύο εβδομάδες περπάτησα στον κήπο και το φωτογράφισα.
Βάζω εδώ την φωτογραφία του, γιατί έτσι νιώθω αυτό τον καιρό.

Παρασκευή, Απριλίου 22, 2011

Καλό Πάσχα!



Κάθε χρόνο στις γιορτές οι δημοσιογράφοι ψάχνουν εναγώνια για εορταστική ύλη προκειμένου να γεμίσουν τον χώρο ή τον χρόνο τους. Έτσι και φέτος κάποιοι με πήραν τηλέφωνο ρωτώντας (πάλι) για το «ωραιότερο Πάσχα της ζωής μου».

Τους απάντησα ότι το έχω ήδη περιγράψει πριν τριάντα ένα χρόνια. Σε ένα κείμενο που διαβάστηκε, διαδόθηκε, ανατυπώθηκε πολλές φορές – και ισχύει ακόμα. Φέτος το ξαναθυμήθηκα μια και το συμπεριέλαβε (με την άδειά μου) ο Δημήτρης Ταλιάνης στο ωραίο λεύκωμά του «Πάσχα στην Κέρκυρα».

Το κείμενο μπορείτε να το διαβάσετε εδώ

Το μόνο που ξέρω είναι ότι δεν θα ξεπεραστεί ποτέ αυτή η εμπειρία μια και δεν πρόκειται να ξαναπάω στην Κέρκυρα για το Μεγάλο Σάββατο. Ηδη τις τελευταίες φορές με ενόχλησε αφόρητα η πολυκοσμία και η βαναυσότητα του πλήθους. Ήταν σαν να κάνεις έρωτα δημόσια.

Αλλά το λεύκωμα κερδίζει την ουσία.






________________________________________________________
Η αρχική φωτογραφία δεν είναι από την Κέρκυρα. Την έβγαλα σήμερα με το κινητό μου στον κήπο του μικρού μου εξοχικού καταφύγιου.

Πέμπτη, Απριλίου 07, 2011

Απεργία για το αγγελιόσημο;


Αλήθεια, εναντίον ποίων στρέφεται η απεργία των δημοσιογράφων; Οι εκδότες είναι χρεοκοπημένοι – κι όσοι από αυτούς έχουν και άλλες επιχειρήσεις δεν προτίθενται (ούτε και μπορούν οι περισσότεροι) να «τσοντάρουν» από εκεί. Το Κράτος δεν υπάρχει περίπτωση να βοηθήσει – χρεοκοπημένο είναι και αυτό.

Οπότε φαίνεται άνευ αντικειμένου αυτή η απεργία. Εκτός εάν (μια υποψία περνάει από το μυαλό μου) όλη η ιστορία γίνεται για το αγγελιόσημο. Αυτόν τον παράνομο φόρο υπέρ τρίτωνρ    που πληρώνουμε όλοι και ευεργετούμε τα Ταμεία των δημοσιογράφων. (Ούτε αυτοί πληρώνουν εισφορές ούτε οι εκδότες). Το κατοχικής έμπνευσης και χουντικής εφαρμογής αγγελιόσημο, επιβαρύνει με 21% όλες τις διαφημίσεις (άρα τελικά και τις τιμές των διαφημιζόμενων προϊόντων). Μια από τις βασικές απαιτήσεις της Ε. Ε. – από χρόνια – και τώρα της Τρόικας, είναι η κατάργηση των υπέρ τρίτων φόρων – κι αυτός είναι ο πιο σημαντικός. Μιλάμε για ιλιγγιώδη ποσά.

Μήπως λοιπόν αυτός είναι ο λόγος της απεργίας αλλά δεν τον λένε γιατί ακόμα και η λέξη «αγγελιόσημο» δεν υπάρχει για τον Τύπο και τα άλλα ΜΜΕ.

Κυριακή, Απριλίου 03, 2011

Ευθύνες και γιαούρτια…


Οι επιθέσεις εναντίον πολιτικών συνεχίζουν την πανάρχαια παράδοση του “αποδιοπομπαίου τράγου”. Στοχοποιούμε ένα πολιτικό (είτε έφταιξε είτε όχι) και του φορτώνουμε τις αμαρτίες όλων. Είναι μία συμβολική πράξη που μας εκτονώνει και μεταθέτει και τις δικές μας ευθύνες. (…για ό,τι μας συμβαίνει φταίει συνήθως κάποιος άλλος). Ευνόητη και κατανοητή αντίδραση ενός υπερσυναισθηματικού λαού η οποία όμως δεν οδηγεί πουθενά. Αντίθετα μπερδεύει τα πράγματα, συγχέει τις ευθύνες (π. χ. απενοχοποιεί την Αριστερά και ενοχοποιεί τον Πάγκαλο) και τελικά δεν επιτρέπει την ψύχραιμη θεώρηση και αντιμετώπιση των προβλημάτων. Το ίδιο συμβαίνει και με τα «αντάρτικα» κινήματα (διόδια, Κερατέα). Μπορεί να μοιάζουν ηρωικά, αλλά συσκοτίζουν και αποπροσανατολίζουν.

Μόνον αν συνειδητοποιήσουμε όλοι τις ευθύνες μας (και οι συνδικαλιστές που έκαναν τις ΔΕΚΟ καταβόθρες, και η Αριστερά που τους ενθάρρυνε, και ο καταναλωτής που υπερφόρτωνε τις κάρτες του και ο δημόσιος υπάλληλος που τσέπωνε το «γρηγορόσημο» και όσοι έκαναν, σε όλα τα επίπεδα, την ατιμωρησία θεσμό) θα μπορέσουμε να αλλάξουμε τα πράγματα. Σίγουρα την μεγαλύτερη ευθύνη την φέρουν οι πολιτικοί.  (Αλλά κι αυτούς κάποιοι τους ψήφισαν…). Από τα γιαούρτια πάντως, μόνον η ΦΑΓΕ ωφελείται.

______________________________________________________

Απάντηση σε έρευνα της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας στις 3.4.11




Κυριακή, Μαρτίου 20, 2011

Die im Dunkeln, sieht man nicht...


Για την «Ημέρα της ποίησης».


«Die im Dunkeln, sieht man nicht»
(αυτούς στο σκότος δεν τους βλέπει κανείς).
B. Brecht

Ξέρω, αυτές οι παγκόσμιες «ημέρες» δεν έχουν καμία σημασία – κι ίσως παραμένει η 21 Μαρτίου εαρινή ισημερία και έναρξη της άνοιξης. Ωστόσο οργανώνονται απαγγελίες, γράφονται άρθρα και κείμενα, γίνονται εκδηλώσεις. Οι μεγάλοι μας ποιητές δίνουν ολοσέλιδες συνεντεύξεις και όλοι θυμούνται την ποίηση.

Την ποίηση, ναι. Τους ποιητές;

Εκτός από τους ελάχιστους γνωστούς (ή διάσημους) υπάρχουν πάρα πολλοί ποιητές στο σκοτάδι ή στο ημίφως. Στο ημίφως είναι εκείνοι που αναγνωρίζονται από τους ομότεχνους, που βρίσκουν εκδότη για την δουλειά τους, που περιλαμβάνονται σε ανθολογίες και εισπράττουν κριτικές. Το φως της μεγάλης δημοσιότητας δεν το απήλαυσαν ποτέ, αλλά νιώθουν πως η δουλειά τους διαβάζεται, έστω από λίγους και αξιολογείται. Είναι συνήθως καλοί ποιητές, μερικοί μάλιστα πολύ καλοί. Νομίζω πως σε αναλογία έχουμε περισσότερους καλούς ποιητές από πολλά έθνη με μεγαλύτερη λογοτεχνική παράδοση.

Στο σκοτάδι συνωστίζονται εκατοντάδες. Είναι όλοι αυτοί που δεν βρίσκουν εκδότη και προχωράνε σε αυτοέκδοση (υπάρχουν οίκοι που εξειδικεύονται). Μερικοί είναι νέοι και προσπαθούν να βγούνε στο φως. Δύσκολο, αλλά έχουν ελπίδες. Δεκάδες από αυτά τα βιβλία κατακλύζουν κάθε μήνα το γραφείο μου. Φυσικό: δεν έχουν άλλο τρόπο να κυκλοφορήσουν. Στα βιβλιοπωλεία δεν χωράει η ποίηση – άρα μένει το ταχυδρομείο.

Πιο βαθιά στο σκότος είναι αυτοί που δεν έχουν τα μέσα ούτε για αυτοέκδοση. Οι περισσότεροι γράφουν για χρόνια, δημοσιεύουν μόνο σε περιθωριακά έντυπα ή στον επαρχιακό τύπο και έχουν συσσωρεύσει πικρία δεκαετιών.

Υπάρχει ένα περιοδικό με τίτλο «Πνευματική Ζωή». Το είχε ιδρύσει το 1936 ο Μελής Νικολαΐδης, σήμερα το εκδίδει ο Μιχάλης Σταφυλάς. Μου κάνει τη χάρη να μου το στέλνει. Στις υπέρ-εκατό σελίδες του συμπυκνώνεται όλο το παράπονο των αγνοημένων. Στο τελευταίο τεύχος ο εκδότης γράφει μία ανοιχτή επιστολή στον υπουργό Πολιτισμού. Ανάμεσα σε άλλα αναφέρει ότι το Υπουργείο, είτε για τις βραβεύσεις είτε για τις συντάξεις, αγνοεί τους συγγραφείς που ζουν στην επαρχία ή που «βγάζουν με έξοδά τους βιβλία χωρίς αναγνωρισμένο εκδότη». (Και έτσι είναι). Αυτούς τους συγγραφείς και κυρίως τους ποιητές, φιλοξενεί το περιοδικό και η «Διαρκής Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» που δημοσιεύεται εκεί σε συνέχειες από χρόνια.

Διαβάζω και συναντώ δεκάδες εντελώς άγνωστα ονόματα. Βέβαια η ποιότητα του υλικού σπάνια είναι επαρκής – αλλά τι διάβολο! Κι ένας μέτριος ποιητής έχει τη στιγμή του και πρέπει να την εκφράσει.

Σκέπτομαι λοιπόν, για την ημέρα της ποίησης, όλους αυτούς τους άδοξους ποιητές και βέβαια ο νους μου πάει στον (καθόλου άδοξο, τώρα) Καρυωτάκη και την πολύ γνωστή Μπαλάντα του:

Από θεούς κι ανθρώπους μισημένοι,
σαν άρχοντες που εξέπεσαν πικροί,
μαραίνονται οι Βερλαίν• τους απομένει
πλούτος η ρίμα πλούσια και αργυρή.
Οι Ουγκό με «Τιμωρίες» την τρομερή
των Ολυμπίων εκδίκηση μεθούνε.
Μα εγώ θα γράψω μια λυπητερή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που 'ναι.


Αν έζησαν οι Πόε δυστυχισμένοι,
και αν οι Μπωντλαίρ εζήσανε νεκροί,
η Αθανασία τούς είναι χαρισμένη.
Κανένας όμως δεν ανιστορεί
και το έρεβος εσκέπασε βαρύ
τους στιχουργούς που ανάξια στιχουργούνε.
Μα εγώ σαν προσφορά κάνω ιερή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που' ναι.

Του κόσμου η καταφρόνια τούς βαραίνει
κι αυτοί περνούνε αλύγιστοι κι ωχροί,
στην τραγική απάτη τους δομένοι
πως κάπου πέρα η Δόξα καρτερεί,
παρθένα βαθυστόχαστα ιλαρή.
Μα ξέροντας πως όλοι τούς ξεχνούνε,
νοσταλγικά εγώ κλαίω τη θλιβερή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που 'ναι


Και κάποτε οι μελλούμενοι καιροί:
«Ποιος άδοξος ποιητής» θέλω να πούνε
«την έγραψε μιαν έτσι πενιχρή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που 'ναι;»



Σάββατο, Μαρτίου 05, 2011

Ο παιγνιώδης Σεφέρης

Οι ποιητές μας είναι συνήθως άνθρωποι σοβαροί και κόσμιοι. Με το χιούμορ, το παιχνίδι και τον ερωτισμό δεν έχουν καλές σχέσεις. Τα παραστρατήματα μερικών προσπαθούμε να τα ξεχνάμε. Π. χ. Την Παρτούζα του Νίκου Φωκά, κάτι Εικονοστάσια (όχι και τόσο) Αγίων του Γιάννη Ρίτσου, τον Μανούσο Φάσση του Αναγνωστάκη. Δεν αναφέρω τον Μέγα Ανατολικό του Εμπειρίκου γιατί αυτός ούτε σάτιρα είναι ούτε παίγνιον, αλλά βιβλίο με πρόθεση σπουδαία, κοσμοθεωρητική.

Ο πρέσβης Γεώργιος Σεφεριάδης έδινε σε όσους τον πλησίαζαν την εντύπωση ανθρώπου σοβαρού και μάλλον μελαγχολικού. Αλλά και το alter ego του, ο ποιητής Γιώργος Σεφέρης, έγραφε λυρική ποίηση σκοτεινή, στα όρια του τραγικού.

Όμως μέσα στα μάτια του βαρύθυμου ανατολίτη έπαιζε μία κρυφή σπίθα που αντιστεκόταν στη μοίρα, στο αξίωμα, ακόμα και στη μεγαλοαστική καταγωγή του. Ο Σεφέρης ήταν μέσα του και αισθησιακός και φιλοπαίγμων. Και ευτυχώς η σύντροφός του Μαρώ δεν έπασχε από σύνδρομα σεμνοτυφίας (όπως εκείνη η άθλια κυρία Μπάιρον που παρέδωσε στις φλόγες το αριστουργηματικό – κατά τις ομολογίες των φίλων του- ημερολόγιό του). Συναίνεσε να εκδοθούν μετά θάνατον και τα πιο τολμηρά του στιχουργήματα.

Έτσι, παράλληλα με τον γνωστό μας Σεφέρη, υπάρχει και ο άλλος, που οι περισσότεροι αγνοούν. Βρίσκεται κυρίως σε τρία βιβλία: στο Τετράδιο Γυμνασμάτων Β’ (1976) , στο Ποιήματα με ζωγραφιές σε μικρά παιδιά (1992) και στα Εντεψίζικα (έκδοση εκτός εμπορίου, Λέσχη του Δίσκου, 1989). Τα ποιήματα και των τριών αυτών συλλογών δεν έχουν συμπεριληφθεί στην βασική έκδοση «Ποιήματα», πράγμα που για ορισμένα (ιδίως από το Τετράδιο) είναι σοβαρή παράλειψη. Ακόμα ψήγματα αυτού του άλλου Σεφέρη υπάρχουν διάσπαρτα στα ημερολόγιά του και σε μερικές συλλογές – π. χ. οι αναφορές στον Μαθιό Πασχάλη:

Βερίνα μας ερήμωσε η ζωή κι οι αττικοί ουρανοί κι οι διανοούμενοι που σκαρφαλώνουν στο ίδιο τους κεφάλι
Και τα τοπία που κατάντησαν να παίρνουν πόζες από την ξεραΐλα κι από την πείνα []

(«Γράμμα του Μαθιού Πασχάλη», από το Τετράδιο Γυμνασμάτων – 1928)

Πουθενά δεν είναι τόσο εμφανής η συνύπαρξη των δύο πλευρών του ποιητή από όσο στην αντιπαράθεση ανάμεσα σε δύο ποιήματα, γραμμένα στο ίδιο μέρος, τις ίδιες μέρες, για το ίδιο θέμα. Το ένα είναι το πασίγνωστο «Τελευταίος Σταθμός». Το αδελφό σατιρικό του αντίστοιχο είναι το λιγότερο γνωστό (αλλά για τούτο πιο σημαντικό) «Το Απομεσήμερο ενός Φαύλου». Γραμμένα και τα δύο στην Ιταλία όταν η εξόριστη Ελληνική κυβέρνηση περίμενε την έγκριση των Άγγλων για να επιστρέψει στην απελευθερωμένη Ελλάδα. Παραθέτω το δεύτερο, ως ιδιαίτερα επίκαιρο. (Τα «Νάφια» είναι ιδιωματική απόδοση των NAAFI, καταστημάτων των Άγγλων ένστολων – πηγή για τους Έλληνες μαυραγορίτες).

Το απομεσήμερο ενός φαύλου

Τράβα αγωγιάτη, καρότσα τράβα,
τράβα να φτάσουμε γοργά στην Κάβα!
Φύσα βαπόρι, βόα μηχανή,
να 'ρθούμε πρώτοι εμείς! - οι στερνοί.

Τα στερνοπαίδια και τ' αποσπόρια
και τ' αποβράσματα και τ' αποφόρια
μιας μάχης που ήτανε γι' άλλα κορμιά
για μάτια αλλιώτικα κι άλλη καρδιά.


Πολιτικάντηδες, καραβανάδες,
ψιλικατζήδες, κολλυβιστάδες,
μούργοι, μουνούχοι και θηλυκά -
τράβα αγωγιάτη! βάρα αμαξά!

Φτωχή Πατρίδα, στα μάγουλά σου
μαχαίρια γράφουνε το γολγοθά σου•
μάνα λιοντόκαρδη, μάνα ορφανή,
κοίτα αν αντέχεις τέτοια πομπή:


το ματσαράγκα, το φαταούλα
με μπογαλάκια και με μπαούλα•
τη χύτρα που έβραζε κάθε βρωμιά
λες και την άδειασαν όλη μεμιά

σ' αυτούς ανάμεσα τους ήπιους λόφους
όπου μας κλείσανε σαν υποτρόφους
ενός αδιάντροπου φρενοβλαβή
που στο βραχνά του παραμιλεί.


Δες το σελέμη, δες και το φάντη
πώς θυμιατίζουνε τον ιεροφάντη
που ρητορεύεται λειτουργικά
μπρος στα πιστά του μηρυκαστικά.

Μαυραγορίτες από τα Νάφια
της προσφυγιάς μας άθλια σινάφια,
γύφτοι ξετσίπωτοι κι αρπαχτικοί,
λένε, πατρίδα, πως πάνε εκεί


στα χώματά σου τα λαβωμένα
γιατί μαράζωσαν, τάχα, στα ξένα
και δεν μπορούνε χωρίς εσέ -
οι φαύλοι: τρέχουνε για το λουφέ.


(Cava dei Tirreni, 7. 10. 1944).

Από τα πιο δυνατά σατιρικά ποιήματα της λογοτεχνίας μας, θυμίζει πως ο σατιρικός είναι ένας πληγωμένος και οργισμένος λυρικός. (Π. χ. Καρυωτάκης). Και βέβαια εδώ ο ποιητής δεν είναι παιγνιώδης, αλλά σαρκαστικός. Μόνο οι αφελείς συγχέουν τη σάτιρα με το χιούμορ – το δεύτερο τέρπει, η πρώτη μαστιγώνει και πονάει.

Γράφει ο Γ. Π. Σαββίδης: «Μία μελέτη που θα καταπιανότανε συστηματικά με τον σατιρικό Σεφέρη, οπωσδήποτε θα φρόντιζε ξεκινώντας να διακρίνει τους βασικούς όρους: ευτραπελία, χιούμορ, ειρωνεία, σάτιρα – κάθε κατηγορία εικονογραφημένη με αντίστοιχα παραδείγματα από το ποιητικό μα και το πεζογραφικό του έργο».

Ευτράπελα θα ήταν τα «λιμερίκια» (Σεφερική απόδοση των αγγλικών πεντάστιχων limericks) είτε παιδικά και αθώα, είτε σκαμπρόζικα. Χιούμορ υπάρχει στις παρωδίες, στα ποιήματα προς τον Τάκη Παπατζώνη ή σε αυτά για την κυρία Ζεν. Σάτιρα άφθονη σε όλα τα σχολιαστικά. Στην Λεωφόρο Συγγρού Β΄ το 1935 ο Σεφέρης τολμάει ένα εξοντωτικό σχόλιο για την ελληνική παλινόρθωση. (Θυμηθείτε: ήταν δημόσιος υπάλληλος!). Ονειρεύεται ότι πολεμούσαμε τους Αιθίοπες, που μας νίκησαν, και μας έστειλαν βασιλιά:

Κι έφτασε ο βασιλιάς στις Τζιτζιφιές με φτερά και με γένια σγουρά, πολύ μελαψός, ο Ρας Πουπουναμπί.
Στον ώμο του καθόταν μία κοκκινόκωλη μαϊμού, δεμένη με χρυσή καδένα στο κουμπί
του σακακιού του, και με το ζερβί του χέρι κρατούσε ένα πράσινο παπαγάλο –
κι ήταν ξιπόλητος, κι εμείς ξιπόλητοι φωνάζαμε: «Δόξα και δύναμη στο βασιλιά μας το μεγάλο!»


Ώσπου φτάσαμε στο γνωστό «Από βλακεία» του 1968:

Ελλάς – πυρ! Ελλήνων – πυρ! Χριστιανών – πυρ!
Τρεις λέξεις νεκρές. Γιατί τις σκοτώσατε;

Μία ιδιαίτερη κατηγορία είναι τα «άσεμνα» (τουρκιστί εντεψίζικα – edebsiz: αδιάντροπος, αναίσχυντος.). Τα περισσότερα είναι πανέξυπνα – ένα είναι αριστουργηματικό. Πρόκειται για την (αισχρότατη) παρωδία του Ερωτόκριτου σε διάλεκτο Κορνάρου. Πολύ θα ήθελα να την παραθέσω εδώ αλλά δεν γίνεται. Πρώτα γιατί αριθμεί 65 στίχους και δεύτερο γιατί θα μπορούσε να συγκινήσει εισαγγελείς. Περιορίζομαι στο σεμνότερο κομμάτι, τον επίλογο της Νένας μετά την αφήγηση της Αρετούσας:

Αλίμονο! Σε γάμησε!... Πως θα μανιάσει ο Κύρης,
σα μάθει πως ο Ρωτόκριτος σου ’γινε νοικοκύρης
κι εμπήκε και σε τρύγησε κάτω απ’ τον αφαλό σου.
Αχ! μαγειρεύγου’ βάσανα οι κοπέλες σαν καυλώσου’!

______________________________________________

Περιοδικό "Δέντρο", τ. 179-180, Ιανουάριος-Μάρτιος 2010, αφιέρωμα στον Γιώργο Σεφέρη

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 28, 2011

Οι χαμένες κριτικές

Το 1973 κυκλοφόρησε από τον «Ίκαρο» η πρώτη μου επίσημη ποιητική συλλογή με τίτλο «Απουσίες». Λέω επίσημη γιατί οι δύο προηγούμενες («Ίμεροι», 1953 και «23 Ποιήματα», 1965) είχαν εκδοθεί σε ιδιωτική εκτύπωση εκτός εμπορίου και κυκλοφορήσει χέρι με χέρι. Οι «Απουσίες» είχαν συμπεριλάβει και ορισμένα ποιήματα από τα 23 της προηγούμενης συλλογής.


Το 1976 κυκλοφόρησε ακόμα μία συλλογή, πάλι από τον Ίκαρο – τα «Ποιήματα 74-76». Και το 1977 στην πρώτη του μορφή «Το Βιβλίο των Γάτων».

Έκτοτε δεν κυκλοφόρησε άλλη ποιητική συλλογή μου εκτός από δύο πλακέτες πάλι εκτός εμπορίου («Σκοτεινός Θάλαμος», 1983 και «Gerontion», 2005). Βγήκαν όμως συνολικές εκδόσεις («Ποιήματα 50-80, 50-90 και 1950-2005») που συμπεριλάβανε και τα ενδιάμεσα.

Γενικά, ενώ τα πρώτα είκοσι πέντε χρόνια της συγγραφικής μου πορείας έγραφα αποκλειστικά και μόνο ποίηση – μετά η παραγωγή μου ήταν ελάχιστη και συμπτωματική. Στράφηκα στο σύντομο πεζό, το δοκίμιο, τους αφορισμούς.

Εικάζω τώρα ότι ένας από τους λόγους ήταν η έλλειψη απήχησης και ενθάρρυνσης. Είχα δύο-τρεις καλές κριτικές αλλά ούτε αυτές ούτε τα λόγια των φίλων (τι να πουν οι φίλοι;) με έπεισαν ότι το μέλλον μου ήταν η ποίηση. Έτσι την παραμέλησα – και μόνο σε εποχές κρίσης, όπου δεν με χωρούσε ο πεζός λόγος, ξαναγύριζα, για λίγο σε αυτήν.

Πού να ήξερα!

Μία καλή φίλη, ψάχνοντας χθες τα ψηφιοποιημένα αρχεία λογοτεχνικών περιοδικών του Ελληνικού Κέντρου Βιβλίου, βρήκε δύο κείμενα του κορυφαίου μας κριτικού, (ιδιαίτερα σε θέματα ποίησης) Ανδρέα Καραντώνη. Είχαν δημοσιευθεί στην «Νέα Εστία» το 1974 και το 1978 και αφορούσαν τις τρεις συλλογές μου. Δεν τα είχα δει – δεν παρακολουθούσα τα περιοδικά. Για την ακρίβεια δεν είχα καν φανταστεί ότι ο Καραντώνης θα έγραφε κριτικές για έναν άγνωστο και άσημο νέο ποιητή.

Όταν τις διάβασα, με τριάντα επτά και τριάντα τρία χρόνια καθυστέρηση, ένιωσα περίεργα. Ήταν απρόσμενα θετικές. Αυτός ο σχεδόν μεταθανάτιος έπαινος με συγκλόνισε.

Ίσως αν τις είχα δει να είχα επιμείνει περισσότερο στον δύσκολο δρόμο της ποίησης. Ίσως… Πολύ αργά.

Θα τις βρείτε εδώ:

Νέα Εστία, του Ανδρέα Καραντώνη, Ιούλιος 1974, για τις "Απουσίες"

http://www.ekebi.gr/magazines/ShowImage.asp?file=123310&code=3146

Νέα Εστία, Αύγουστο του 1978, του Ανδρέα Καραντώνη για Ποιήματα 74-76 και Βιβλίο των Γάτων 

http://www.ekebi.gr/magazines/ShowImage.asp?file=128973&code=2023



Παρασκευή, Φεβρουαρίου 25, 2011

Το μυθικό σπίτι (2η γραφή).

Ο Σεφέρης πήγε για λίγες μέρες στον Πόρο, τον Αύγουστο του 1946, από τις 11 ως τις 17. Έμενε στην βίλα «Γαλήνη». Στις 16, μία ημέρα πριν φύγει, είδε την βυθισμένη «Κίχλη»:


«Το πρωί πήραμε τη βάρκα και πήγαμε γύρω στο Δασκαλειό για μπάνιο. Ανάμεσα στο νησάκι και την ακτή, βουλιαγμένη η Κίχλη. Μόνο η καμινάδα ξεπερνά λίγα δάχτυλα την επιφάνεια».

Τον Οκτώβριο πήρε δύο μήνες άδεια από το υπουργείο («την πρώτη από το καλοκαίρι του 37») και ξανάφυγε για τον Πόρο στις 2 Οκτωβρίου. Έμεινε ως τις 3 Δεκεμβρίου. Στο διάστημα αυτό έγραψε την «Κίχλη» (ίσως το πιο σημαντικό του ποίημα) και την διάλεξη για τον Καβάφη. Την πορεία δημιουργίας του ποιήματος (που τέλειωσε στις 31.10.46) έχει περιγράψει με λεπτομέρεια στις σελίδες του ημερολογίου του. (Μέρες 1945-1951, σελίδες 51-83).

Το σπίτι όπου έμεινε, παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στο ποίημα. Το πρώτο μέρος έχει τίτλο: «το σπίτι κοντά στη θάλασσα». Στο κείμενό του «Ένα γράμμα για την Κίχλη» (που αργότερα ονομάστηκε «Μία σκηνοθεσία για την Κίχλη» Δοκιμές ΙΙ, σ.30-56) ο ποιητής, μετά από χρόνια περιπλάνησης, ταυτίζεται με τον πλάνητα Οδυσσέα. Γράφει: «το σπίτι της Κίρκης είναι το πρώτο σπίτι που βλέπει ο Οδυσσέας ύστερα από πολλά βάσανα, φονικά και ανοησίες…»., Κι αφού μιλήσει για τον «ηδονικό» Πόρο, που του θυμίζει Κίρκη, λέει:  «Εξ άλλου η ‘Γαλήνη’, το βικτωριανό εκείνο σπίτι, κόκκινο Πομπηίας, μου έδωσε για πρώτη φορά, ύστερα από πολλά χρόνια, το αίσθημα του στέρεου σπιτιού, όχι της προσωρινής κατασκήνωσης…». Και παρακάτω: «Έτσι ο Οδυσσέας… συλλογίζεται αυτό το αλλόκοτο πράγμα που ο κόσμος ονομάζει σπίτι». Αρχίζει:
Τα σπίτια που είχα μου τα πήραν. Έτυχε
να’ ναι τα χρόνια δίσεχτα – πόλεμοι, χαλασμοί, ξενιτεμοί






και παρακάτω:












ακόμη
καμιά φορά κοντά στη θάλασσα, σε κάμαρες γυμνές
μ’ ένα κρεβάτι σιδερένιο χωρίς τίποτε δικό μου

Η βίλα «Γαλήνη» είναι επάνω στη θάλασσα (την χωρίζει μόνο ο δρόμος) και βέβαια δεν ήταν δική του.



Αλλά περισσότερο κατάλαβα τον ρόλο που έπαιξε αυτό το σπίτι όταν θυμήθηκα το τέλος του ποιήματος, που το θυμάμαι απέξω:

και είσαι
σ’ ένα μεγάλο σπίτι με πολλά παράθυρα ανοιχτά
τρέχοντας από κάμαρα σε κάμαρα, δεν ξέροντας από πού να κοιτάξεις πρώτα,
γιατί θα φύγουν τα πεύκα και τα καθρεφτισμένα βουνά και το τιτίβισμα των πουλιών
θ’ αδειάσει η θάλασσα, θρυμματισμένο γυαλί, από βοριά και νότο
θ’ αδειάσουν τα μάτια σου από το φως της μέρας
πώς σταματούν ξαφνικά κι όλα μαζί τα τζιτζίκια.

Το μεγάλο σπίτι είναι η ζωή – αλλά και η βίλα «Γαλήνη». Από τα πολλά παράθυρα και την βεράντα, βλέπεις τα καθρεφτισμένα βουνά, ακούς τα πουλιά και τα τζιτζίκια που σταματάνε όλα μαζί όταν «αδειάσουν τα μάτια σου από το φως της μέρας»…



Υ. Γ. Διαβάζω στο Ιντερνετ: "Η Βίλα "Γαλήνη", κτίριο του 1892, αποτελεί ιδιωτική οικία του 19ου αιώνα και μια από τις πιο παραδοσιακές, αρχιτεκτονικά, οικίες του Πόρου. Η ανέγερση της οικίας ανατέθηκε στον Αναστάσιο Μεταξά, έναν από τους καλύτερους αρχιτέκτονες της εποχής. Η αγορά του κτήματος κόστισε 150 χρυσές δραχμές και η οικία με την επίπλωση 60.000 χρυσές δραχμές.

Στην κομψή νεοκλασική βίλα, που λειτούργησε αργότερα ως πανσιόν έχουν φιλοξενηθεί πολιτικοί και διακεκριμένες προσωπικότητες της τέχνης και των γραμμάτων, όπως συγγραφείς και καλλιτέχνες. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε τον Γεώργιο Σεφέρη, το 1946 (όπου έγραψε και το ''Κίχλη''), τον Χένρι Μίλερ (Henry Miller), το 1939 και τον Ελευθέριο Βενιζέλο".



Υ. Γ. 2 Με ρωτάνε: γιατί 2η γραφή; Η πρώτη έγινε στον Πόρο όπου είχα λίγα βοηθήματα και έγραφα από μνήμης. Όταν γύρισα σπίτι, εμπλούτισα το κείμενο. Και τώρα προσθέτω κάτι ακόμα. Ο φίλος Νώντας Τσίγκας βρήκε στο Διαδίκτυο το δοκίμιό μου για την "Κίχλη". Δεν ήξερα πως υπάρχει. Για όσους ενδιαφέρονται είναι 
εδώ

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 24, 2011

Νησί στη Βροχή





Δεν υπάρχει τίποτα πιο μελαγχολικό από ένα θέρετρο το χειμώνα. Βρίσκομαι για ένα συνέδριο σε ένα από τα ωραιότερα μέρη της Ελλάδας – τον Πόρο. Μένω σε ένα μνημείο της ελληνική αρχιτεκτονικής: το παλιό «Ξενία» του Άρη Κωνσταντινίδη, καλόγουστα και σωστά ανακαινισμένο. Το προνομιούχο δωμάτιό μου έχει απίστευτη θέα.

Ψιλοβρέχει. Μαύρο σύννεφο καλύπτει το τοπίο που κάποτε γοήτευσε τον Χένρυ Μίλερ. (Ο «Κολοσσός του Μαρουσιού» παραμένει το καλύτερο βιβλίο του και η περιγραφή της εισόδου στον Πόρο οι πιο γλαφυρές σελίδες του). Το ξενοδοχείο, χτισμένο για καλοκαίρι, είναι ένα μείγμα από παγωνιά και υπερθέρμανση. Οι διάδρομοι είναι ανοιχτοί – για να πας στην ρεσεψιόν πρέπει να βάλεις παλτό. Η ζέστη στο δωμάτιο έρχεται από τον θορυβώδη κλιματισμό που κάνει την ατμόσφαιρα βαριά και γεμάτη ρεύματα.

Γιατί είναι τόσο μελαγχολικό ένα νησί στη βροχή; Τα ορεινά τοπία κερδίζουν με τα σύννεφα και τα χιόνια – αλλά τα νησιά είναι σαν να λιώνουν μέσα στο επουράνιο νερό. Σαν να σβήνει η εικόνα τους από το χάρτη και την δική μας όραση. Ήχοι από βουτιές, παιχνίδια και γέλια μουλιάζουν πολύ μακρινοί.

Λογοτεχνίας συνέχεια. Δίπλα μου εδώ, στη βίλα «Γαλήνη», έγραψε ο Σεφέρης την «Κίχλη» - ίσως το πιο σοφό ποίημά του. Σίγουρα το πιο μουσικό. Απέναντι, στον Γαλατά, εκτείνεται το «Λεμονόδασος». Μνήμη Κοσμά Πολίτη. Άγουρες γεύσεις έρωτα. Απίθανο πόσο ζωντανή παραμένει η Βίργκω στη μνήμη μου, μετά από εξήντα χρόνια.

Από τον βροχερό και παγωμένο Πόρο, θερμούς χαιρετισμούς.


Σάββατο, Φεβρουαρίου 19, 2011

Υπέργηρος σαραντάρης



Κάθομαι μπροστά στο πληκτρολόγιο να κάνω την μοναδική δουλειά που έκανα σε όλη μου τη ζωή. Γράψιμο. Και να ασκήσω το μοναδικό επάγγελμα που ασκώ συστηματικά και αδιάλειπτα από το 1979: μία στήλη για κάποιο έντυπο. (Το Ιντερνέτ δεν είναι επάγγελμα - αλλά χόμπι).

Πενήντα οκτώ χρόνια συγγραφέας, τριάντα δύο χρόνια συντάκτης σχολίων. (Στην διαφήμιση ήμουν μόνο 20 χρόνια. Κι εκεί κείμενα έγραφα).

Κι όμως είμαι από τους ελάχιστους έλληνες που εργάζονται έξη δεκαετίες (ποια 67 κυρία Μέρκελ!) και δεν έχουν σύνταξη. Οι συγγραφείς μπήκαν πολύ αργά στο ΤΕΒΕ (νυν ΟΑΕΕ), οι διαφημιστές (ιδιοκτήτες) δεν είχαν ταμείο – όσο για την δημοσιογραφία…

Συχνά δημοσιογράφοι μου συστήνονται ως: «συνάδελφος, μέλος της ΕΣΗΕΑ».

Τους διορθώνω. «Δεν είμαι μέλος της ΕΣΗΕΑ».

«Δεν είστε; Εσείς; Με τόσα χρόνια στον Τύπο;»

«Και μάλιστα στις μεγαλύτερες Αθηναϊκές εφημερίδες – ας αφήσουμε τα περιοδικά, το ραδιόφωνο και την τηλεόραση. Μία φορά ‘Δημοσιογράφος της Χρονιάς’ και δύο δημοσιογραφικά βραβεία». (Δεν αναφέρω τις 11 παραιτήσεις).

«Και πώς δεν γίνατε μέλος;».

Ξεκίνησα αργά να γράφω στον Τύπο και ήδη τότε δεν είχα δικαίωμα να υποβάλω αίτηση για μέλος της Ένωσης Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών. Υπάρχει ένα άρθρο στο καταστατικό της που περιορίζει ηλικιακά το δικαίωμα υποβολής αίτησης. Από είκοσι ενός μέχρι σαράντα ετών. Ήμουν ήδη άνω των σαράντα.

Ποτέ δεν κατάλαβα το νόημα αυτού του προς τα επάνω περιορισμού. Αν ίσχυε παλιά, πολλοί συγγραφείς για τους οποίους σήμερα υπερηφανεύεται η Ένωση, δεν θα είχαν γίνει μέλη. Ο πρώτος της πρόεδρος, ο συγγραφέας και χρονογράφος Ιωάννης Κονδυλάκης, έγινε μέλος όταν ήταν 52 ετών. Σε μεγαλύτερη ηλικία έγιναν μέλη ο Νιρβάνας, ο Μελάς και ο Ξενόπουλος – όλοι οι ακαδημαϊκοί της.

Ένας άνθρωπος μπορεί να ασχοληθεί με άλλα πράγματα (π.χ. σπουδές, ακαδημαϊκή καριέρα) και να ξεκινήσει τη δημοσιογραφία στα σαράντα του. Δεν μπορεί να γίνει σωστός δημοσιογράφος, διότι τι; Θεωρείται υπέργηρος; Στα ΣΑΡΑΝΤΑ;

Δεν τα γράφω αυτά για μένα – εγώ έτσι κι αλλιώς το τρένο το έχασα ήδη, από χρόνια. Άλλωστε η κύρια ιδιότητά μου ήταν πάντα του συγγραφέα. Αλλά έτσι φτωχαίνει η σύνθεσή της ΕΣΗΕΑ. Σίγουρα θα είχε ανάγκη από μερικά έμπειρα και ώριμα μέλη.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 17, 2011

Ημερολόγιο Ανάγνωσης 7


4 βιβλία


Αυτό θα είναι ένα ημερολόγιο συνοπτικό. Βρίσκω – με κόπο – χρόνο για να διαβάσω, και ξαφνικά δεν έχω χρόνο να γράψω γι αυτά που διάβασα.

Διάβασα λοιπόν τις (βραβευμένες με κρατικό βραβείο) ιστορίες του Αργύρη Χιόνη. Για βραβευμένο βιβλίο είναι απρόσμενα καλό. Τίτλος «Το Οριζόντιο Ύψος», εκδότης Κίχλη. Μία σειρά από μύθοι και παραβολές με ποιητική ακρίβεια διατυπωμένες (ο Χιόνης είναι καλός ποιητής) και με ειρωνεία και σαρκασμό πασπαλισμένες. Μερικά από τα επιμύθια τα βρίσκω περιττά – αλλά είθισται οι μύθοι να έχουν επιμύθια…



Από τα μακρινά Κύθηρα έρχεται το βιβλίο του Δημήτρη Λεβέντη: «Ου παντός πλειν ες Κύθηρα». (Γαβριηλίδης). Δεκαοκτώ μικρές ακαριαίες ιστορίες, σωστά στοχευμένες και ενεργές. Πολύ όμορφο το διήγημα «Της Ρόζας ο πιο αγαπημένος» που αναφέρεται στον σημαντικό Ελληνοιρλανδό-Ιάπωνα συγγραφέα Λαφκάντιο Χερν, με τον δικό του ποιητικό και μυθικό τρόπο.



Έκπληξη αποτέλεσε για μένα η ποιητική συλλογή «Στα μέσα σύνορα», του νέου ποιητή Γιάννη Δούκα. (Πόλις). Αναβιώνοντας με μοντέρνο τρόπο την παραδοσιακή στιχουργία (μέτρο και ρίμα) επιτυγχάνει δυνατά αποτελέσματα. Π. χ.:

Στο πορτμπαγκάζ
Φορτώσαμε τη μνήμη
Μα ξέφυγε στο δάσος
Σαν αγρίμι.

Φοβεροί οι «Γέροι της Σιδώνος» που: «Σαν καινούργια παντελόνια τον καιρό τους φόρεσαν». (Πολλές και ευφυείς οι διακειμενικές αναφορές…).

Τέλος, μία κυρία με δίκαννο επίθετο (double barreled το λένε οι Άγγλοι) μου έστειλε τον μικρό τόμο «Μελετήματα – στοχασμοί πάνω σε κείμενα». (Εκδόσεις των Φίλων). Η κυρία έχει ένα τόσο μεγάλο βιογραφικό που προφανώς δεν χώραγε στα «αυτιά» του βιβλίου, γι αυτό και το παραθέτει σε χωριστή μεγάλη καρτέλα, σαν μικρή αφίσα. Έχει βραβευθεί πολλαπλώς – και από την Ακαδημία Αθηνών.

Πρόκειται για μία σειρά από δοκίμια για σημαντικούς και εντελώς ασήμαντους ποιητές. Το πρώτο αφορά στον Νίκο Καρούζο. Τελειώνει με ένα ποίημα που έγραψε η εν λόγω κυρία, στη μνήμη του ποιητή.

Το γεγονός αυτό μου θύμισε ένα κακεντρεχές ανέκδοτο. Όταν πέθανε ο Βέρντι, ένας συνθέτης έγραψε ένα έργο στη μνήμη του. Το έδειξε σε μουσικοκριτικό ο οποίος του είπε: «Θα προτιμούσα να είχατε πεθάνει εσείς και να έγραφε ο Βέρντι κάτι για σας».

____________________________________
LiFO - 17.2.11
____________________________________

Υ. Γ. Διαμαρτυρήθηκαν μερικοί ότι υπήρξα πολύ σκληρός προς την "δίκαννη" κυρία. Διαφωνώ. Η έλλειψη ταλέντου δεν είναι αμάρτημα. Το θράσος όμως πρέπει να τιμωρείται.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 10, 2011

Μιλτιάδης Έβερτ

Ήταν το πιο ελεύθερο Μέσο Μαζικής Επικοινωνίας που γνώρισα στη ζωή μου. Ήταν η πιο ενδιαφέρουσα παρέα από χαρισματικούς, ταλαντούχους ανθρώπους, που στελέχωναν αυτό το Μέσο. Ήταν η πιο ζωντανή εποχή στα τριάντα δύο χρόνια της δημοσιογραφικής μου ζωής.

Όλα αυτά τα χρωστάω στον Μιλτιάδη Έβερτ. Ο Γιάννης Τζανετάκος τα υλοποίησε – αλλά επάνω στις γερές πλάτες του «μπουλντόζα». Ο 9.84 ήταν ένα θαύμα – που κράτησε δύο ολόκληρα χρόνια. Μέχρι που έφυγε ο Έβερτ και ο διάδοχός του μας έδιωξε. Δηλαδή έκανε αυτό που ποτέ δεν είχε κάνει ο προκάτοχός του. Παρενέβη πολιτικά στο σταθμό και ανάγκασε τη βασική ομάδα (αυτή που είχε ξεκινήσει από το παράνομο Ράδιο 15) να αποχωρήσει σύσσωμη.

Αυτή την χωρίς όρια ελευθερία δεν την ξαναβρήκα παρά μόνο στο Διαδίκτυο. Χωρίς όμως την ζεστασιά και την ποιότητα της παρέας…


Υ. Γ. Και μία προσωπική ανάμνηση. Σε συνάντηση όλων, στις κατασκηνώσεις του Δήμου Αθηναίων στον Άγιο Ανδρέα, ο Έβερτ ήρθε και με βρήκε για να μου κάνει, με πολλή αμηχανία, μία εξομολόγηση: «Με έκανες να κλάψω», μου είπε, «με εκείνες τις Χριστουγεννιάτικες ιστορίες σου. Δεν είχα ξανακλάψει μπροστά σε ραδιόφωνο».

Απομακρύνθηκε γρήγορα μαζί με τον σκύλο του. Ο φιλόζωος. Ο έντιμος. Ο σκληρός «μπουλντόζας» με την παιδική καρδιά.

Τρίτη, Φεβρουαρίου 08, 2011

Επέτειος Βλακείας

Πού το θυμήθηκα τώρα;

Πριν πάνω από ένα χρόνο, την 1η Φεβρουαρίου του 2010, είχα σχολιάσει από αυτό το blog ένα εξώφυλλο του "Κοντέινερ",  ένθετου της Ελευθεροτυπίας.


Σε επτά γλώσσες προφήτευε την αποτυχία του iPad (πριν καν κυκλοφορήσει).

Μετά κυκλοφόρησε και σε 80 ημέρες είχε πουλήσει 3.000.000 κομμάτια. Οι πωλήσεις συνέχισαν ανοδικά και τώρα μετριούνται σε δεκάδες εκατομμύρια. Με την εμφάνισή του δημιουργήθηκε ένα νέο μέσο εργασίας, δημιουργίας και επικοινωνίας, που άλλαξε όλη την εικόνα του χώρου. Φέτος υπολογίζεται ότι θα κυκλοφορήσουν πάνω από 50 ανταγωνιστικές ταμπλέτες.

Τόσο "νεκρό" είναι το iPad...

Τώρα θα μου πείτε ότι η φράση είναι συμβολική και αναφερόταν στο σχετικό τεχνοφοβικό κλισέ ότι (δήθεν) η τεχνολογία σκοτώνει το πνεύμα.

(Αυτοί που σκέπτονται έτσι, δεν χρησιμοποιούν ούτε γυαλιά οράσεως; Τεχνολογία είναι κι αυτή!)

Θυμάμαι κάτι συνάδελφους, όταν το 1995 έγραφα στην Καθημερινή για το Internet,  που μου έλεγαν: "Έλα τώρα, μια μόδα είναι. Σε δύο-τρία χρόνια θα έχει ξεχαστεί".

Κι όμως οι κύριοι του Κοντέινερ και όλοι οι ομοϊδεάτες τους εξακολουθούν να κυκλοφορούν αναίσχυντα και να προφητεύουν αβέρτα ηλιθιότητες. Με ύφος.

(Άλλη δικαιολογία για την συμπεριφορά τους δεν βρίσκω παρά οξεία νοητική υστέρηση...)

____________________________________________________

Υ. Γ. Λίγο πριν από μένα είχε ξεκινήσει το blog της η Αριάννα Στασινοπούλου - Huffington. (Γνώριζα τον πατέρα της - είχα επισκεφθεί και το σπίτι τους στην Κέρκυρα). Στην αρχή πηγαίναμε παράλληλα - μάλιστα εγώ είχα πάντα περισσότερα σχόλια. Μετά το ανέπτυξε σε δικτυακή εφημερίδα. Προχθές το πούλησε στην AOL για 315 εκατομμύρια δολάρια...

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 03, 2011

Ημερολόγιο Ανάγνωσης 6


Τρεις ποιητές

Βροχή έρχονται τα ποιητικά βιβλία με το ταχυδρομείο. Πρωταγωνιστεί ο εκδότης Γαβριηλίδης με πολλές, συνήθως καλαίσθητες, συλλογές. (Το περιεχόμενο δεν είναι πάντα αντάξιο…).

Τι να σου κάνουν και οι ποιητές; Η ποίηση δεν γίνεται δεκτή στα βιβλιοπωλεία (εκτός και αν είσαι η Δημουλά) και ο μόνος τρόπος να κυκλοφορήσει είναι τα ΕΛΤΑ.

Έχουμε πολλούς ποιητές – αλλά έχουμε και ασυνήθιστα καλούς. Ίσως είναι το μόνο πια αξιόλογο προϊόν ελληνικής παραγωγής. Αλίμονο, είναι τόσο λίγο εξαγώγιμο…

Διάλεξα τρία πρόσφατα βιβλία που για διαφορετικούς λόγους μου άρεσαν. Υπενθυμίζω για άλλη μία φορά πως η στήλη δεν κάνει κριτική. Σαν ημερολόγιο που είναι καταγράφει εντυπώσεις.


Κώστας Μαυρουδής: Τέσσερις Εποχές (Κέδρος).

Το βιβλίο θα μπορούσε να επιγράφεται: «Σε αναζήτηση του χαμένου χρόνου». Ο χρόνος είναι το θέμα του, η μνήμη το υλικό του. Αναζητάει ψήγματα ανά την Ευρώπη σε μέρη ήσυχα, από εκείνα όπου το τικ τακ του ρολογιού ακούγεται ευκρινέστερα. Λουτροπόλεις, εξοχές, βιβλία, μαθήματα. Και βέβαια οι τέσσερις εποχές κυκλικά εναλλάσσονται αδιάκοπα. Γράφει:


Συχνά ο χρόνος, σαν παλιά ανάγνωση,
κάνει τα γεγονότα συγκεχυμένα,
σχεδόν αφαιρέσεις,
δεν ξέρεις ακριβώς πού ανήκουν:

Υπάρχουν στίχοι μεγάλης δύναμης (κωδωνοκρουσίες άπληστες για χώρο εισέβαλαν στο σπίτι) παλιά πορτρέτα (όπου σαν την κατάνυξη λάμπει μοναχική η μπριγιαντίνη μέχρι σήμερα) και ένας χαρακτηρισμός της Άνοιξης:

τη γιγαντοαφίσα αυτή της χλωροφύλλης
την πομπώδη διαφήμιση του μέλλοντος

Ο γνωστός ποιητής (πολλοί τον ξέρουν και σαν εκδότη του «Δέντρου») προσθέτει στα ώριμα ποιητικά του έργα (Το Δάνειο του Χρόνου, 1989, Επίσκεψη σε γέροντα με άνοια, 2001) άλλον ένα κρίκο που επεξεργάζεται ακόμα λεπτομερέστερα το αιώνιο θέμα του χρόνου και της μνήμης.


Λουκάς Κούσουλας: Ενθύμιον (Γσβριηλίδης).


Δύο δεκαετίες χωρίζουν τον Λουκά Κούσουλα από τον Κώστα Μαυρουδή – και τα χρόνια αυτά φαίνονται στην σοφή, περίσκεπτη, κατασταλαγμένη ποίηση του Κούσουλα. Πιο παραδοσιακή είναι αλήθεια, αλλά καθόλου παλαιομοδίτικη, έχει την αμεσότητα των αρχαίων επιγραμμάτων που τόσο έχουν απασχολήσει τον φιλόλογο και δοκιμιογράφο. Του χρωστάμε ωραίες σελίδες για τον Παπαδιαμάντη, που και στην ποίησή του δίνει συχνά το παρόν.

Ο τόμος «Ενθύμιον» είναι μία επιλογή, μία ανθολόγηση από τον μεγαλύτερο «Ποιήματα» του 2007. Η φύση και ιδιαίτερα τα ψηλά βουνά είναι η εμμονή και η καταφυγή του. Κρίμα που δεν μπορώ να παραθέσω το μεγάλο ποίημα με τίτλο: Κισμέτι δια να ιδώ τʼ αστεράκι (ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ). Οι στίχοι του σχολιάζουν Ελύτη, Σεφέρη, Πλάτωνα, Ηράκλειτο, Έλιοτ – συχνά με πικρό χιούμορ.


Ποίηση γνωμική με μία αύρα ελεγείας. Όπως γράφει στην «Επισημείωση» του τέλους: «Μη μας ξεχνάτε θέλει να πει [το Ενθύμιον] επαναλαμβάνοντας με τον τρόπο του την παλιά παραγγελία: ‘Μάνα μου τα λουλούδια μου συχνά να τα ποτίζεις’».

Στο Ροδάνι

Όπου βρεθώ
Άλλο δεν κάνω
Μόνο τυλίγω
του αποχαιρετισμού
το κουβαράκι.

Ευτυχία Παναγιώτου: Μαύρη Μωραλίνα (Κέδρος)

Τριάντα χρόνια χωρίζουν την Ευτυχία Παναγιώτου από τον Μαυρουδή και πενήντα από τον Κούσουλα. Κι αλήθεια, μιλάει άλλη γλώσσα.

Μία σειρά από ονειρικές-εφιαλτικές εικόνες είναι τα 22 ποιήματα της συλλογής αυτής. Εικόνες δυνατές που από μέσα τους βγαίνει ανθρώπινος πόνος, σκληρός, χωρίς ίχνος μελό.



στοιχειά και λείψανα
διασκεδάζουν
το ποίημα, το ποίημα όταν
δεν έρχεται.

Η ηρωίδα (ή μην είναι πολλές) του ποιήματος είναι γυναίκα. Ανάμεσα σε ηδονή και αρρώστια με τον θάνατο παρόντα ακόμα και στην εικόνα του εξωφύλλου, διάσημη φωτογραφία της Francesca Woodman.

η πληγωμένη, πόσους και γιατί πάντα τους καλούς μαζί της,
ζωντανή η αγάπη θάβει και την αγάπη της.
___________________________________________

Πάντως το βιβλίο της εβδομάδας είναι ένα από τα σημαντικότερα κείμενα του εικοστού αιώνα. Το είχα διαβάσει πριν πενήντα χρόνια σε γερμανική μετάφραση (άργησε πολύ να μεταφραστεί Ελληνικά, ιταλικά καλά δεν ξέρω) το ξαναδιάβασα σε αγγλική. Υπάρχει τώρα και Ελληνικά στις εκδόσεις Άγρα.


Πρίμο Λέβι: Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος. Θα έλεγα ότι κανείς δεν ξέρει τι είναι άνθρωπος, αν δεν έχει διαβάσει αυτό το βιβλίο.