Friday, March 11, 2016

Ο Μαύρος Αετός


Υπάρχουν πολλοί τρόποι, να επικοινωνείς με τον Θεό. Ένας από αυτούς είναι ο χαρταετός.

Την ώρα που έχει σηκωθεί ψηλά – πολύ ψηλά, σημαδάκι στο άπειρο, έχεις την αίσθηση πως τα τραβήγματα και τα τεντώματα στο σκοινί που κρατάς, είναι σημάδια από το επέκεινα.

Σαν να 'σουνα δεμένος με τον άλλο κόσμο, τον πέρα από εμάς. Με μια λεπτή κλωστή, αόρατη, που σε συνδέει με το άγνωστο. Που σου στέλνει, μηνύματα και θείες νύξεις.

Κι αυτή η λαχτάρα ν' ανέβεις πιο ψηλά! Κάποια στιγμή γίνεται ύβρις. Ξεπερνάς τα όριά σου, ο αετός δεν μπορεί πια να σηκώσει το βάρος της καλούμπας και πέφτει.

Χιλιάδες τα κουφάρια και οι σκελετοί - σε σύρματα, σε δέντρα, σε κεραίες τηλεοράσεως. Τεκμήρια προσπαθειών που σχεδόν ποτέ δεν έχουν αίσιο τέλος.

Πόσοι αετοί επιζούν για να γιορτάσουν άλλη μια Καθαρή Δευτέρα; Σίγουρα, πολλοί είναι θύματα της ατζαμοσύνης των νεότερων (που η παλιά τέχνη: ώρες να στρώσεις τα ζύγια!). Αλλά οι περισσότεροι είναι θύματα της φιλοδοξίας.

Πιο ψηλά – ακόμα πιο ψηλά !

Ανάγκη να βρεθούνε πιο κοντά στο Θεό, πιο μακριά από τον εαυτό τους, πιο ψηλά από τους άλλους;

Η μέθη του Διαστήματος, που παρασύρει και απογειώνει τον χειριστή μαζί με το χαρταετό;

Το τέλος είναι δεδομένο. Ίσως είναι και η πρώτη τραγική εμπειρία για κάθε παιδί. Ο μύθος του Ίκαρου παρασταίνεται χιλιάδες φορές κάθε Καθαρή Δευτέρα. Και το θύμα είναι η πρώτη αγάπη ενός παιδιού, που χάνεται επειδή αποτολμά το αδύνατο. Διδαχή τραγωδίας.

Όμως, εκτός από το τραγικό, υπάρχει και το δραματικό στοιχείο. Όχι μόνο αγώνας με τα ανθρώπινα όρια - αλλά και αγώνας με τους ανθρώπους. Ανταγωνισμός μέχρι θανάτου.

Παιδιά, στολίζαμε με ξυραφάκια τις ουρές των αετών. Για να κόβουμε τις καλούμπες (ή και τις ουρές) των άλλων. Και οι πιο επικίνδυνοι αετοί- επειδή ήταν ιδιαίτερα ευέλικτοι και γρήγοροι- ήταν τα "σμυρνάκια". Ιδεώδη για ξυράφια, αλλά δύσκολα στην κατασκευή και στο πέταγμα.

Τώρα έχουν εξαφανιστεί από τους ουρανούς. Είχαν σχήμα αντίστροφης σταγόνας. Ο σκελετός τους φτιαχνόταν από ένα καλάμι λυγισμένο, με ένα πηχάκι οριζόντιο για κόντρα. Ήταν όμορφα, κομψά, όχι σαν τις σημερινές ιπτάμενες τηγανίτες.

Θυμάμαι ένα σμυρνάκι μαύρο, κατάμαυρο. Στη μαύρη ουρά λάμπανε κι αστράφτανε οι λεπίδες. Δεν μάθαμε ποτέ ποιος το σήκωνε. Ξαφνικά εμφανιζότανε ανάμεσα στους αετούς της γειτονιάς και σκορπούσε όλεθρο. Όμορφο σαν άγγελος θανάτου, κομψό κι αγέρωχο, σειόταν, λυγιζόταν, πλησίαζε. 

Έκανε μετά την υπολογισμένη βουτιά του - κι άλλος ένας χαρταετός έπεφτε ακυβέρνητος στο κενό. 

Παιδιά κλαίγανε, μπαμπάδες ψάχνανε για τον ένοχο.

Όμως αυτός άλλαζε στέκι μέσα στα χαμηλά -μονόπατα και δίπατα- σπίτια και ποτέ δεν τον βρήκαμε.

Δεν πειράζει. Πήραμε άλλο ένα δίδαγμα: πόσο οδυνηρό, ανεξήγητο και περίεργα όμορφο είναι το Κακό.


(Κείμενο του 1983 - "Μικρά Βήματα". Εικόνα από το Διαδίκτυο).

62 comments:

  1. Το κείμενο βρίθει αναλογιών. Ειδικά ο μαύρος αετός. Να θυμηθούμε την κυριαρχία των μαζών κατά το μεσοπόλεμο που έφεραν στην εξουσία το απόλυτο μαύρο.

    Υπάρχει βέβαια και άλλος τρόπος να αποδοθεί το μαύρο στη ζωή. Η "Συννεφιασμένη Κυριακή" ας πούμε...

    Μετά τιμής,
    Κάπα

    ReplyDelete
    Replies
    1. Το πρώτο μέρος παρουσιάζει στις αισθήσεις μου τον απεριόριστο θαυμασμό προς την γραφειοκρατία της οικονομικής οργάνωσης. Είμαστε βασανιζόμενοι και τον βασανισμό μας αποκαλύπτουν πολλές από τις σκέψεις μας. Το δεύτερο μέρος, της Συννεφιασμένης Κυριακής, είναι κάτι που νιώθεται φυσιολογικά. Και εκεί φυσικά δεν μπορεί να καταμετρηθεί ένας θαυμασμός ανυπολόγιστος.

      Delete
  2. Μην χαθω στα ουράνια
    κατω μην γκρεμιστω
    μ` ενα νημα με κρατας
    σαν χαρταετο...

    ReplyDelete
  3. Άνετα. Για το τριήμερο που οι περισσότεροι θα απουσιάζουν.

    ReplyDelete
  4. #[...] Θυμάμαι ένα σμυρνάκι μαύρο, κατάμαυρο. Στη μαύρη ουρά λάμπανε κι αστράφτανε οι λεπίδες. Δεν μάθαμε ποτέ ποιος το σήκωνε. Ξαφνικά εμφανιζότανε ανάμεσα στους αετούς της γειτονιάς και σκορπούσε όλεθρο. Όμορφο σαν άγγελος θανάτου, κομψό κι αγέρωχο, σειόταν, λυγιζόταν, πλησίαζε.

    Έκανε μετά την υπολογισμένη βουτιά του - κι άλλος ένας χαρταετός έπεφτε ακυβέρνητος στο κενό.

    Παιδιά κλαίγανε, μπαμπάδες ψάχνανε για τον ένοχο.#

    Tί "ζωγράφισες" αυτού καλέ μας!!!!

    Πόσο λυπάμαι τους τραυματισμένους χαρταετούς που πέφτουν κι δεν είναι σε θέση πια να ξανασηκωθούν (ατζαμοσύνη, ο καιρός ενάντιος κλπ)
    Μα δεν αντέχω-λυγίζει η ψυχή μου- εκείνους τους αιχμάλωτους που κρέμονται για μήνες σε καλώδια ηλεκτροφόρα, με το κεφαλάκι τους κάτω, άλλοτε ακίνητοι και παγιδευμενοι τελείως, άλλοτε να πηγαινοέρχονται στο παραμικρό σείσιμο του αέρα, τρόπαια των κακών πνευμάτων που επιβουλεύονται τη χαρά του ανθρώπου...
    Ώσπου ο καιρός να τους ξεφτιλισει, να τους αποσαθρώσει, παίρνοντάς τους το χρώμα, ύστερα το χαρτί τους.Κι έπειτα ένα σκέλεθρο ν' απομένουν σπαρακτικό για το βλέμμα και σαν παντοτεινό memento mori...

    ReplyDelete
  5. πολυ ωραιο κειμενο...εγω δεν το εχω ζησει..Λιγο μεσα απο τα peanuts και τις ατελεσφορες προσπαθειες του charlie!!

    ReplyDelete
  6. Βλέπω τα νέφη
    να λύνουν
    το δίχτυ

    Μπορώ επιτέλους να δω
    Το φως της Σελήνης
    να σβήνει

    ΑτΕ

    ReplyDelete
  7. Το θαύμα της ανάρτησης θυμίζει την εισαγωγή στην Χημική Κινητική και ιδιαιτέρως τις ασκήσεις που αναφέρουν: Πείραμα 1ο - δεδομένα, Πείραμα 2ο - δεδομένα, Πείραμα 3ο - δεδομένα.

    ReplyDelete
  8. Τι να πω...Καθαρή ποίηση...Και αν κρίνω από την ημερομηνία πρωτο-δημοσίευσης και διαχρονική...

    ReplyDelete
  9. Ο φίλος Τάκης Βασιλόπουλος μου θύμισε έναν άλλον τραγικό αετό: του αιώνια αποτυχημένου Τσάρλι Μπράουν (κόμικ Peanuts) που καταλήγει πάντα να φαγωθεί από το "αετοφάγο δέντρο" (kite eating tree) που τον μασάει κάνονοντας ήχους chomp chomp. Για τον Τσάρλι Μπράουν έχω γράψει ένα δοκίμιο πριν 40 χρόνια. Θα το βρείτε ΕΔΩ

    ReplyDelete
    Replies
    1. απο εσενα εμαθα αυτο το κομικ και το αγαπησα,εζησα πολυ πολυ...

      Delete
    2. Διάβασα και το προτεινόμενο και της μελοποιημένης ποίησης το άλλο: Μελοποίηση - ο Θάνατος και η ζωή της Ποίησης. Εγώ όμως δεν θέλω να είναι ο Νίκος Δήμου ένα σμυρνάκι που θα σφάξει τους Έλληνες με την Ευρώπη.

      Delete
    3. Χριστός κι Απόστολος...

      Delete
  10. Δεν αμόλυσα ποτέ αετό ! Έίμουν μοναχό-παιδί και ο χαρταετός δεν ήταν από τα ενδιαφέροντα του πατέρα μου.
    Διαβάζοντας το κείμενο του Ν.Δ. βλέπω να δίνει τόση γοητεία και "μεταφυσική προέκταση" στο πέταγμα του, που θάθελα να ξαναγίνω παιδί μόνο και μόνο γι αυτό το λόγο.
    Ισως το κάνω και τώρα...
    Πολύ ομορφο κομμάι, σαν ποιήμα !
    Ν.

    ReplyDelete
  11. Αχ εμείς οι παλαιοί... μιλάμε για χαρταετούς. Αλλά τα σύγχρονα παιδιά πετάνε drones - μη επανδρωμένες τηλεκατευθυνόμενες ιπτάμενες συσκευές που σαν λιλιπούτεια ελικοπτεράκια κάνουν ακροβατικά, φωτογραφίζουν από ψηλά και σε ορισμένες περιπτώσεις ...δολοφονούν. Δεν είναι επιστημονική φαντασία, υπάρχουν στα μαγαζιά και είναι προσιτά. Στον κατάλογο που μου έστειλε ο "Πλαίσιο" οι τιμές ξεκινάνε από 39.90€ και ένα πληρες με δυνατότητα φωτογράφησης πάει λίγο πανω από 100!

    Και δεν χρειάζεσαι ούτε αέρα, ούτε καλούμπα ή ζύγια...

    ReplyDelete
    Replies
    1. Στο χωριό -μου διηγούνται- την δεκαετία του ΄60 πως και πως περίμενε η πιτσιρικαρία να έρθει η ώρα του προεκλογικου αγώνα. Έτρεχαν και κατέβαζαν τς αφίσες των βουλευτών στο πι και φί. Και σε λίγη ώρα οι βουλευτές ...ανυψώνονταν με ...ουρά στον ουρανό!!!
      Βλέπεις τότε δεν υπήρχε και κατάλληλο χαρτί μα και αν ακόμα υπήρχε ήταν δυνατόν να αγοραστεί από τους περισσότερους.

      #τα σύγχρονα παιδιά πετάνε drones#
      Η διαφορά όμως είναι Νίκο πως ο χαρταετός που υψώναμε [ανοίγει παρένθεση: μονάχα σαν τριαντάρησα κι απόχτησα παιδιά κατάφερα να πετάξω χαρταετό! Σαν παιδί σκέτη αποτυχία ήμουν. Πότε ήταν βαρύς .Πότε δεν κατάφερνα να τον ζυγίσω και όλο έφερνε τούμπες σαν βουρλός. Πότε τονα πότε το άλλο... Κλείνει παρένθεση] ήταν μια διακισία αφιερωμενη στην έγνοια ΝΑ ΠΕΤΑΞΕΙ Ο ΑΕΤΟΣ! Το σκοινί που μας ένωνε , η δύναμη του αέρα και τα τραντάγματα που έφταναν ως το χέρι, το περήφανο πέταγμά του ΠΟΥ ΒΛΕΠΑΜΕ ΕΚΕΙ ΨΗΛΑ είναι άλλο πράγμα από τα θαυμαστά, για τις φωτογραφήσεις και άλλες εφαρμογές ,drones τα οποία πετουν ΓΙΑ ΝΑ ΒΛΕΠΟΥΜΕ ΑΠΟ ΨΗΛΑ...
      Όπως είναι άλλο να χαζεύεις το αεροπλάνο κι αλλο να κοιτάζεις από αυτό τη γή.

      Delete
    2. Μην νομοίζεις πως στα σημερινά παιδιά δεν αρέσει ο χατραετός.. Το αντίθετο. Τα εγγόνια μου τον αμολάνε ανεξάρτητα εποχης και το χαίρονται πολύ. Άλλο που μαζεύουν λεφτά στον κουμπαρά τους για να αγοράσουν κάποια στιγμή και ένα drone. Το παλιό κλασσικό παιχνίδι ασκεί πάντα την γοητεία του.
      Ν.

      Delete
  12. @Nikos Dimou
    2016-03-11T17:25:00+02:00

    > Και οι πιο επικίνδυνοι αετοί- επειδή ήταν ιδιαίτερα ευέλικτοι και γρήγοροι- ήταν τα "σμυρνάκια". Ιδεώδη για ξυράφια, αλλά δύσκολα στην κατασκευή και στο πέταγμα.

    > Τώρα έχουν εξαφανιστεί από τους ουρανούς. Είχαν σχήμα αντίστροφης σταγόνας. Ο σκελετός τους φτιαχνόταν από ένα καλάμι λυγισμένο, με ένα πηχάκι οριζόντιο για κόντρα. Ήταν όμορφα, κομψά, όχι σαν τις σημερινές ιπτάμενες τηγανίτες.

    Τσερκένι:

    Σμυρναίικος χαρταετός, σε σχήμα ημικυκλίου στο πάνω και ημιρόμβου στο κάτω μέρος του. Οι Ερυθραιώτες τον ονόμαζαν πιο συχνά σμυρνάκι. Στον ουρανό της Νέας Ερυθραίας βλέπαμε να πετούν τέτοια τσερκένια και σμυρνάκια ως τις αρχές της δεκαετίας του 1970, κατασκευασμένα από Νεοερυθραιώτες. Σήμερα αμφιβάλλουμε αν θυμάται πια κανείς τον τρόπο κατασκευής τους.

    Κοσμάς Πολίτης, «Στου Χατζηφράγκου»:

    Είδες ποτέ σου πολιτεία να σηκώνεται ψηλά; Δεμένη από χιλιάδες σπάγγοι ν' ανεβαίνει στα ουράνια; Ε, λοιπόν, ούτε είδες ούτε θα μεταδείς ένα τέτοιο θάμα! Αρχινούσανε την Καθαρή Δευτέρα —ήτανε αντέτι— και συνέχεια την κάθε Κυριακή και σκόλη, ώσαμε των Βαγιών. Από του Χατζηφράγκου τ' Αλάνι κι από το κάθε δώμα κι από τον κάθε ταρλά του κάθε μαχαλά της πολιτείας αμολάρανε τσερκένια. Πήχτρα ο ουρανός! Τόσο, που δε βρίσκανε θέση τα πουλιά.

    ReplyDelete
    Replies
    1. Νιώθω να θέλω μέσα στις λέξεις του Πολίτου (ήφεξε, ήπιασε) να τοποθετήσω, να παρεμβάλλω, σαν διαρκές φόντο και ουσία χειροπιαστής -να μην το πω πιο πολύ αυτό- ευτυχίας, τα εξής:
      1. έναν μεγάλο μαύρο ωκεανό με μυρωδιά τσιχλόφουσκας (και μάσημα από δόντια παιδικά, όχι χαλασμένα)
      2. την ίδια την μυρωδιά τσιχλόφουσκας ενού μεγαλού μαυρού ωκεανού (δεν πειράζει να διορθώνω)
      3. έναν μαύρο ωκεανό με πολύ φωτεινά, κυανά αστέρια
      4. δύο αγόρια βρυκόλακες (μαυροντυμένα, σεμνόπρεπα, απλά, τρυφερά, αιματηρά, διαιώνια βρυκολακώδη αγόρια δύο) και που πετάνε σμυρνάκια με σπαγκάκια και φιλάκια και τις σκιες τους
      5. το κίτρινο φως των λαμπτήρων (πυρακτώσεως) μιας ευτυχισμένης νύχτας, δροσερής
      6. το φως το κίτρινο μιας ευτυχισμένης, δροσερής, ίσως και ξύλινης, χαραμαδένιας νύχτας.
      Δεν βαριέσαι. Ο έρωτας σου είναι απάτη. Όλοι σας είσαστε ίδιοι. Όλοι λέτε τα ψέματα: "δε βρίσκανε θέση τα πουλιά". Θα φάω σοκολάτα και δεν θα πειραματιστώ με τίποτα/τίποτε απολύτως. Και ούτε που θα σε αγαπώ ξανά. Για να μάθεις!

      Delete

  13. Θυμήσου το χαρταετό
    Που ρίχναμε στον ουρανό
    Κι’ανέβαινε κι’ανέβαινε
    Στα σύννεφα στ’αστέρια
    Και τρέμαν με συγκίνηση
    Τα παιδικά μας χέρια

    Όμως περάσαν οι καιροί
    Και σβήσανε τα γέλια
    Κι’αγάπες και χαρταετοί
    Εγίνανε κουρέλια

    Με το μικρό χαρταετό
    Πηγαίναμε στον ουρανό
    Κι’ανέβαινες κι’ανέβαινα
    Με την πνοή τ’αγέρα
    Απ’ τ’όνειρο ψηλότερα
    Κι’απ’τη ζωή πιο πέρα

    (Πυθαγόρας)

    ReplyDelete

  14. Κάτι παιδιά στο περιγιάλι
    φτιάξαν έναν χαρταετό
    με εφημερίδες του μπακάλη
    καλάμια από τον Κηφισό

    Γράψαν με κόκκινο μελάνι
    με ματωμένα κεφαλαία
    όσα η ζωή τους είχε κάνει
    κι όσα απωθούσε η παρέα

    Διεύθυνση βάλαν ουρανός
    κι’ έφυγε ο χαρταετός
    αποστολεύς ένας φτωχός
    και παραλήπτης ο Θεός

    Τον βρήκαν κάτι σφουγγαράδες
    στο πέραμα την Κυριακή
    Είχε μπλεχτεί στις καμινάδες
    μιας αποθήκης με ρακί

    Πίναν ρακί οι σφουγγαράδες
    και το διαβάσαν ως θα φέξει
    βουρκώνανε σε κάθε λέξι
    και μουτζουρώναν τις αράδες

    Σε λάθος χέρια δυστυχώς
    έπεσε ο χαρταετός
    αποστολεύς ένας φτωχός
    και ο παραλήπτης πιο φτωχός

    Πήγαν στ’ αφέντη τους την πόρτα
    και τον πετάξαν βιαστικοί
    Μέσα γιορτή είχαν και φώτα
    και παίζαν τζαζ οι μουσικοί

    Τον βρήκανε οι καλεσμένοι
    και πως γελάσανε οι κυρίες
    που είχε ανορθογραφίες
    και στο μικρό περισπωμένη

    Άτυχος ο Χαρταετός
    τον κάψανε σε μια γωνιά
    αποστολεύς ένας φτωχός
    και παραλήπτης η απονιά

    (το τραγουδούσε ο Χατζής)

    ReplyDelete
  15. ντύνομαι κόλες και χαρτί
    και βλέπω τ’ όνειρό σου
    εσύ θα είσαι το σχοινί
    κι εγώ ο χαρταετός σου

    ReplyDelete
  16. Είναι καλύτερα ανώνυμα
    γλιτώνεις και τις σαλταριές
    που σα σμυνέικο χαρτόνι
    πετάει και δίνει χαρακιές

    ReplyDelete
    Replies
    1. Ο Λύκος μου χρ(ε)ωστεί χάρη. Διότι δεν ξέρει αν πρέπει να σκεφτεί τύπου "σε τι χρειάζονται οι πλούσιοι" ή αν θα πρέπει να ζήσει τα δικά του. Ούτε ξέρω ποιος είναι ούτε με νοιάζει. Έκανα μόνο το καθήκον μου. Είναι: να ξέρουμε ότι ένα παιδί στα 13 χρόνια του μπορεί να διαβάσει μαθηματικά, ειρηνικά και ελεύθερα και να ελπίζει σε αυτά και στο μυαλό του και στην ορατή ευτυχία του μέσα στην πατρίδα του. Η συζήτηση-προτροπή σε κατάθλιψη -για να μην πω: σε απόκοσμη άνοια- εξ αφορμής φανταστικών αριθμών επιβαρύνει και το παιδί και την πατρίδα. Και δεν μπορούμε να συγκρίνουμε το υγιέστατο παιδί με το καθηγητιλίκιον των πανεπιστημίων και να το ανακηρύξουμε προβληματικό. Πρέπει να μπορούμε σχεδόν ανέμελοι να έχουμε την δύναμη να κινηθούμε μέσα στο χώρο μας και έξω, στον δρόμο το λιγότερο. Όπως ο κύριος δήμου διασχίζει τον δρόμο της άλλοτε πορς και μπαίνει στο σπίτι. Και δεν μπορούμε να μην υποπτευτούμε ποτέ ότι ένας άλλος άνθρωπος ίσως να μην νιώθει καλά ούτε τα πόδια του να πάρει. Δεν θα συγκρίνουμε τη ζωντανή ζωή με τον θάνατο. Το παθαίνουμε χρόνια πολλά και πρέπει να τελειώσουμε με αυτό. Και δεν θα βρούμε αφορμή τους (δυτικούς) φανταστικούς αριθμούς για να πούμε ότι δεν πρέπει να νιώθουμε καλά και να μην είμαστε σκλάβοι της ακινησίας στην σκλαβιά (πού δυτικοί; στο Αιγαίο; στις πεταλίδες; στις σμέρνες-σμυρνάκια;).
      Και όποτε ο Λύκος επιθυμεί μπορεί να ξαπλώσει στο κρεβάτι μου, ή και πάνω στο σώμα μου, και να τον τελειώσω με την παλάμη και τα δάχτυλα και το στόμα μου και να φιληθούμε υγρά, αληθινά. Να χύσει τα δάχτυλα και τη μύτη μου από Αίγυπτο σε Αίγυπτο· εκσπερματώσεις αναψυχής σε κάθε Νείλο, με κάποιο ποταμόπλοιο ακυβέρνητο - σχεδόν. Αρκεί να μην είναι πετσί και κόκαλο το σώμα του και το μυαλό του να μην κινείται επιθετικά στα φυσιολογικά. Όλα για την Φιλολογική Επιστήμη. Κάτι χρήσιμο θα μάθω. Ξεφτιλίζεται εκείνος που βρίζει και που δέρνει.
      Αν δεν με θέλει ερωτικά; Ας με παρατήσει και ας μη με βασανίζει με ονόματα. Δεν είμαι για παιχνίδια πονηρά· του μίσους. Μόνον κρεβατάκι, σκοτάδι, ημίφως, φιλάκια στόματος, σαρκώδης στύση, επανάληψη, αγκαλιά, φιλάκια πλάτης. Και βλέπουμε.
      Αν μιλάμε για τον Λύκο. Κακοί πούστηδες με κυνηγούν -έξω και στο δίκτυο- και δεν πρόκειται να ξαναπώ. Δεν τους θέλω. Και δεν θα βάλω όνομα για να ψυχοπλακωθώ να νομίζω πώς εγώ-είμαι. Εγώ δεν είμαι. Το λέει και ένα ποίημα.

      Delete
  17. Το σμυρνάκι είναι λέξη μαγική. Αισχρή και ωραία, με το σύμφωνο μι του Σύμπαντος. Αλλά είναι και της καταστροφής. Με καράβια ναυαγισμένα μέσα στα νερά της νύχτας και ναυαγισμένα φώτα της στεριάς και φωτιές ναυγισμένες και αστέρια ναυαγισμένα και αστέρια νυχτωμένα, ξενυχτισμένα, φλεγόμενα, καιόμενα. Το σμυρνάκι είναι ένα βαθύ καντηλάκι στη σκοτεινιά της εκκλησίας...

    ReplyDelete
  18. Λυπάμαι που βλέπω λίγα σχόλια γιατί νομίζω ότι θα οδηγήσουν τον κ. Δήμου να κλείσει το μπλογκ

    ReplyDelete
    Replies
    1. Αναμενόμενο με το τριήμερο. Καρναβάλι και Κούλουμα!

      Delete
  19. Μας αδικεί ο οικοδεσπότης.
    Και επειδή δεν είμαι της ποίησης, ένα τραγούδι τέλη 60's, χαρακτηριστικό τη εποχής και σχετικότατο με το θέμα.

    I will fly a yellow paper sun in your sky
    When the wind is high, when the wind is high
    I will float a silken silver moon near your window
    If your night is dark, if your night is dark

    Φαντάζομαι τί πέρνανε για να γράφουν αυτά

    Ακούστε το, αριστούργημα

    https://www.youtube.com/watch?v=rQAm4wcK0vo

    ReplyDelete
  20. Ξέρει κανείς να μας πει πώς ξεκίνησε το έθιμο να πετάμε χαρταετό την Καθαρά Δευτέρα; Ακόμα και να το ήξερα κάποτε, τώρα το έχω ξεχάσει.

    Στα παιδικά μου χρόνια δεν ενθουσιαζόμουνα και τόσο, ισως επειδή δεν συμμετείχα - ηταν πιο πολύ 'δουλειά' του πατερα μου και της μεγαλύτερης αδερφής μου. Μου αρεσε όμως η βόλτα ως τα κοντινά Τουρκοβούνια γιατί συναντούσαμε πρόβατα και κατσίκια. Είχα την εντύπωση ότι είχαμε πάει σε χωριό, ενώ είμαστε δίπλα.

    Όταν μετά από χρόνια ξαναπήγα στην ίδια τοποθεσία για να πετάξουμε αετό με τα παιδιά μου, πλήρης απογοήτευση. Παντού παρκαρισμένα αυτοκίνητα και τόσος κόσμος που επρεπε να ψάξουμε για να βρούμε μια θεσούλα να πετάξουμε τον δικό μας.

    Τώρα που σχεδόν γεράσαμε, μας καλούν κάθε χρόνο την Καθαρή Δευτέρα
    κάποιοι φίλοι μας και προυπόθεση για να καθήσουμε στο τραπέζι και να γευτούμε τις σαρακοστιανές λιχουδιές, είναι να πάμε στο απέναντι οικόπεδο και να πετάξουμε αετό. Φέτος εύχομαι να βρέχει!

    Καλα Κούλουμα σε όλους!

    ReplyDelete
    Replies
    1. Έχουμε και του Νίκου Καρούζου:

      ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ΤΗΣ ΠΤΗΣΕΩΣ
      Ήμουνα τόσα χρόνια στο αεροπλάνο νοσοκόμος
      πυραχτωμένος απάνω σε εκατοστά βηματίζοντας
      αιώνες εκθαμβωτικός εγώ ο ασπροκίτρινος
      ο άπληστος από άνθηση ισορροπιστής ανάμεσα
      σε τροχιές γερακιών και κοράκων
      εξέχοντας ως θηλή θανάτου κατά το Άναυδο
      φανοστάτης η γλώσσα πόσο φως που μηρύκαζε
      νωτιαίος θεός συγκρατούσε τα γέλια του
      με των άστρων το ρεζιλίκι
      πλάνητες βαρυδαίμονες κολλούσαμε τη μύτη μας
      στα χνωτισμένα τζάμια του φλεγόμενου παράδεισου
      δε βλέπαμε παρά μονάχα του Ολύμπου τον ανάπηρο
      να παίζει κλαίγοντας με το φυσερό του
      σε τσουχτερό κι αδάκρυτο καταχείμωνο ο παλιόγυφτος
      τον είδες; - πάει με το σάλιο του ο γελοιοδέστατος
      να πάψει να στομώσει τη φωτιά που άναψε μόλις.

      Delete
    2. #[...]ο παλιόγυφτος#
      Ω, ρε Νίκο Καρούζο τί θα πάθαινες καλέ μου άμα -τολμούσες- καιζούσες ακόμα...
      Εδώ μια Κική Δημουλά μίλησε για το ...παγκάκι του ποιητή που δεν βρίσκει ησυχία και καταλαγή στην Κυψέλη κι έπεσαν να τη φάνε οι Κερβεραίοι των [τάχα] "δικαιωμάτων"...
      Να μη σου πω ότι μέχρι και στη Χάγη θα μπορούσα να σε δω να λογοδοτείς. Κι ας ισχυριζόσουν -Ο ΤΑΠΕΙΝΟΤΑΤΟΣ ΚΑΙ ΠΕΝΗΣ- τα περί "ποιητικής αδείας" δόλιε μου Κυανέ, που έπαιξες πιάνο με τα πλήκτρα της γραφομηχανής σου, κι έγραψες τ' όνομά σου στο νερό...

      Καλύτερα που έγινες χαρταετός και πέταξες λοιπόν. Χωρίς καλούμπα προς τα 'κει "Πάνω"...

      Delete
    3. Οι στίχοι: "ήμουνα τόσα χρόνια στο αεροπλάνο νοσοκόμος πυραχτωμένος απάνω σε εκατοστά βηματίζοντας" -και πολύ τέλειοι- λέγονται ίσως, με τον τρόπο του μάγκα, ή του ρεμπέτη, κατά τον διάδρομο του νοσοκομείου τελείως ελεύθερα, από έναν απελπισμένον άνθρωπο, πρώην επιβάτη, σε άναυδη αδελφή νοσοκόμα, ξανθή, σοβαρού προσώπου, μεγαλόστηθη τάχα. Εννοούν ίσως: "δεν είμαι του πεταματού! Νοσηλευτής της ζωής είμαι και εγώ και θέλω -ανάγκη της ζωής- να σε αγαπήσω". Οι στίχοι: "αιώνες εκθαμβωτικός εγώ ο ασπροκίτρινος ο άπληστος από άνθηση ισορροπιστής ανάμεσα σε τροχιές γερακιών και κοράκων"- είναι ίσως διαδικασία πολύ προχωρημένη και που δεν εμποδίζεται καθώς ανερχόμενη ξεχύνεται. Η ομιλία μπορεί να είναι πτήση του πουλιού προς τη θηλή της νοσηλεύτριας ζωής. Κανένας δεν ξέρει τέτοια πράγματα.

      Delete
  21. Γιατί τόσο πολύ με όνειρο
    να μοιάζουν άραγε
    οι πεθαμένες
    αναμνήσεις;

    Τι το δικό μου έχουν πια
    και πρέπει άραγε
    να τις θυμάμαι
    ακόμα;

    ΑτΕ

    ReplyDelete
  22. Πολύ ενδιαφέρον άρθρο.

    ReplyDelete
    Replies
    1. Υπάρχει ένα ακόμη συναφές ποίημα προς το λαμπρό ποίημα του κ. Δήμου. Είναι οι χαρταετοί του Ανδρέα Εμπειρίκου. ΕΔΩ.

      Delete

    2. "[..] ΚΑΛΑ ΛΕΟΝΑ ΝΟΛΑ ΠΥ που ερμηνεύονται ως αναγραμματισμός της φράσης
      «Έλκουν λαόν απαλά»
      αλλά και
      «Κόλπο, άλαλε Αυνάν!»

      [Σωκράτης Τιτούρης, Αναγραμματισμοί στα ποιήματα του Ανδρέα Εμπειρίκου, Πόρφυρας, τ. 127 ]

      Delete
    3. Το πληκτρολόγησα τότε που το αποστήθιζα:

      Ανδρέας Εμπειρίκος

      Πτερά του Μοντεζούμα

      Εδώ και πάρα κάτω
      αδέσποτα ουρλιάζουν τα σκυλιά
      όμως ακούονται και άλλες φωνές
      εξαίσιες φωνές που ψάλλουν
      δεύτε τριφύλλι λάβετε
      και μυρωδάτη γόμα
      λάμες και πούμες του Περού
      του Εκουαδώρ γεράκια
      ω υψηλοί λαιμοί και πόλεις
      πόλεις που κλείνουν τις πύλες των τα βράδια
      όπως τα πέταλα τα ντροπαλά λουλούδια
      και πόλεις πάντοτε ανοικτές σαν δεκτικές γυναίκες
      Μέχικο Πουέμπλα Βερακρούθ
      με υψηλούς τοτεμικούς ιστούς
      και με φυλές του Γιουκατάν
      και με φυλές των Μάγια
      με μάγια μαγικά της μαγγανείας
      του Μίταλ Ούξμαλ Τσίχεν-Ίζα
      ω χώρες του ήλιου και των χυμών της γης
      χώρες βαθύκολπες με όρθιους μαστούς
      με φύλλα στο φύλον σας από peyote
      και ακόμη πάρα πέρα
      ω Σάντα Φε ντε Μπογκοτά Λίμα Μοντεβιδέο
      Μπραζίλ – όχι Μπραζίλια μα, Μπραζίλ –
      χώρες πυκνόφυτες σαν δόντια αλιγατόρων
      ω χώρες αμαζονικές
      με καβαλλάρηδες και αμαζόνες
      σε επελάσεις βραδινές σε πάμπες και λειβάδια
      (ω ιππασίες πρωινές στο δάσος της Βουλώνης
      όπερα όπερα του Παρισιού
      και αψίδες των θριάμβων
      με ντίβες λευκές και κυκνικές
      με Πικασσό και χορευτές Νιζίνσκυ)
      ο Μοντεζούμα πάει και αυτός
      πάει και αυτός
      καβάλλα σ’ ένα poney
      με παραστάσεις δεξιά κι αριστερά γιαγουάρους
      με υπόκρουσι από καιρού εις καιρόν με μουσική των Καγκασέρος
      ο Μοντεζούμα πάει και αυτός
      του Ατλαντικού διαβαίνοντας καβάλλα τις πραιρίες
      με μια παιδίσκη καθιστή στου ζώου τα καπούλια
      με μια παιδίσκη με γυμνά βυζιά
      (ω Μινεχάχα – Γελαστό νερό)
      ο Μοντεζούμα πάει
      με χαϊμαλιά στο στέρνον του
      και με πτερά στην κόμη
      ο Μοντεζούμα πάει
      απ’ τα υψίπεδα του Μεξικού
      στους κάμπους της Ευρώπης
      έχοντας κάτι στη θωριά
      που ενθυμίζει Άη-Γιώργη
      λέγοντας λόγια μαγικά
      λέγοντας «Κουτζαλκότλ»
      ενώ οι καρδιές ευφραίνονται
      στην δόξα του μεσημεριού
      στην δόξα των Αζτέκων
      ο Μοντεζούμα πάει
      λαλώντας τραγουδώντας
      και κάθε τόσο ψέλνοντας
      κάτι που μοιάζει με Αλληλούια
      με ένα τριφύλλι στην καρδιά
      μ’ ένα κοντάρι στο δεξί του
      κ’ ενώ η αίγλη μιας φυλής
      στα άσπρα του δόντια λάμπει
      και απ’ της παιδίσκης τους μαστούς
      δυο πέρλες γάλα στάζουν
      νάτος σε λόφον έφτασε
      σε λόφον ανεβαίνει
      στήνει κατάρτι στην κορφή
      και πάνω απ’ όλα υψώνει
      έναν αετό δύο λωτούς
      και μια στιλπνή πεντάλφα.

      Delete
    4. Αχ η απέραντη φαντασία του Εμπειρίκου. Αγκαλιάζει τους απαίσιους Αζτέκους (δεκάδες χιλιάδες ανθρωποθυσίες σε κάθε τελετή - όπου ξερίζωναν την ζωντανή καρδιά από το στέρνο) ανασταίνει το Μοντεζούμα (θύμα του Κορτές) τον παντρεύει με την Μινεχάχα (που δεν σημαίνει γελαστό νερό - αλλά γρήγορο νερό ή καταρράκτης) ηρωίδα του Λονγκφέλοου από την φυλή των Ντακότα της Βόρειας Αμερικής και τον στέλνει στην Ευρώπη...

      Delete
    5. Δεκάδες χιλιάδες σε κάθε τελετή;

      Delete
    6. Ναι - στην την τελευταία τελετή, που έχουμε μαρτυρίες ισπανών (διασταυρωμένες) θυσιάστηκαν 20.000 νέοι. Αλλά και τα δικά τους κιτάπια (εικονογραφημένα σαν κομικς) για χιλιάδες μιλάνε...).

      Delete
    7. Και το ποίημα και τα δύο επεξηγηματικά σχόλια είναι φτιαγμένα με αποκαλυπτική και λυτρωτική χρήση της Γλώσσας. Δεν υστερεί το μεν ως προς τα δε. Αξιοθαύμαστα και συγκινητικά.

      Delete
  23. Σπουδαστήριο ποιητικού λόγου έγινε το blog. Λίγα αλλά κορυφαία τα σχόλια.

    ReplyDelete
  24. Τα κείμενα του Ν.Δ. προσφέρουν γνώση ευκαιρία για σκέψη αλλά και χαρά γιατί είναι ποιητικά! Αλλά και τα σχόλια σήμερα λίγα όμως εξαιρετικά!
    Σκέψεις για κλείσιμο του blog απαγορεύονται. Συμφωνείται;

    ReplyDelete
    Replies
    1. Ανώνυμε, όσο αντέχω θα το κρατήσω...

      Delete
  25. " ... μαύρο, κατάμαυρο. Στη μαύρη ουρά λάμπανε κι αστράφτανε οι λεπίδες ... "

    http://doncat.blogspot.gr/2006/06/blog-post.html

    k2825

    ReplyDelete
  26. Καλημέρα σε όλους!
    Δευτέρα καθαρή και βροχερή. Όμως εμείς πετάξαμε το αετούς μας!

    Π.

    ReplyDelete
  27. Είτε βρέχει
    Είτε δεν βρέχει
    Ίδια κελαιδούν
    Τα πουλιά.

    ReplyDelete
    Replies
    1. Από το κλαδί πέφτει νεκρό το πούλι
      δίχως τον εαυτό του μια φορά να οικτρή

      D.

      Delete
    2. (διόρθωση)

      Παγωμένο πέφτει νεκρό από το κλαδί το πούλι
      δίχως τον εαυτό του μια φορά να οικτρή

      D.

      Delete
    3. Αυτή την οικτρή λέξη "οικτρή" (εννοείτε οικτρεί - "να οικτρεί" γράφετε, άρα ρήμα) που την βρήκατε; Προφανώς εννοείτε να οικτίρει...

      Delete
    4. A small bird will drop frozen dead from a bough,

      without ever having felt sorry for itself.

      D.
      H Lawrence : selected poems



      Delete
  28. Ξύπνησα από το πολύ φως. Ξημέρωσε, σκέφτηκα. Αλλά ο διακόπτης ήταν κλειστός. Σε λίγο άρχισε μια θεομηνία που δεν έχουμε ξαναζήσει στη Λευκωσία. Το σπίτι έτριζε από τους κεραυνούς και τις αστραπές, ο αέρας διέλυε τις τέντες και τα μεταλλικά μπρακέτα χτύπαγαν... μελωδικά τους τοίχους, ενώ η βροχή ή μάλλον το χαλάζι, έπεφτε στα κεραμίδια με τόση δύναμη που νόμιζα ότι μας πυροβολούνε. Κοιτάζω το ρολόι, τέσσερις το πρωί. Ήλθε κι ο Μπουτς στα πόδια μου. Φοβήθηκα ότι θα μας κατουρήσει από την τρομάρα του και έκανα το λάθος να βγούμε έξω. Τέτοιο χαλασμό είχα να δω και ν΄ ακούσω χρόνια! Επιστρέψαμε λες και μας είχανε πετάξει σε πισίνα. Ανέβασα τα υπολείμματα από τις ηλεκτρικές τέντες, στέγνωσα το σκυλί με το πιστολάκι, άνοιξα το μεγάλο εξώφυλλο κι άραξα για να χαρώ την αντάρα που δυνάμωσε όσο μπορούσε. Προς στιγμήν μου φάνηκε ότι είχε κίνηση ο δρόμος και αναρωτήθηκα... Τελικά ήτανε τα... καπάκια από τους σπουπιδοτενεκέδες που κάνανε αγώνες δρόμου πότε προς τη μια μεριά και πότε προς την άλλη.

    Θύμαμαι έναν τέτοιο καιρό στο χωριό της γιαγιάς όπου είχαμε πάει για να πετάξουμε έναν μικρό αγορασμένο μπλε χαρταετό. Ζυγισμένο, ανθεκτικό, τέλειο. Ανέβαινε, έφερνε τούμπα από τον πολυ αέρα, τον κατεβάζαμε προσθέταμε κομμάτια από πλαστικά τσουβάλια λιπασμάτων και βάλε και ξαναβάλε και στο τέλος ανέβηκε στα ουράνια, προς τη ράχη ψηλά (ήταν ο μόνος που... τόλμησε), με μια ουρά όσο δυο σπίτια ύψος κι όπως απομαρκυνότανε, σε λίγο βλέπαμε μονάχα την ουρά. Ο σπάγκος έκοβε τα χέρια μας και αφήναμε και αφήναμε, βάλαμε και δεύτερο και τρίτο και όσα είχανε απομείνει από το καλοκαιρινό βελόνιασμα του καπνού, και την άκρη τη δέσαμε σε ένα γερό κλαδί από ελιά για να μη μας φύγει. Πάρε και εσύ να τον κρατήσεις, μου λένε. Κράτα τις φούχτες κοντά στη μέση, αλλά εγώ έπιασα τις άκρες, το κλαδί έσπασε και ο μπλε χαρταετός ακόμη πάει...

    Πολλά φιλιά σε όλους,
    Κάπα

    ReplyDelete
  29. Με ή χωρίς χαρταετό, με ή χωρίς βροχή, εύχομαι καλή σαρακοστή στη σύναξη των ποιητών!

    ReplyDelete
    Replies
    1. Ούτε μαρμελάδα ούτε φρυγανιές ούτε υποδήματα. Αφετηρία ύποπτη η ελίτ. Η ελιτ αν αποφασίσει να με χλευάσει ή να με περιπαίξει μπορεί το παιχνιδάκι της να ξεκινήσει από την πρώτη της λέξη. Και ίσως να τα δεχτώ αν έχω γρίπη, με γεύση αυγού από το στομάχι ίσως, με παράδοση στα πουλιά των αγοριών -όχι όλων- με πόνους στο τέλος της γρίπης. Τίποτα δεν θα μου συνέβαινε αν δεν ήταν η δικιά μου, τηλεπαρουσιάστρια, αρμένισσα, πλάσμα της ζημιάς, καθαρή ακαθαρσία, κι αν δεν έφευγε να πάει σήμερα στο κανάλι και να με αφήσει μόνον. Τα λάθη της στη σχέση αυτή είναι καταστροφικά.

      Delete
  30. Κοιμήθηκαν τα παιδιά? Πέσατε σε κώμα οι υπόλοιποι απο τη «νηστεία» της Καθαράς Δευτέρας, μισό Eνυδρείο του Περθ ανά άτομο? Οκ, βγαίνω!

    Για τριήμερο Καρναβάλι-Καθαρά Δευτέρα, με τον έρωτα της τότε ζωής μου, κατεβάσαμε σχέδιο για να είμαστε μαζί. Τα αγόρια δεν είχαν πρόβλημα, τα κορίτσια όμως τα είχαν οι πατεράδες σε στενό κλοιό. (Ευτυχώς που δεν υπήρχαν gps, γιατί θα με έβαζε ο πατέρας μου να καταπιώ πέντε-δέκα, να είναι σίγουρος!). O Ρωμαίος μου (ο κατά τον πατέρα μου «ύποπτος ανταρτόπληκτος/ χλεχλές» που «σαν πολύ θάρρος είχε πάρει») θα πήγαινε υποτίθεται σε φίλους του στη Θεσσαλονίκη, κι εγώ στο σπίτι της (ορμηνεμένης) κολλητής μου με τους γονείς της. Αλλά –μουάχαχα- θα κατεβαίναμε Πάτρα οι δυο μας, σε φίλους του, χωρίς να το ξέρει κανείς.

    Στην εθνική-καρμανιόλα με το ντεσεβουδάκι του λοιπόν, με χίλιους γλυκούς αντιπερισπασμούς δεξιά κι αριστερά στον λεβιέ των ταχυτήτων, κάναμε 100 ώρες αλλά φτάσαμε. Μαγική εποχή, χωρίς κινητά πραγματικά άνοιγε η Γη και σε κατάπινε, λογαριασμός σε κανέναν! ‘Ολο το διήμερο πέρασε με γλέντια, στολές, ποδαράδες, τραγούδια, μεθύσια -οι άλλοι, εγώ πορτοκαλάδα μπλε εννοείται- την παρέλαση με «πλαστικές» στολές και κάτι άρματα της συμφοράς, ψιλόβροχο, χρυσόσκονη που την βγάζαμε απ’όπου μπορεί να φανταστεί κανείς, κι επιστημονικά πειράματα: Πόσο μπορεί να «κουνελιάσει» ένα ζευγάρι μέχρι να βγει επιτέλους να φάει κάτι - εκτός από σερπαντίνα!

    Τόσο χάι που είμασταν, πετάει την άλλη τρομερή ιδέα ο τύπος, ν’αφήσουμε τους φίλους του και να πάμε αξημέρωτα στο εξοχικό των γονιών του εκεί κοντά, που θα ήταν άδειο! «Και δεν πάμε?» (η ερώτηση-εισαγωγή σε όλα τα θρίλλερ). Ωραία η νιότη, όσο ο μετωπιαίος λοβός είναι όλα «στον π@#$ του λουλούδια», είσαι άτρωτος, με πλήρη άγνοια κινδύνου! Πώς δεν στουκάραμε έτσι που οδηγούσαμε, πώς δε μας βρήκαν σε κάνα χαντάκι με τόσο ξενύχτι που αλλού πατάγαμε κι αλλού βρισκόμασταν, πώς δεν μας έσφαξαν έτσι που εμπιστευόμασταν όλον τον κόσμο...

    ReplyDelete
  31. Φτάνουμε με την ανατολή, σ’ένα εξοχικό κλειστό όλο το χειμώνα: αράχνες, σαρανταποδαρούσες και σκόνη... αδερφάκι μου! Και κρύο, υγρασία, ούτε σεντόνια δεν είχε. Αλλά μες την τρέλλα μας, όλα θα τα καταφέρναμε! Εβαζα τις φωνές η ατρόμητη Δουλτσινέα με τα ψόφια ζούδια εγώ, ερχόταν να με σώσει εκείνος... καθαρίσαμε, συγυρίσαμε, ευπειθώς αναφέρω. Βράδιασε, βγαίνει να φέρει ξύλα και κάτι φαγώσιμο απ’την διπλανή Εβγα. Ο κουβαλητής μου! Αδειάζω τη βαλίτσα, τα ρούχα με τα μασκέ σύχρηστα, είχαν ξεμείνει ευτυχώς κάτι νεγκλιζοζαρτιέρες καθαρές. Είχε παγωνιά, αλλά λέω σκάσε, βάλτα τώρα αυτά από μέσα και το μπουφάν σου από πάνω, δεν θ’αργήσει! Κι όντως, μετά από λίγο, βλέπω φώτα απ’το παράθυρο στον φράχτη, «Μπράβο το μωρό μου, όλα τα κατάφερε!», και στήνομαι με την περιβολή αυτή στην πόρτα, την ώρα που άνοιγε με τα κλειδιά.

    Κι ανοίγω μπουφάν.

    «Σαρπράααιζ!»

    Μαντεύετε βέβαια... δεν ήταν ο δικός μου! Ηταν η μητέρα του η καθηγήτρια Θεολογίας, πιο πίσω ο πατέρας του ο Στρατηγός και ξωπίσω κάτι γραίες θείες σαν την Βασιλειάδου, με καλάθια και κοφίνια, για να κάνουν Κούλουμα στο εξοχικό τους! Τι χαριτωμένο, ο ντολμάς δεν τους είχε ειδοποιήσει να μην έρθουν, καλέ του διέφυγε (ο πάνω εγκέφαλος βλέπετε παθαίνει ανοξία και λιποθυμά μόλις μπαίνει σε overdrive ο κάτω).

    Εγκεφαλικό η «Μανούλα», σκάει στα γέλια ο «Μπαμπάκας», οι θείες σταυροκοπιόντουσαν και σπρωχνώντουσαν μη χάσουν θέαμα! Μπαμπουλώνομαι κακήν-κακώς εγώ, και ξωπίσω σινάμενος-κουνάμενος, φτάνει κι ο δικός μου, χαλαρουίτα. «Α γειά σας, τώρα ήρθατε? Μπείτε μέσα, μη στεκόσαστε! Από δω η Αφροδίτη!». Με προσπερνάει, ακουμπά τα ξύλα κάτω και τους βοηθά με τα μπαγκάζια. Εξαφανίζομαι εγώ, ντύνομαι αμίλητο νερό, να δω τι σκατά θα κάνουμε με το σόι του, που γαμώ το σόι του δλδ! (Αν συνέβαινε τώρα, θα έβγαζα κι ό,τι λίγο φορούσα και θα καθόμουν κυριλέ στον καναπέ με ένα ποτό το χέρι, να δω ποιός θα κομπλάρει πρώτος... αλλά τότε, μια ντροπή ολόκληρη ήμουν!).

    Το βράδυ που λέτε ήταν η κλασσική ελληνική οικογένεια γύρω από το τραπέζι: είχαν βάλει μονωτική στο στόμα του ελέφαντα του δωματίου κι έκαναν ότι δεν υπήρχε. Οχι ότι με άφησαν σε χλωρό κλαρί από ερωτήσεις-σουβλάκια, σαν τον ‘Αγιο Σεβαστιανό μ΄έκαναν! Αλλά τόσο λαμπίκο το σπίτι, σου λένε είναι τουλάχιστον νοικοκυρά... Σε κάθε προσπάθεια να βγούμε οι δυο μας δε, η πεθερούλα - Παστα-Φλώρα, όλο: «Μα πού θα τρέχετε τέτοιαν ώρα, καθίστε να φάμε!». («ΠΟΣΟ ΠΙΑ ΝΑ ΦΑΜΕ ΚΥΡΑ ΜΟΥ! ΑΠ’Τ’ΑΥΤΙΑ ΘΑ ΜΑΣ ΒΓΕΙ! ΝΑΙ! ΠΗΔΙΟΜΑΣΤΕ ΜΕ ΤΟΝ ΥΙΟΝ ΣΑΣ! ΗΜΑΡΤΟΝ!).

    (Αναστεναγμός)

    ReplyDelete
  32. Αφού ξημερώσαμε κακήν-κακώς, ήρθε και η αποφράς Καθαρά Δευτέρα. Ο πεθερούλης είχε σηκωθεί αξημέρωτα να ετοιμάσει τον χαρταετό. Ηταν ένας κόκκινος ρόμβος, με τεράστια ουρά και πολύ πλούσια ζύγια, οικογενειακό κειμήλιο. Κάθε χρόνο κάτι διόρθωναν, κάτι προσέθεταν, φιγουρίνι τον είχαν! Πάμε σε κάτι λοφάκια εκεί κοντά, κουβάλαγα εγώ -να δείξω καλή διαγωγή- τα κοφίνια με τα θαλασσινά τα άλιεν και να κοντεύω να ξεράσωωωωω απ΄τη βρώμα... Στρώσαμε κουβέρτες και πλιάν καρέκλες να φαρμακώσουμε τα κούλουμα, κι ο δικός μου το χαϊβάνι να είναι σα 13 χρονο με καινούριο παιχνίδι - να μην υπάρχω στον ορίζοντά του!

    Ευτυχώς με θυμήθηκε ο μπουνταλάς κάποια στιγμή, με φώναξε «να κάνω κι εγώ λίγο», παίρνω την καλούμπα, με πιάνει αγκαλιά από πίσω να με κατευθύνει... και να με τραβάει το σχοινί μπροστά (είχε σηκωθεί πάρα πολύ ψηλά ο αητός), να με τραβάει αυτός από πίσω, να μπουρδουκλώνω χέρια-πόδια και κάποια στιγμή σκοντάφτω. Και μου φεύγει ο αητός! Τι καλάαααα.... Τον παρασέρνει ο αέρας, ήταν τόσο ψηλά που δε φαινόταν πια, και μπαμπάς και γυιός, βρίζοντας, να τρεχοβολάνε να τον πιάσουν...

    Να μην σας τα πολυλογώ, τα μαζέψαμε μες τα μούτρα και κινήσαμε για πίσω. Πάει το οικογενειακό κειμήλιο, στραμπούληξε γόνατο ο πεθερούλης στο κυνηγητό απάνω, τσίμπησε και μια μέλισσα την μια θειά και προσπαθούσε η άλλη να την κατουρήσει, τι να σας λέω...

    Στο τέλος, οι δυο μας μέσα στο ντεσεβουδάκι για Αθήνα, πάει ο δικός μου ν’ακουμπήσει το πόδι μου. Εχετε δει κάτι σκηνές σε αμερικάνικες ταινίες, που στη μέση του πουθενά, ανοίγει η πόρτα από το αμάξι, πετάγεται μια έξαλλη τύπισα κι αρχίζει να κλωτσάει το αυτοκίνητο του τύπου τσιρίζοντας? Ε, αυτό. Βγαίνει κι εκείνος να με ηρεμήσει (τι πετυχημένο, να προσπαθείς –ξεκαρδισμένος- να ηρεμήσεις γκόμενα που την έχεις κανει τούρμπο με τις μαλακίες σου). Στο τέλος σταμάτησε κι ένα περιπολικό, γιατί νόμιζαν ότι έχουμε πάθει ατύχημα έτσι που χτυπιόμουν. Ο τύπος να ζει την rock’n’roll φάση του, εγώ να ξέρω πως έτσι και τα μάθει ο ντάντυ, πάω για Κωσταλέξι νούμερο 2, κι ίδρωσαν να με ηρεμήσουν τα όργανα...

    Κι ύστερα μου λέτε για ξυραφάκια στα ζύγια και τα σχετικά δράματα, σιγά!

    (Ούτε επαφή με τον Θεό, ούτε ανύψωση, ούτε γέμισε η καρδιά μου χαρά με τον χαρταετό... εκείνη την ημέρα, το μόνο που γέμισε ήταν το κουκλάκι βουντού που μου έφτιαξε η «πεθερούλα», με καρφίτσες!) :)

    ReplyDelete
    Replies
    1. @Aphrodite
      2016-03-16 20:53:41+00:00

      @Aphrodite
      2016-03-16 20:55:07+00:00

      @Aphrodite
      2016-03-16 20:56:30+00:00

      Πότε θα γράψεις την αυτοβιογραφία σου; Θα την αγοράζω, θα τη διαβάζω, θα τη δανείζω και θα την κάνω δώρο.

      Delete
    2. @Ein Steppenwolf
      Thu Mar 17, 01:35:00 PM

      all this, coming from you, is a great compliment! ;)

      Υγ- αυτοβιογραφία μου? Πόσα ν'αντεξει πια αυτή η χώρα, λυπήσου την! :)

      Delete
  33. ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ

    ΤΟ ΦΥΛΛΩΜΑ
    Ήλιος βαθύς απ’ την αρχαία μητρότητα
    - με τα πρώτα μεγάλα ερπετά –
    ν’ άλλαζε τις αχτίδες του μια μέρα
    και τα σπλάχνα μου
    ωσάν φύλλα –
    της χαράς αυτό που ζω –
    στο ένδοξο πρωί μονάχος
    όταν από θεού σταλάζει μέσ’ στους κήπους.
    Η πόλις είναι χαμένη πια
    ν’ άλλαζε τις αχτίδες του στα καφενεία
    τα πεζοδρόμια τα καστήματα των οδών
    έμβολα των ενστίκτων καθώς παλινδρομούν οι μάζες
    από ένα μπαλκόνι της μοίρας μου
    τόσο φτηνής
    εγώ
    κοιτάζω.
    Η πόλις είναι δύστυχη κι ο μικρός λαχειοπώλης
    κλείσε σκοτεινά την καρδιά σου.
    Αν
    άλλαζε τις αχτίδες του ο ήλιος
    ν’ άλλαζε η νύχτα
    και τ’ αργυρά της ομορφιάς πάνω στα δέντρα του σεληνόφωτος
    ώστε ο έρωτας υπεράνω των αγγέλων στρέφοντας το φως
    την υπαιρία ολόξανθη κόρη
    να πετάξει στην αγκαλιά μου...
    Αν άλλαζε τις αχτίδες του.
    Μα ο ήλιος τώρα εμπρός από μένα
    τυλίγει με χρυσάφι ένα φύλλωμα
    το διασχίζει
    τα μάτια μου αγγίζουν άρρητο τραγούδι.
    Είναι το φύλλωμα κίτρινος χαρταετός πεσμένος.

    ReplyDelete