Monday, March 21, 2016

Τι θέλει τούτη η Άνοιξη...



Σήμερα, 21 Μαρτίου, είναι η αρχή της άνοιξης και η παγκόσμια ημέρα της ποίησης. Σκέφθηκα να φτιάξουμε μία μικρή ποιητική ανθολογία. Ο καθένας μας να συνεισφέρει ένα (ή και περισσότερα) ποιήματα. Δικά του ή ξένα. Δύο προϋποθέσεις: να έχουν σχέση με την άνοιξη και να είναι σύντομα. (Άλλωστε, όπως είχε γράψει ο Edgar Allan Poe, η καλή λυρική ποίηση δεν μπορεί να είναι σχοινοτενής, όπως η επική). Μάλιστα, όσο πιο σύντομο είναι ένα λυρικό ποίημα, τόσο περισσότερο συμπυκνώνεται μέσα του το βίωμα. Απόδειξη: τα γιαπωνέζικα χάι-κου με τις 17 συλλαβές τους.

Μη μου πείτε τώρα: «πώς και πού ποιήματα;» Τόσες φορές στέλνετε ποιητικά κείμενα δικά σας ή ξένα. Υπάρχουν αναρτήσεις του doncat που ήδη μοιάζουν με ανθολογία. (Αυτές μου έδωσαν την ιδέα). Φυσικά η πρόζα δεν απαγορεύεται – αλλά θα νιώθει φτωχή μέσα στους στίχους.

Έτσι, λοιπόν, θα συλλέξουμε ποιήματα: 

«Οπότε βρίσκονται στο τέλος όλοι να κρατούν στο χέρι ένα μικρό
Δώρο ασημένιο ποίημα».  (Οδυσσέας Ελύτης, Το Φωτόδεντρο).

Κάνω την αρχή με ένα ποίημα της Μαρίας Πολυδούρη:

Τι θέλει τούτη η Άνοιξη...
Σαλεύουν
αόρατα, πανάλαφρα
των δέντρων τα κλαδιά.
Τι θέλει η μυρωδιά
που μας χτυπά απαλότατα
με αμυγδαλιάς ανθόκλωνο
την καρδιά...

(Μια νέα περνά ζυγίζοντας
στα δάχτυλα
ένα κορμί, φτερό.
Κι’ όπως σείει ρυθμικά
μια κατάλευκη ομπρέλα,
είναι πουλί.

Ένας νέος αράθυμος
συλλογιέται γλυκά,
σα να πέρασε πλάι του
πεταλούδα μυρόβολη,
το φιλί).

(Τρέμει κάτι το αδύναμο
κι’ όλο μένει
σαν κουτσό... κοντοφτέρουγο...)
Λυπημένη
τη μάτια μας ρουφά
το ανοιξιάτικο απόγευμα
και χλομιαίνει.
Ξαφνικά, κάποιο σκίρτημα
στη γαλήνη
και σα λυγμός παράφορος.

Ένα πιάνο ξεσπά
το δικό μας εναντίωμα
με κλειστό στόμα.

Τι θέλει πάλιν η Άνοιξη...
Τι να μας φέρει ακόμα...

132 comments:

  1. Ἄνοιξη μ.Χ./Γιώργος Σεφέρης

    Πάλι μὲ τὴν ἄνοιξη
    φόρεσε χρώματα ἀνοιχτὰ
    καὶ μὲ περπάτημα ἀλαφρὺ
    πάλι μὲ τὴν ἄνοιξη
    πάλι τὸ καλοκαίρι
    χαμογελοῦσε.

    Μέσα στοὺς φρέσκους ροδαμούς
    στῆθος γυμνὸ ὡς τὶς φλέβες
    πέρα ἀπ᾿ τὴ νύχτα τὴ στεγνὴ
    πέρα ἀπ᾿ τοὺς ἄσπρους γέροντες
    ποὺ συζητοῦσαν σιγανὰ
    τί θά ῾τανε καλύτερο
    νὰ παραδώσουν τὰ κλειδιὰ
    ἢ νὰ τραβήξουν τὸ σκοινὶ
    νὰ κρεμαστοῦνε στὴ θηλιὰ
    ν᾿ ἀφήσουν ἄδεια σώματα
    κεῖ ποὺ οἱ ψυχὲς δὲν ἄντεχαν
    ἐκεῖ ποὺ ὁ νοῦς δὲν πρόφταινε
    καὶ λύγιζαν τὰ γόνατα.

    Μὲ τοὺς καινούργιους ροδαμούς
    οἱ γέροντες ἀστόχησαν
    κι ὅλα τὰ παραδώσανε
    ἀγγόνια καὶ δισέγγονα
    καὶ τὰ χωράφια τὰ βαθιὰ
    καὶ τὰ βουνὰ τὰ πράσινα
    καὶ τὴν ἀγάπη καὶ τὸ βιός
    τὴ σπλάχνιση καὶ τὴ σκεπὴ
    καὶ ποταμοὺς καὶ θάλασσα
    καὶ φύγαν σὰν ἀγάλματα
    κι ἄφησαν πίσω τους σιγὴ
    ποὺ δὲν τὴν ἔκοψε σπαθὶ
    ποὺ δὲν τὴν πῆρε καλπασμός
    μήτε ἡ φωνὴ τῶν ἄγουρων
    κι ἦρθε ἡ μεγάλη μοναξιὰ
    κι ἦρθε ἡ μεγάλη στέρηση
    μαζὶ μ᾿ αὐτὴ τὴν ἄνοιξη
    καὶ κάθισε κι ἀπλώθηκε
    ὡσὰν τὴν πάχνη τῆς αὐγῆς
    καὶ πιάστη ἀπ᾿ τ᾿ ἀψηλὰ κλαδιὰ
    μέσ᾿ ἀπ᾿ τὰ δέντρα γλίστρησε
    καὶ τὴν ψυχή μας τύλιξε.

    Μὰ ἐκείνη χαμογέλασε
    φορώντας χρώματα ἀνοιχτὰ
    σὰν ἀνθισμένη ἀμυγδαλιὰ
    μέσα σε φλόγες κίτρινες
    καὶ περπατοῦσε ἀνάλαφρα
    ἀνοίγοντας παράθυρα
    στὸν οὐρανὸ ποὺ χαίρονταν
    χωρὶς ἐμᾶς τοὺς ἄμοιρους.
    Κι εἶδα τὸ στῆθος της γυμνὸ
    τὴ μέση καὶ τὸ γόνατο
    πῶς βγαίνει ἀπὸ τὴν παιδωμὴ
    νὰ πάει στὰ ἐπουράνια
    ὁ μάρτυρας ἀνέγγιχτος
    ἀνέγγιχτος καὶ καθαρός,
    ἔξω ἀπ᾿ τὰ ψιθυρίσματα
    τοῦ λαοῦ τ᾿ ἀξεδιάλυτα
    στὸν τσίρκο τὸν ἀπέραντο
    ἔξω ἀπ᾿ τὸ μαῦρο μορφασμὸ
    τὸν ἱδρωμένο τράχηλο
    τοῦ δήμιου π᾿ ἀγανάχτησε
    χτυπώντας ἀνωφέλευτα.

    Ἔγινε λίμνη ἡ μοναξιὰ
    ἔγινε λίμνη ἡ στέρηση
    ἀνέγγιχτη κι ἀχάραχτη.

    16 Μαρτ. ῾39

    ReplyDelete
  2. ΑΦΡΙΚΑΝΙΚΗ ΑΝΟΙΞΗ
    Μια ζούγκλα
    με κόρες ιθαγενών πανέτοιμες
    να μου χλευάζουν
    τις συμβάσεις,
    ένα πρωινό με αμυγδαλωτά μάτια
    και το ποτάμι
    (αχ αυτό το ποτάμι!)
    που όλο μπαινοβγαίνει μέσα μου
    κουβαλώντας με κανό
    τη δίψα
    μύριων μελαχρινών σωμάτων.
    Απλώνω τα χέρια
    αρπάζω αυτή την Άνοιξη
    απ’ το γιακά,
    προσεκτικά της διαβάζω
    τις υποχρεώσεις της
    και μετά την αφήνω και πάει...

    Από την συλλογή μου:
    "ΜΕ ΔΙΑΣΤΡΕΒΛΩΣΗ ΕΛΑΧίΣΤΗ".
    (Εκδόσεις "Μικρόκυκλος", Κύπρος, 2015).

    ReplyDelete
  3. «Καλός και κακός καιρός»
    Δεν με πειράζει αν απλώνη
    έξω ο χειμώνας καταχνιά, σύννεφα, και κρυάδα.
    Μέσα μου κάμνει άνοιξι, χαρά αληθινή.
    Το γέλιο είναι ακτίνα, μαλαματένια όλη,
    σαν την αγάπη άλλο δεν είναι περιβόλι,
    του τραγουδιού η ζέστη όλα τα χιόνια λιώνει.
    Τι ωφελεί οπού φυτρώνει
    λουλούδια έξω η άνοιξις και σπέρνει πρασινάδα!
    Έχω χειμώνα μέσα μου σαν η καρδιά πονεί.
    Ο στεναγμός τον ήλιο τον πιο λαμπρό σκεπάζει,
    σαν έχη λύπη ο Μάης με το Δεκέμβρη μοιάζει,
    πιο κρύα είναι τα δάκρυα από το κρύο χιόνι.
    (Κ. Π. Καβάφης, Άπαντα ποιητικά, Ύψιλον/ βιβλία)

    ReplyDelete
  4. Η Ιεροτελεστία της άνοιξης του Ιγκόρ Στραβίνσκι και η Ανάσταση του Γκούσταφ Μάλερ είναι οι καλύτεροι μουσικοί χαιρετισμοί στη νιόφερτη άνοιξη που θα αναγεννήσει τη φύση από τις στάχτες του χειμώνα, και ελπίζουμε, ότι θα ξαναφτιάξει και εμάς από τα θραύσματα του παρελθόντος.

    ReplyDelete
    Replies
    1. Rosalia Luxemburg21 March, 2016 12:08

      Αίσχη στην αίθουσα συναυλιών του οίκου του λαού.

      Delete
    2. Δεν πιστεύω να έχετε σχέση με αυτήν που σχολιάζει στο κουτί της πανδώρας

      Delete
    3. Rosalia Luxemburg23 March, 2016 07:33

      Αν εννοούμε...ότι... είναι η κατάθλιψη μία κατάσταση και θραύσμα -ένα-θραύσμα του θλιβερού παρελθόντος μόνο, και ότι, στο παρόν των ζωντανών οργανισμών και στο παρόν της εκρηκτικής ζωής, το μόνιμο και λυτρωτικό διαρκώς παρόν, το παρόν της αμετάπειστης υγείας της ζωής, αδύνατο -και των αδυνάτων αδύνατο να υπάρχει (η κατάθλιψη) για να μας φωτίζει με τα μαύρα της τα σκότη - τότε, ω! τότε! Ναι - μπορώ να συμφωνήσω. Και μόνον σε αυτό. Όχι στις αναγεννήσεις των φύσεων και σε ευτυχισμένους νεροχύτες παρόμοιους.

      Delete
  5. Σπάνια ασχολούμαι με "σκέτη" ποίηση. Συνήθως αυτή τραβάει την προσοχή μου μόνο στην περίπτωση μιας πετυχημένης μελοποίησης. Κατ’ εξοχήν παράδειγμα είναι η θαυμάσια μελοποίηση του ποιήματος "Οι κερασιές" του Μενέλαου Λουντέμη.

    Αναφέρομαι στη μελοποίηση από τον Σπύρο Σαμοΐλη, ιδίως σε συνδυασμό με την καταπληκτική εμρηνεία της Ελένης Βιτάλη (το 1985), αλλά και στην πρώτη εκτέλεση με την Ισιδώρα Σιδέρη (το 1976).

    Ως τραγούδι γνώρισα αυτό το ποίημα και θα μου ήταν αδιανόητο χωρίς τη συγκεκριμένη μουσική.

    Να οι δύο ερμηνείες:
    Βιτάλη:
    https://www.youtube.com/watch?v=6JvdtOhT0YE

    Σιδέρη:
    https://www.youtube.com/watch?v=a8FKz6lrPJM

    «Οι κερασιές θ’ ανθίσουνε και φέτος στην αυλή
    και θα γεμίσουνε με άνθη το παρτέρι.
    Μικρή* που είναι η άνοιξη σαν είσαι δίχως ταίρι,
    πικρή που είν’ η ζωή!

    Άνοιξε το παράθυρο, στην πρωινή γιορτή,
    για νάμπουν οι μοσκοβολιές απ’ το περβόλι.
    Αχ, κάθε του τριαντάφυλλο και μια πληγή από βόλι,
    αχ, κάθε του τριαντάφυλλο είναι και μια πληγή!**

    Γέρασα*** να σε καρτερώ, έρωτα, και να λιώνω,
    μπρος στο βιβλίο της ζωής σκυμμένος μια ζωή!
    Μα αν ήτανε να ερχόσουνα για ένα πρωί και μόνο ****
    χίλια θε να ’δινα πρωινά, να ζούσα εκείνο μόνο!»

    [στο πρωτότυπο:
    *) Πικρή
    **) είναι για σε, ποιητή!
    ***) Νύσταξα
    ****) για ένα, έστω, πρωί ]

    ReplyDelete
  6. Ω εσείς πόλεις του Ευφράτη!
    Εσείς σοκάκια της Παλμύρας!
    Κι εσείς δάση κιόνων στην πεδιάδα της ερήμου,
    Τί είσαστε λοιπόν;
    Τα στέμματά σας,
    Καθώς εσείς παραβιάσατε τα όρια
    Των όντων που αναπνέουν,
    Τα πήραν μακριά
    Οι ατμοί και ο καπνός και η φωτιά των ουρανίων·
    Τώρα όμως εγώ κάθομαι κάτω απ’ τα σύννεφα, όπου
    Το καθετί βρίσκει και τη δική του ανάπαυση, κάτω
    Από καλοφυτεμένες δρυς, στο
    Βοσκοτόπι του ελαφιού, και ξένα
    Και νεκρά μου φαίνονται
    Τα πνεύματα των ευδαιμόνων.

    Χέλντερλιν, Ηλικίες της Ζωής, μετάφραση Στέλλα Νικολούδη,
    Για την αντιγραφή και την αυθαίρετη
    Συσχέτιση με την ελληνική Άνοιξη,

    I am the walrus!

    ReplyDelete
  7. μαύρη μέρα21 March, 2016 11:52

    Μήκος, το μήκος του χρόνου, t, μήκος - το μήκος των χρόνων (y), παρασταίνοντας η Θάτσερ, το μήκος των δαχτύλων της, κατά τον Μιχάλη Κατσαρό το μήκος του χρόνου- ο Μιχάλης Κατσαρός, ακινητοποιεί (οτιδήποτε) και λέει:
    1. ο δάσκαλος μου ο Ρομποτής, ή: η ποίηση σαν ηλεκτρονικό κομπιούτερ και ζητάει χειριστή, γιατί: "δημιουργός είναι εκείνος που χρησιμοποιεί την τέχνη", γιατί: "η εποχή μας ζητάει τα κλειστά παράθυρα της Άνοιξης".
    2. ΣF = - 1821t (S.I.), με -100y < t < 100y
    3. "τρίτος στίχος δεν υπάρχει".
    1980 με 1990 ήσυχα χρόνια της ελληνικής ποίησης σχεδόν. Με ηδονή και πόσες δραχμές η σοκοφρέτα προωθητική, ενεργειακή. Για βιολογικούς σκοπούς νηπίων.

    ReplyDelete
    Replies
    1. Αλήθεια, η εποχή μας είναι ακριβώς η εποχή της ζωής.

      Delete

  8. Δύο τραγούδια τῆς Ἄνοιξης
    --------------------------
    του Γιώργου Σαραντάρη

    Ι
    Μοῦ φαίνεται, πὼς ἡ ἄνοιξη
    Σὰν κελαηδᾶ μὲ τρέμει
    Μὴν τῆς ζητήσω ἕνα σκοπὸ
    Νὰ δώσει τοῦ ἔρωτά μου
    Μὴν τῆς ζητήσω ἕνα φιλὶ
    Νὰ σοῦ φιλήσω τὴν καρδιὰ
    Νὰ σοῦ χαρίσω δυὸ φτερὰ
    Καὶ νὰ σὲ δῶ δικιά μου

    ΙΙ
    Ἔλα νὰ δεῖς τὴν ἄνοιξη ποὺ περπατάει
    Ποὺ μὲ τὰ σύννεφα ἀγκαλιὰ μᾶς χαιρετάει
    Ἔλα νὰ δεῖς τὴν κόρη μου πῶς ἔγινε μεγάλη
    Καὶ τραγουδάει μὲ μιὰ φωνὴ ποὺ δὲν ἦταν δικιά της

    Καὶ τραγουδάει μ᾿ ἕνα παλμὸ ποὺ εἶναι τοῦ κόσμου ὅλου
    Σὰν νὰ βρέχει τὰ χείλια της στὴ βρύση τ᾿ οὐρανοῦ
    Σὰν νὰ πετάει ἡ καρδούλα της μὲ κάθε χελιδόνι
    Καὶ νὰ μὴν ξέρει ἡ ἄνοιξη ἂν εἶν᾿ δικιά της κόρη!

    ο αντιγραφεύς/κομίζων: Νώντας Τσίγκας

    -στον οικοδεσπότη ευχόμενος "ΕΑΡ ΑΚΑΤΑΛΥΤΟΝ"!

    ReplyDelete
    Replies
    1. Υπέροχος. Ο Σαραντάρης με θυμίζει το πόσο λίγες πυργοδέσποινες των κήπων με σεσήμασαν. Ε, τα σημαδέματα τα πολλά δεν αφήνουνε σημάδια...

      Delete
  9. ΕΥΤΥΧΙΑ

    Έ ν α σ τ ρ η
    ανθισμένη
    κερασιά

    ΘΑΥΜΑ

    Συννεφιά. Σκοτάδι.
    Οι κερασιές
    Έχουν δικό τους φως.

    __________________

    Και δύο δικά μου ποιήματα - που συνοδεύουν την φωτογραφία μου.

    ReplyDelete
    Replies
    1. Ανδρέας Εμπειρίκος - Η κερασιά
      Ο κρουνός της ομιλίας των ερωτικών ανθρώπων
      Μας φέρνει περιδέραια σταγόνων
      Η κάθε μια δίνει την ευτυχία
      Έτσι στην τύχη-
      Πες μια συνάντησις δύο προσώπων
      Σ’ ένα δασύλλιον ερημικόν ή δρόμον
      Πλημμυρισμένον από κίνησιν και κόσμον
      Που τρέχει να πάει στις δουλειές του
      Ή σπεύδει κάπου αλλού
      Όπου συμπράττουν τα πιο δύσκολα στοιχεία
      Με τους μοχθούντας μέρα-νύχτα για να βρούνε
      Τ’ αναρριπίσματα των υποσχέσεων
      Μιας πόλεως που θα δεχθεί μια μέρα
      Ως θείον δώρον το καλότυχο τεφτέρι
      Που περιέχει τα μυστικά της ευτυχίας
      Ανθρώπων με παράπονα τόσον δικαιολογημένα
      Που ακόμη και η σιωπή των σπάζει πέτρες
      Και ανοίγει βράχους όπως εγώ ένα κουτί
      Γιομάτο μικρά αντικείμενα πολύτιμα για μένα
      Ανάμεσα σε άλλα
      Μια επιστολή αγαπητού μου φίλου
      Μια μικρή γοργόνα ζαφειρένια
      Ένα μπρισίμι
      Ένα τετραγωνίδιο ταινίας του σινεμά
      Δύο φωτογραφίες άσεμνες αλλά πολύ χαριτωμένες
      Μια κόπιτσα φορέματος μιας γυναικός ξανθής
      Ένα κουμπί από φόρεμα μιας κόρης πολύ νέας
      Με σφύζοντας μαστούς και εξαισίαν ήβην
      Που την συνάντησα πρώτη φορά κοντά σε ένα φράχτη
      Μια μέρα πολύ ζεστή του θέρους
      Σε περιβόλι με κερασιές πολλές
      Ανάργυτη στον ίσκιο τέτοιου δένδρου
      Να ονειρεύεται με ανοικτά τα σκέλη και τα χείλη
      Τα δάκτυλα του δεξιού χεριού της
      Κάτω απ’ την φούστα της κουνώντας
      Στην ηβικήν της χώρα επιμόνως
      Κατά ωρισμένο τρόπο άκρως γοητευτικόν
      Ενθυμίζουσα πτήσιν ηλιόλουστον ανοιχτοχρώμου χρυσαλλίδος
      Ή δάκτυλα κρουστά
      Αίφνης τινάχθηκε πολλές φορές η κόρη
      Και εκβάλλουσα οξείες φωνές λαγνείας
      Έμεινε ασάλευτη και πνευστιώσα
      Με έκφρασιν αγαλλιάσεως στο πρόσωπο της
      Είχε όμως ως φαίνεται και άλλον χυμόν να δώση
      Σηκώθηκε λοιπόν σχεδόν αμέσως
      Και με το φόρεμα της σηκωμένο ως την μέση
      Αγκάλιασε με τα σκέλη της την κερασιά
      Κ’ έτσι καθώς ο ήλιος πύρωνε και τις σκιες ακόμη
      Το αιδοίον της με δύναμι έτριβε και το κτυπούσε
      Επάνω στον κορμό του οπωροφόρου
      Και ενώ με κάθε ώθησιν της ηβικής της χώρας
      Συσπώμενοι εσείοντε σαν άσπρες σφαίρες οι γλουτοί της
      Τα χείλη της κολλώντας στον φλοιό του δέντρου
      Με λαιμαργίαν πιπίλιζε σαν βρέφος που θηλάζει
      Την κουρκουμέλα που εξεθλίβετο πυκνή και μυρωδάτη
      Απ’ τον φλοιό της κερασιάς στο στόμα της έως ότου
      Τινασσομένη με παραφοράν η κόρη
      Σε νέον έφθασε οργασμόν.
      Τότε μονάχα κόπηκαν τα γόνατα της
      Και η παις ανάσκελα ξαπλώθηκε στο χώμα
      Στη ρίζα εμπρός της κερασιάς κοντά στον φράχτη
      Με τον οπόν του δένδρου και την γεύσιν του στο στόμα
      Με δυο κεράσια στα μαλλιά
      Με όλον τον όλβον τ’ ουρανού μέσ’ στην ψυχή της
      Και έτσι καθώς σωριάσθηκε στη ρίζα αυτού του δένδρου
      Με ανεστραμμένους οφθαλμούς και πίσω ριγμένο το κεφάλι
      Με μια της κίνησι
      Χωρίς να ξέρει πως την βλέπουν
      Και ενώ οι καρδιές μας σαν τύμπανα στα στέρνα μας κτυπούσαν
      Η κόρη έτσι καθώς ενόμιζε πώς είναι μόνη
      Λυγίζοντας τα γόνατα της
      Άνοιξε διάπλατα τα σκέλη της
      Και έδειξε στα έκθαμβα μας μάτια
      Σε όλην την συνταρακτική ομορφιά του
      Κάθυγρο και φουσκωτό κάτω απ’ το φόρεμα της
      Το ερωτικό κογχύλι της
      Σαν κόκκινο τριαντάφυλλο από βροχή βρεγμένο
      Σαν κόκκινο τριαντάφυλλο τελείως ανοιγμένο
      .

      Delete



  10. Ματωμένη άνοιξη - Γενναίος ουρανός
    ------------------------------------------


    Από καιρό είχε αφήσει το σχολείο
    τον διώξανε τα ήθη τα σεμνά
    Κανείς δεν ήξερε που έμενε στ΄ αλήθεια
    κι όσοι γνωρίζαμε, το λέγαμε κλεφτά.

    Είχε συνήθειο του να δίνει μαργαρίτες
    σε όλα μας τα παιδιά τής γειτονιάς
    κι ανάμεσά μας έτρεχε με χάρη
    στα χέρια ραίνοντας ανθούς πορτοκαλιάς

    Μες στα χωράφια ολημερίς και στις αλάνες
    μπάλες κλωτσούσαμε, φωνάζοντας τρελά
    μαζί κι ο Θύμιος που όλοι αγαπούσαμε
    να τραγουδά, να χαίρεται, να παίζει, να γελά.

    Κανείς ποτέ δεν πρόσεξε πού χάθηκε ο δόλιος
    οι άνοιξες κυλήσανε νωρθά και σιωπηρά
    Ώσπου μια μέρα φάνηκε, ερείπιο και μόνος
    φαρμάκια τον ποτίζανε καταθλιπτικά

    Θυμάμαι η άνοιξη ήτανε γενναία
    τα χρώματα και οι μυρωδιές πονούσαν τη ματιά
    τόση ζωή τόση ομορφιά τόση γιορτή τόσο ωραία
    στην Ερμίτσα φτάσαμε, στον Αη-Γιάννη, στην πατλιά

    Κι ομοβροντίες ρίχναμε, στις ράχες, στο νερό
    «δώστε να ρίξω, ρε παιδιά, κι εγώ στον ουρανό".
    Μάτια, μυαλά κι αίμα πηχτό, στα ρούχα μας, στα χείλη

    στα χείλη που τον φώναζαν «πούστη», κρυφά παντού
    το Θύμιο που μας έραινε ανθούς πορτοκαλιού.

    (Στη μνήμη του Θύμιου.,
    Αη-Γιάννης Ερμίτσας, 1988)

    ReplyDelete
    Replies
    1. Είναι στα μάτια μου παράδοξο. Αλλά η λέξη ξαιματώνω δεν γράψεται με έψιλον. Μικρούλα, όταν ήμουνα, τη νόμιζα με έψιλον. Πέρασαν φεγγάρια μέρες Πάσχα καθαροδεύτερες σε πικρά αυλάκια μπήκα...

      Delete
    2. Σε άλλους οι άνοιξη φέρνει χαρά και σε άλλους θλίψη και σε άλλους φέρνει ντροπή και ενοχή. Περίεργο. Αυτά μονάχα στου Νίκου Δήμου συμβαίνουν. Πάντως, μπράβο, αν και διαφωνώ.

      Sam

      Delete
  11. Τέσσερις εποχές

    Άνοιξη
    καλοκαίρι
    φθινόπωρο
    χειμώνας.

    Αναπολείς τα παλιά και σκέπτεσαι:
    που χάθηκε η άνοιξη και το φθινόπωρο έσβησε
    πώς έγινε η ζωή μας χειμώνας - καλοκαίρι;

    Την άνοιξη -ευτυχώς- πρόκαμα και την βίωσα.

    Μονάχα να, αναρωτιέμαι τώρα στο τέλος του νήματος:
    από ποιο τάχα δέντρο θα πέσει το φύλλο της ζωής μου;
    Και θλίβομαι βαθειά που δεν έχει άλλο φθινόπωρο...

    Και απ' την πολύ την θλίψη μου, έξω φθινοπωριάζει.


    D.

    ReplyDelete
  12. @Nikos Dimou
    2016-03-21T09:30:00+02:00

    > Σκέφθηκα να φτιάξουμε μία μικρή ποιητική ανθολογία. Ο καθένας μας να συνεισφέρει ένα (ή και περισσότερα) ποιήματα. Δύο προϋποθέσεις: να έχουν σχέση με την άνοιξη και να είναι σύντομα.

    世の中は
    地獄の上の
    花見哉

    yo no naka wa
    jigoku no ue no
    hanami kana

    Στης Γης την πλάτη
    (πάνω απ' τον Κάτω Κόσμο)
    κοιτάμε τ' άνθη!

    Kobayashi Issa

    ReplyDelete
  13. Χάρε που παίρνεις τις ψυχές, σαν πάρεις την δική μου,
    μην είναι νύχτα ατέλειωτη, ούτε βαρύς χειμώνας.

    Θέλω να είναι άνοιξη, και να μοσχοβολούν τριαντάφυλλα,
    γαρίφαλα, κι οι μυρωδιές του Μάη.

    Να έχω πλέξει το στερνό του Μάη μου στεφάνι,
    να κελαηδούνε τα πουλιά, ν´ανθίζουνε τα δέντρα.

    Να δώ όσα αγάπησα, και να τα χαιρετήσω.
    Τότε να έρθεις χάροντα, θα σε καλωσορίσω....

    Γραμμένο από την μητέρα μου που δεν υπάρχει πιά.
    Αγαπούσε και διάβαζε πολύ ποίηση.

    Π.

    ReplyDelete
    Replies
    1. @Anonymous
      2016-03-21 11:53:43+00:00

      > Θέλω να είναι άνοιξη, και να μοσχοβολούνε
      > τριαντάφυλλα, γαρίφαλα, κι οι μυρωδιές του Μάη.

      Αν όμως της τύχαινε κάτι τέτοιο, να δεις που θα το γύριζε σε:

      Για δες καιρό που διάλεξε
      ο Χάρος να με πάρει
      κλπ.

      Delete
    2. Ή και όχι. Διαβάζοντας το ποίημα αναρωτήθηκα τι εποχή πέθανε η μητέρα του Π.;

      Delete
    3. Ιούνιο....

      Π.

      Delete
    4. Μα δεν καταλαβαίνετε;
      Μην τους ακούς Π.
      Όποια εποχή και να πέθανε, αφού έγραψε αυτό το ποίημα, γι' αυτήν άνοιξη ήταν.
      Η άνοιξη είναι μέσα μας -το ίδιο και ο χειμώνας…

      Με αγάπη
      D.

      Delete
    5. Ευχαριστώ D. Χαίρομαι που είσαι ακόμη εδώ.

      Π.

      Delete
  14. Κώστας Καρυωτάκης

    ΑΝΟΙΞΗ

    Έτσι τους βλέπω εγώ τους κήπους.


    Στον κήπο απόψε μου μιλεί μια νέα μελαγχολία.
    Βυθίζει κάποια μυγδαλιά τον ανθοχαμόγελό της
    στου βάλτου το θολό νερό. Και η θύμηση τής νιότης
    παλεύει τόσο θλιβερά την άρρωστη ακακία...
    Εξύπνησε μια κρύα πνοή μες στη σπασμένη σέρα,
    όπου τα ρόδα είναι νεκρά και κάσα η κάθε γάστρα.
    Το κυπαρίσσι, ατελείωτο σα βάσανο, προς τ' άστρα
    σηκώνει τη μαυρίλα του διψώντας τον αέρα.
    Και πάνε, πένθιμη πομπή λες, της δεντροστοιχίας
    οι πιπεριές και σέρνονται τα πράσινα μαλλιά τους.
    Οι δύο λατάνιες ύψωσαν μες στην απελπισία τους
    τα χέρια. Κι είναι ο κήπος μας κήπος μελαγχολίας.

    ReplyDelete
    Replies
    1. ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ

      ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΟ ΔΙΧΩΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ
      Το στενόμακρο άλογο του χάροντα
      χαίρεται ρόδινες κωμωδίες
      αγγίζοντας τίποτα.
      Το νερό τρεκλίζει ψιθυρίζοντας αρχαιότητες
      ο ευγενής βρικόλακας η Άνοιξη
      φανερώνεται και πάλι.
      Καταρρέουν τα μύρα κι ο σμαράγδινος χόρτος
      ανεβαίνει δροσερά στην ηδυπάθεια.
      Μα εμείς ολ’ αυτά τα χαρίζουμε σ’ ένα κορνάρισμα.
      Τα δέντρα τότε γίνονται πνιγηρές ειρωνείες.

      Delete
    2. ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ

      ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΟ ΔΙΧΩΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ

      Το στενόμακρο άλογο του χάροντα
      χαίρεται ρόδινες κωμωδίες
      αγγίζοντας τίποτα.
      Το νερό τρεκλίζει ψιθυρίζοντας αρχαιότητες
      ο ευγενής βρικόλακας η Άνοιξη
      φανερώνεται και πάλι.
      Καταρρέουν τα μύρα κι ο σμαράγδινος χόρτος
      ανεβαίνει δροσερά στην ηδυπάθεια.
      Μα εμείς ολ’ αυτά τα χαρίζουμε σ’ ένα κορνάρισμα.
      Τα δέντρα τότε γίνονται πνιγηρές ειρωνείες.

      Να βλέπεις έν’ αστραποβόλημα στην άμοιρη τη φύση
      να βλέπεις και να λες: Ωραία χρώματα!
      Να βλέπεις άλλοτε τον ήλιο και να λες:
      υπέροχη αυτή η αθλιότητα! –
      η θαλερή και μάχιμη κι αχτινοβόλα.
      Μ’ αν είναι η ψυχή μας άπραχτη γιομάτη πράξη
      το φως οπού δε χτίζεται παρέχει ολομόναχη.

      Delete
    3. Έχει στον κήπο μου μια μυγδαλιά φυτρώσει
      κι είν’ έτσι τρυφερή που μόλις ανασαίνει·
      μα η κάθε μέρα, η κάθε αυγή τηνε μαραίνει
      και τη χαρά του ανθού της δε θα μου τη δώσει.

      Κι αλίμονό μου! εγώ της έχω αγάπη τόση…
      Κάθε πρωί κοντά της πάω και γονατίζω
      και με νεράκι και με δάκρυα την ποτίζω
      τη μυγδαλιά που ’χει στον κήπο μου φυτρώσει.

      Αχ, της ζωούλας της το ψέμα θα τελειώσει·
      όσα δεν έχουν πέσει, θα της πέσουν φύλλα
      και τα κλαράκια της θε ν’ απομείνουν ξύλα.
      Την άνοιξη του ανθού της δε θα μου τη δώσει.

      Κι όμως εγώ ο φτωχός της είχ’ αγάπη τόση…

      (ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ)

      Delete
    4. ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ

      ΥΣΤΕΡΟΦΗΜΙΑ

      Tο θάνατό μας χρειάζεται η άμετρη γύρω φύση
      και τον ζητούν τα πορφυρά στόματα των ανθών.
      Aν έρθει πάλιν η άνοιξη, πάλι θα μας αφήσει,
      κι ύστερα πια μήτε σκιές δεν είμεθα σκιών.

      Tο θάνατό μας καρτερεί το λαμπρό φως του ηλίου.
      Tέτοια θα δούμε ακόμη μια δύση θριαμβική,
      κι ύστερα φεύγουμεν από τα βράδια του Aπριλίου,
      στα σκοτεινά πηγαίνοντας βασίλεια πέρα κει.

      Mόνο μπορεί να μείνουνε κατόπι μας οι στίχοι,
      δέκα μονάχα στίχοι μας να μείνουνε, καθώς
      τα περιστέρια που σκορπούν οι ναυαγοί στην τύχη,
      κι όταν φέρουν το μήνυμα δεν είναι πια καιρός.

      Delete


  15. “Η άνοιξη αυτή μας βρήκε όλους απροετοίμαστους

    κι ανόρεξους ή αδιάφορους –

    απροετοίμαστη κι η άνοιξη, σε κάθε της βήμα κοντοστέκεται

    σαστίζει και σωπαίνει κάτω απ’ τα λίγα της δέντρα– δε ρωτάει.

    Το φως επιστρέφει

    απ’ το περσινό καλοκαίρι κατάκοπο κι αφηρημένο, απόμακρο,

    παραξενεμένο απ’ την καινούρια του νεότητα…”

    (Γ. Ρίτσος )

    N.

    ReplyDelete
  16. ΑΣΥΜΒΙΒΑΣΤΑ

    Όλα τα ποιήματά μου για την άνοιξη
    ατέλειωτα μένουν.

    Φταίει που πάντα βιάζεται η άνοιξη,
    φταίει που πάντα αργεί η διάθεσή μου.

    Γι αὐτὸ αναγκάζομαι
    κάθε σχεδόν ποίημά μου για την άνοιξη
    με μια εποχή φθινοπώρου
    ν ἀποτελειώνω.

    ΑΥΤΟΣΥΝΤΗΡΗΣΗ

    Θα πρέπει να ήταν άνοιξη
    γιατί η μνήμη αυτή
    υπερπηδώντας παπαρούνες έρχεται.

    Εκτός εάν η νοσταλγία
    από πολύ βιασύνη,
    παραγνώρισ ἐνθυμούμενο.

    Μοιάζουνε τόσο μεταξύ τους όλα
    όταν τα πάρει ο χαμός.

    Αλλά μπορεί να ναι ξένο αυτό το φόντο,
    να ναι παπαρούνες δανεισμένες
    από μιαν άλλην ιστορία,
    δική μου η ξένη.

    Τα κάνει κάτι τέτοια η αναπόληση.
    Από φιλοκαλία κι έπαρση.

    Όμως θα πρέπει να ταν άνοιξη
    γιατί και μέλισσες βλέπω
    να πετούν γύρω απ αὐτὴ τη μνήμη,
    με περιπάθεια και πίστη
    να συνωστίζονται στον καλύκά της.

    Εκτός αν είναι ο οργασμός
    νόμος του παρελθόντος,
    μηχανισμός του ανεπανάληπτου.

    Αν μένει πάντα κάποια γύρις
    στα τελειωμένα πράγματα
    για την επικονίαση
    της εμπειρίας, της λύπης
    και της ποίησης.


    Κική Δημουλά

    ReplyDelete
    Replies
    1. Ο στίχος "υπερπηδώντας παπαρούνες" μου αρέσει. Διότι έχω την εικόνα του σώματος μου, καθισμένου στο έδαφος, με μία κόκκινη παπαρούνα για μπαμ, αλλά και την εικόνα του σώματος μου κατά τα μεγάλα πηδήματα πάνω σε φρεσκοσκαμμένο χώμα -επ' αγαθώ- των ξεριζωμένων λουλουδιών. Έχω και ένα βιβλίο με ορισμένα μαζώματα ποιημάτων της κυρίας Δημουλά. Δεν το ανοίγω. Δεν μπορώ να το ανοίξω. Διότι έκανα το σφάλμα να την δω στην οθόνη με την δημοσιογράφο. Και δεν ήταν για εμένα καλή εμπειρία. Έχω κάπου ένα βιβλίο της που έχει περίπου μπλε εξώφυλλο. Μου άρεσε από εκεί πάρα πολύ ένα ποίημα επίμονα και εντατικά αγχολυτικό. Διαβάζοντας το ποίημα της μπορώ και να εντοπίσω και να νιώσω τα σημεία της φυσιολογικής δυσφορίας ενός ανθρώπου μέσα στην αγριότητα του ανεκδιήγητου περιβάλλοντος που τίποτα δεν περιβάλλει. Άρα, σε εμένα το ποίημα της εκφράζει ζωολογική αλήθεια. Η κυρία Δημουλά καπνίζει. Δραστηριότητα βροχερή σαν καθρέφτης από πράσινα ορυκτά και που επιβεβαιώνει τη νηφάλια σφαίρα της γήινης ατμόσφαιρας και την σταθεροποιεί.

      Delete
  17. Οι πρόδρομοι όλοι
    στο προσκλητήριο απόψε
    παρόντες!
    Η ψύχρα, η υγρασία,
    η σκοτείνια,
    όλη η κρυμμένη
    άνοιξη εδώ κάτου,
    τόσο χαμηλά,
    στο σβώλιασμα του χώματος,
    στο μέστωμα του αγριολούλουδου,
    κι ο ακαταπόνητος
    χτύπος της καρδιάς -
    γιατί χτυπάει
    αυτή η καρδιά?

    Xίλιες εικασίες
    η κάθε σφυριά της,
    κι άλλες τόσες
    αβεβαιότητες'
    ένας τυφλός
    δεν είναι πιο αβέβαιος -
    ακούοντας να δουλεύη
    το σκεπάρνι -
    αν τάχα ο εργάτης
    φυτεύη
    τα νέα του δέντρα,
    ή αν ανοίγη
    βιαστικά μνήματα
    στις χλόες...

    "Πρώτες Χλόες Την Άνοιξη", Τ.Παπατζώνης

    ReplyDelete
  18. ΑΝΟΙΞΗ

    Απ’ την άνοιξι, που εγύρισε,
    ουρανος και γης ευφράνθη,
    με το χόρτο και με τ’ άνθι
    παίζει ο ζέφυρος τερπνά.

    ………………………………………………………

    Και το χόρτο πρασινίζει,
    μόν’ ‘ς εμένα δε γυρίζει
    της καρδιάς η σιγαλιά.

    Ήλιου ακτίνα καθαρώτατη
    του βουνού τα χιόνια λυώνει,
    που το νέο του ξεφυτρώνει
    πράσιν’ έντυμα λαμπρό.

    Το σιγό το κυματάκι
    εις τες άκρες του φλοισβίζει,
    και το ανθοδροσοστολίζει
    με τ’ ακοίμητα νερά.

    Το ίσχυρό το δέντρο, που είδανε
    σταθερό καιροί και χρόνοι,
    τα κλωνάρια ξαλαφρωνει
    απ’ τα χιόνια τα οκνηρά.

    Παντού, ισού, ξυπνούν και τρέμουν
    άνθια χίλια από το χώμα,
    που είν’ απείραχτα εις το χρώμα
    απ’ τ’ αλέτρια τα σκληρά.

    Να, το χελιδόνι εγύρισε,
    που το πέλαο περνάει,
    κ’ εδώ πάλι οικοδομάει
    τη γλυκειά του τη φωλιά•

    κι’ εκεί που με τη φτερούγα
    τρέχει ογλήγορα και λάμνει,
    προσοχή καμμιά δεν κάμνει
    εις οποίον τον κυνηγά.

    Η βοσκούλα ερωτεμένη
    πάει στο ρεύμα να κοιτάξη,
    για να βάλη ωραία σε τάξι
    τα ξανθά της τα μαλλιά.

    Να βοσκούν βγαίνουν τα πρόβατα•
    τωρα λέον δε μνέσκουν άλλοι,
    η ψαράδες στ’ ακρογιάλι,
    η διαβάτες στην οικιά.

    Ως και ναύτης, που γυμνότατος
    στην πατρίδα του εσυνάχθη,
    γιατί ο μαύρος εταράχθη,
    από φουσκοθαλασσιά,

    βλέποντας σιγό το κύμα,
    λύει το πλοίον, και δε φοβάται
    και ουδέ πλέον ξαναθυμάται
    πως εφούσκωσε φρικτά.


    Πιέτρο Μεταστάζιο (μετάφραση Διονύσιος Σολωμός)

    ReplyDelete
    Replies
    1. Ωραία λέξη το ρήμα λάμνω. Πολύ ωραία λέξη.

      Delete
    2. @Nikos Dimou
      2016-03-21 12:31:44+00:00

      > ΑΝΟΙΞΗ
      > Πιέτρο Μεταστάζιο (μετάφραση Διονύσιος Σολωμός)

      Già riede primavera

      Delete
  19. ΟΙ ΕΧΘΡΟΙ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ

    Ἔρχεται φέτος κουρασμένη
    ἡ Ἄνοιξη
    (νά) κουβαλάει τόσα χρόνια
    τὰ λουλούδια πάνω της.

    Σκοτεινοὶ ἄνθρωποι
    στὶς γωνιὲς τὴν παραμονεύουν
    γιὰ νὰ τὴν τσακίσουν.

    Αὐτὴ ὅμως
    μὲ κρότο
    ἀνάβει ἕνα-ἕνα
    τὰ λουλούδια της
    στὰ μάτια τοὺς τὰ ρίχνει
    (γιά) νὰ τοὺς στραβώσει.

    MIΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ


    ***


    Η ΠΛΗΓΩΜΕΝΗ ΑΝΟΙΞΗ

    Ἡ πληγωμένη Ἄνοιξη τεντώνει τὰ λουλούδια της
    οἱ βραδινὲς καμπάνες τὴν κραυγή τους
    κι ἡ κάτασπρη κοπέλα μέσα στὰ γαρίφαλα
    συνάζει στάλα-στάλα τὸ αἷμα
    ἀπ᾿ ὅλες τὶς σημαῖες ποὺ πονέσανε
    ἀπὸ τὰ κυπαρίσσια ποὺ σφάχτηκαν
    γιὰ νὰ χτιστεῖ ἕνα πύργος κατακόκκινος
    μ᾿ ἕνα ρολόγι καὶ δυὸ μαύρους δεῖχτες
    κι οἱ δεῖχτες σὰ σταυρώνουν θά ῾ρχεται ἕνα σύννεφο
    κι οἱ δεῖχτες σὰ σταυρώνουν θά ῾ρχεται ἕνα ξίφος
    τὸ σύννεφο θ᾿ ἀνάβει τὰ γαρίφαλα
    τὸ ξίφος θὰ θερίζει τὸ κορμί της

    ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ


    ***


    ΑΣΤΕΡΟΣΚΟΠΕΙΟ

    Διαρρῆχτες τοῦ ἥλιου
    δὲν εἶδαν ποτέ τους πράσινο κλωνάρι
    δὲν ἄγγιξαν φλογισμένο στόμα
    δὲν ξέρουν τί χρῶμα ἔχει ὁ οὐρανὸς

    Σὲ σκοτεινὰ δωμάτια κλεισμένοι
    δὲν ξέρουν ἂν θὰ πεθάνουν
    παραμονεύουν
    μὲ μαῦρες μάσκες καὶ βαριὰ τηλεσκόπια
    μὲ τ᾿ ἄστρα στὴν τσέπη τους βρωμισμένα μὲ ψίχουλα
    μὲ τὶς πέτρες τῶν δειλῶν στὰ χέρια
    παραμονεύουν σ᾿ ἄλλους πλανῆτες τὸ φῶς

    Νὰ πεθάνουν

    Νὰ κριθεῖ κάθε Ἄνοιξη ἀπὸ τὴ χαρά της
    ἀπὸ τὸ χρῶμα του τὸ κάθε λουλούδι
    ἀπὸ τὸ χάδι του τὸ κάθε χέρι
    ἀπ᾿ τ᾿ ἀνατρίχιασμά του τὸ κάθε φιλὶ

    ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

    ReplyDelete
  20. T. S. Eliot "The Waste Land" μετάφραση Γιώργου Σεφέρη - οι 4 πρώτοι στίχοι:

    Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός, γεννώντας
    Μες απ’ την πεθαμένη γη τις πασχαλιές, σμίγοντας
    Θύμηση κι επιθυμία, ταράζοντας
    Με τη βροχή της άνοιξης ρίζες οκνές.

    ReplyDelete
    Replies
    1. @Nikos Dimou
      2016-03-21 13:11:21+00:00

      > Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός

      Geoffrey Chaucer, The Canterbury Tales:

      Whan that Aprill with his shoures soote
      The droghte of March hath perced to the roote,
      And bathed every veyne in swich licour
      Of which vertu engendred is the flour;
      Whan Zephirus eek with his sweete breeth
      Inspired hath in every holt and heeth
      The tendre croppes, and the yonge sonne
      Hath in the Ram his half cours yronne,
      And smale foweles maken melodye,
      That slepen al the nyght with open ye
      (So priketh hem Nature in hir corages),
      Thanne longen folk to goon on pilgrimages,
      And palmeres for to seken straunge strondes,
      To ferne halwes, kowthe in sondry londes;
      And specially from every shires ende
      Of Engelond to Caunterbury they wende,
      The hooly blisful martir for to seke,
      That hem hath holpen whan that they were seeke.


      Μεταξύ 14ου και 20ού αιώνα κάτι άλλαξε στη νοοτροπία των Άγγλων…

      Delete
  21. Γ. Σαραντάρη, Η άνοιξη ξανά θα κάνει φόνο

    Λένε πως η άνοιξη ξανά
    πρώτα θα κάνει φόνο

    Πρώτα θα κάνει φόνο
    και ύστερα θα πεθάνει

    Λένε πως η άνοιξη ξανά
    έχει φιλήσει όλους

    Τα παλικάρια έφυγαν
    έμειναν οι κοπέλες

    Και τίποτα δεν έρχεται ξανά
    αν η άνοιξη δεν έρχεται

    Λένε πως έφθασε η ζεστή
    η πιο ζεστή μας μέρα.


    ***


    Γ. Σαραντάρη, Ήταν καιρός

    Ήταν καιρός που η άνοιξη
    μας αγαπούσε ακόμα

    μας έστελνε πουλιά
    να κελαηδήσουν
    και με τις ώρες μας
    να περπατήσουν συντροφιά.


    ***


    Γ. Σαραντάρη, Της άνοιξης εμέθυσαν τα μάτια

    Της άνοιξης εμέθυσαν τα μάτια
    της άνοιξης τα μάτια ήταν δικά σου
    μελαγχρινή και άψογη κοπέλα.


    ***


    Γ. Σαραντάρη, Στο πρόσωπο της άνοιξης...

    Στο πρόσωπο της άνοιξης ήταν χυμένο φως
    και μέσα στον αγέρα σαν από φωλιά
    μακρυάθε τραγουδούσε και λαίμαργα
    ο κορυδαλλός

    όσες κοπέλες δεν αγάπησα
    είχαν γίνει θάμνοι.


    ***


    Γ. Σαραντάρη, Λίγο πολύ

    Λίγο πολύ η άνοιξη
    δεν θέλει πια να φύγει

    ζάρια να παίζει ολοήμερα
    θέλει μ΄εμάς χωριάτες

    δρόμους να μη στοχάζεται
    ταξίδια να μη βλέπει

    να μη τη θέλει ο άνεμος
    ολούθε που μας βρέχει.


    ***


    Γ. Σαραντάρη, Σαν άνοιξη

    Σαν άνοιξη είναι ολάκερη γη
    τώρα που συμφιλιωθήκαμε
    τώρα που περπατάμε παντού
    και είναι παντού ευθείες γραμμές
    που μας οδηγούν στις θάλασσες
    να στοχαστούμε το θάνατο
    μας ανεβάζουν στους ουρανούς
    ν' αναπνεύσουμε περισσότερη ζωή.


    ***


    Γ. Σαραντάρη, Ξανθιά μαλλιά της άνοιξης

    Ξανθιά μαλλιά της άνοιξης
    μπλεχθήκατε με νούφαρα στη μνήμη
    κι όλο μακριά με φέρνουνε τα μήλα
    που έκοψα απ' τον κήπο
    με ταξιδεύουν σε απαλούς αγέρες
    πλάι σε θάλασσες που δεν κινούνται
    μα βλέπουν πάνω τους με βλέμμα πράο.


    ***


    Γ. Σαραντάρη, Η άνοιξη σαν έκλεισε τα μάτια

    Η άνοιξη σαν έκλεισε τα μάτια
    ήταν γιομάτη θόρυβο

    είχε το πρόσωπο ξανθό
    απ΄το μεθύσι

    τα μαλλιά
    τής σκέπαζαν τον ύπνο

    είχε τρέξει στο δάσος
    και ονειρεύονταν τον ουρανό

    Γιατί λυπότανε
    που δεν της έμειναν λουλούδια

    να χαρίσει
    στον ουρανό

    τα είχε χαρίσει όλα
    στην καρδιά μας

    κι είχε φύγει
    να μην την ξαναδούμε.

    ReplyDelete
  22. Εγώ που δεν είμαι σχετικός με ποιήση θα ήθελα να συνεισφέρω σε μουσική:



    ReplyDelete
    Replies
    1. Antonio Vivaldi - ΑΝΟΙΞΗ -La primavera-Spring


      https://www.youtube.com/watch?v=OIjp465tav4



      D.

      Delete
  23. Ἡ Ἐλιά

    Στὴν κουφάλα σου ἐφώλιασε μελίσσι,
    γέρικη ἐλιά, ποὺ γέρνεις μὲ τὴ λίγη
    πρασινάδα ποὺ ἀκόμα σὲ τυλίγει
    σὰ νἄθελε νὰ σὲ νεκροστολίσει.

    Καὶ τὸ κάθε πουλάκι στὸ μεθύσι
    τῆς ἀγάπης πιπίζοντας ἀνοίγει
    στὸ κλαρί σου ἐρωτάρικο κυνήγι,
    στὸ κλαρί σου ποὺ δὲ θὰ ξανανθίσει.

    Ὢ πόσο στὴ θανὴ θὰ σὲ γλυκάνουν,
    μὲ τὴ μαγευτικὴ βοὴ ποὺ κάνουν,
    ὁλοζώντανης νιότης ὀμορφάδες

    ποὺ σὰ θύμησες μέσα σου πληθαίνουν·
    ὢ νὰ μποροῦσαν ἔτσι νὰ πεθαίνουν
    καὶ ἄλλες ψυχὲς τῆς ψυχῆς σου ἀδερφάδες.

    Λορέντζος Μαβίλης

    ReplyDelete
  24. Denise Levertov, μετάφραση Αλέξη Τραϊανού

    Η άνοιξη

    Τα κόκκινα μάτια των λαγών
    δεν είναι λυπημένα. Κανείς δεν περνά
    το θλιμμένο χρυσό χωριό με τη μαούνα
    πιά. Το ηλιοβασίλεμα θα τ`
    αφήσει μόνο. Κανείς
    δε φταίει αν οι κουρτίνες
    κρέμονται στραβά.
    Γύρω και γύρω και γύρω
    παντού ο ίδιος ήχος
    τροχών που φεύγουν, και πραγμάτων
    που γερνούν κι ολοένα
    σωπαίνουν. Αν τα σκυλιά
    γαβγίζουν το `να στ` άλλο
    όλη νύχτα, και τα μάτια τους
    λάμπουνε κόκκινα, τούτο
    κανέναν δε νοιάζει. Έχουν
    ένα μεγάλο χώρο σκοτεινιάς
    να γαβγίσουν. Οι λαγοί
    θα γυμνώσουν τα δόντια τους
    στ` ανοιξιάτικο φεγγάρι.

    Sum1

    ReplyDelete
  25. Άνοιξη περαστικιά


    Η Άνοιξη, περαστικιά
    απ' το σπίτι,
    έσυρε μια χαρακιά
    στο φεγγίτη.

    Χάραξε κλωνιά πλεχτά
    σα γαϊτάνι,
    και τα φύλλα τα δετά
    σε στεφάνι

    και τ' αγέρι όταν περνά
    στα κοτσάνια,
    κάνουν όλα ταπεινά,
    μια μετάνοια.

    Πέρασε απ' τις γνωστικές
    τις κοπέλες
    κι άνθισαν ποδιές λευκές
    και κορδέλες.

    Άγιασε τα χώματα
    μ' άγια μύρα
    κι είν' ευκές τα χρώματα,
    γύρα γύρα.

    Πήγε κι απ' την εξοχή,
    κι απ' το ρέμα,
    κι όλοι οι φράκτες, οι φτωχοί,
    τρέχουν αίμα.

    Τώρα, ο δρόμος της μακριά
    θα τη βγάλει,
    κει που βρέχει τη στεριά
    τ' ακρογιάλι,

    στα νερά τα χαμηλά,
    κούφια, λίγα,
    για να βγάλει μια λιλά,
    μια ίσα ρίγα.

    Άδειασε κι εδώ κι εκεί
    τόσα δώρα
    και σα μοίρα στοργική
    φεύγει τώρα
    -στην καλή της ώρα!

    Τέλλος Άγρας, Από τη συλλογή Καθημερινές.


    ReplyDelete
  26. Τι όμορφα - όλοι οι αγαπημένοι μου - από Μαβίλη μέχρι Εμπειρίκο. Δεν θυμόμουν πως ο Σαραντάρης είχε γράψει τόσα πολλά για την 'Άνοιξη. Ευχαριστούμε Rosa Mund (μήπως mundi - ρόδο του κόσμου;).

    ReplyDelete
    Replies
    1. O Σαραντάρης πρόλαβε να γράψει αρκετά ποιήματα ακόμη για την άνοιξη, αν και πέθανε στην άνοιξη των 33 του χρόνων.

      Είμαι μια απλή Rosamund στις τόσες που κυκλοφορούν, κομμένη στα ..δύο, αν και η πρώτη μου σκέψη ήταν να χρησιμοποιήσω την περσόνα rosebud (από τον Πολίτη Κέιν).
      Χαίρομαι να διαβάζω ποίηση και ευχαριστώ για τη φιλική υποδοχή.

      *

      “Άνοιξη παρά τέταρτο!
      Δύο νέοι κοιτάζονται στα μάτια
      και κανείς τους δεν κατεβάζει τα βλέφαρα.
      Το αίμα με
      σα στις φλέβες παίρνει έναν καινούριο δρόμο,
      αλλάζουν
      οι φωνές των αγοριών,
      τα στήθια των κοριτσιών σκλη-
      ραίνουν και το μακρινό παθητικό τραγούδι της αγάπης
      τρέμει παραστρατημένο
      στις κυανές ανταύγειες ενός μι-
      σοξυπνημένου ορίζοντα…

      Άνοιξη παρά τέταρτο!
      Σε λίγο, πίσω από τις μάντρες,
      στα έρημα οικόπεδα, οι ξι-
      νήθρες κι οι τσουκνίδες
      θα δώσουνε μια γροθιά στις κα-
      ταλασπωμένες πέτρες
      και μεσ’ απ’ τα σπασμένα γυαλιά
      και τις αναποδογυρισμένες τρύπιες λεκάνες,
      νικώντας τα
      στερνά σκουπιδομαζώματα,
      θ’ ανατείλει γυμνή στην αιχ-
      μη της αχτίδας της η πρώτη μαργαρίτα της τύχης.
      Λο-
      ξά, και στο πείσμα του ανέμου,
      που γι’ αλλού ταξίδευε
      το σπόρο της, θα μπουκάρει
      μεσ’ από δυο σκιστές μαλτε-
      ζόπετρες να σαλέψει κάτω κάτω
      απ’ τα ρουθούνια της χειμω-
      νιάς το κόκκινο μπαϊράκι της η φανατικιά παπαρούνα.
      Και τα κορίτσια,
      τα μικρά κορίτσια, σκύβοντας μια στιγ-
      Μη να δέσουν τα καινούρια σαντάλια τους,
      θα δούνε άξα-
      φνα όλο τον κόσμο να γέρνει
      και να παίρνει τη θέση της
      απογείωσης αεροπλάνου
      που ανεβαίνει όσο που να χαθεί
      ολότελα στον άτρεμον αιθέρα…”.

      ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ, Ανοιχτά χαρτιά

      Delete
  27. Από κύκλο ποιημάτων μου με θέμα την Άνοιξη:


    ΜΠΕΤΕΛΓΚΕΖ

    Όχι, δεν μου χαρίστηκε η Άνοιξη,
    με τους νεκρούς μου έχω πληρώσει
    το γόνιμο χώμα της.
    Αυτοί τη θρέψανε και την ανέστησαν
    –εμάς ποιος θα μας αναστήσει;

    Τα χρόνια που ζούμε περνάν.
    τα χρόνια που ζήσαμε μένουν.
    -Όχι λουλούδια αποξηραμένα,
    μα, για άνθη καινούργια, νερό.

    Λέω, τη μία: θα μας αναστήσει Αυτός.
    Την άλλη: μόνοι μας θ’ αναστηθούμε.

    Το Εγώ μου πλάθω ζυμάρι.
    Κι από ζυμάρι ψωμί.
    Κι από ψωμί ξανά ζυμάρι.

    Κι όταν σωθούνε τ’ αποθέματα,
    θα καίω την ίδια μου τη στάχτη.

    Όπως το άστρο εκείνο του Ωρίωνα,
    ο Μπετελγκέζ,
    που αναβοσβήνει στην άλικη αχλή του,
    προτού απ’ τη βαρύτητα
    να συντριβεί.

    ReplyDelete
  28. Νομίζω πως με όλο αυτό το υλικό μπορούμε να εκδώσουμε μία ανθολογία. Για του χρόνου.

    ReplyDelete
    Replies
    1. σου βρήκα και τίτλο σύντροφε:

      «FLORA: η ανάσταση στα έαρα

      FAUNA: η επανάσταση στα έαρα».

      ...με το πρώτο να νικάει μέσα μου

      [του Νίκου Καρούζου πάντοτε]

      Νώντας Τσίγκας

      Delete
    2. Εξαιρετική ιδέα Ν.Δ. Και του χρόνου!

      Π.

      Delete
    3. Οπωσδήποτε. Νίκος Καρούζος:

      Η ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ ΚΑΡΦΙΤΣΩΜΕΝΗ
      Τη μοίρα μου περιγέλασαν οι άνομοι
      γιατί φανέρωσα τους ίσκιους και δείχνω το νερό
      μέσ’ στη χερσαία πνιγμονή στα στήθη τους
      θάμβος η δική μου ακινησία.
      Λένε Ιδού αυτός ο νομάς
      ένα σώμα σπιθίζοντας εργασία το θάνατο.
      Μα η χαρά να είμ’ ακίνητος
      τρέφει την ιστορία μου.
      Φρέαρ είναι η Άνοιξη που βγάζει δροσιά και άστρα.

      Delete
    4. Μου είπες «φρέαρ» και άκουσα «fear».
      Τρόμος κυρίευσε το είναι μου.
      Είναι παράξενο τι παιχνίδια παίζει το μυαλό όταν θέλει να διηγηθεί μια ιστορία :
      Σου ΄δωσαν την πηγή να την κάνεις ομορφιά, να την κάνεις γνώση, να την κάνεις άρωμα, να τρέξει να αναβλύσει να δώσει χαρά παντού και εσύ τα ξεχαρβάλωσες όλα.
      Φόβο την έκανες και απόγνωση, μοιρολατρία και απελπισία για να μου πεις μόνο τα παρακάτω λόγια:

      Και εσύ ανθρωπάκο
      μίζερε και τιποτένιε
      κυνηγάς ότι γυαλίζει
      και μετά κλαις
      ότι σου στερούν τον επίγειο παράδεισο
      –την αθανασία της στιγμής-
      με ανταλλαγή ένα σπίτι, ένα αυτοκίνητο
      μια δουλειά μια προσευχή, μια δόξα!

      Για να πεις και εσύ ότι έζησες – να μην χαθεί το είδος-
      να μην χαθεί η μιζέρια των χαμένων στιγμών
      της δικής σου ύπαρξης μέσα στην ανυπαρξία σου.


      Ας είναι -να μην επαναλαμβάνομαι.
      Ότι αξίζει να ειπωθεί έχει ειπωθεί ήδη.

      D.

      Delete
  29. Θα εχουν ανοιξει το σπιτι μαμα
    και θα σε περιμενουν

    Θα ειναι ολα οπως τα θυμασαι,
    η μαρμαρινη σκαλα, η βεραντα που
    βλεπει λιγο θαλασσα,
    αλλα κυριως τα πευκα που αγαπησες.

    Χτες μου ειπες το 'μυστικο' σου:
    θα ταξιδεψεις οταν φτιαξει ο καιρος,
    να εχει πρασινισει το νησι
    και να μυριζει ανοιξη.

    (Για την μητερα μου που ετοιμαζεται να 'φυγει')

    ReplyDelete
    Replies
    1. "[...] ίσαμε την στιγμή που η αναπνοή τους
      Θα ενωθεί με τ’ανοιξιάτικο αεράκι του επιταφίου
      και θα χαθεί
      Όμως την νύχτα δεν τους πιάνει ο ύπνος
      Κι όταν δεν ονειρεύονται – τραγουδούν"

      Μάνος Χατζηδάκις

      (και για την αντιγραφή Ν. Τσίγκας]

      Delete
  30. Φωτογραφία είναι αριστούργημα.

    Sam

    ReplyDelete
    Replies
    1. Πράγματι. Όπως όλες οι φωτογραφίες του Δήμου. Ζεστές και ποιητικές ή δροσερές και απαλές. Ανάλογες με την περίσταση.

      Delete
  31. Τι θέλει τούτη η άνοιξη μου πες
    κι αναρωτήθηκα.

    Aπό μένα;
    Απ’ όλους;
    Ίδιο απ’ όλους;

    Να. Αυτό δεν ήθελα ποτέ μου.
    Μια λέξη άλλη ,απ’ άλλη ζωή
    να μπαίνει , να κατοικεί
    ως οικεία.

    Το ξέρω.
    Εγώ το κάνω.

    Κι είναι κι οι λεμονανθοί της αυλής από μέρες.
    Να μου λένε όχι απ΄ όλους.

    Από τον καθένα κι αλλιώς.

    ReplyDelete
  32. Καὶ νὰ ποὺ φτάσαμε ἐδῶ
    Χωρὶς ἀποσκευὲς
    Μὰ μ᾿ ἕνα τόσο ὡραῖο φεγγάρι
    Καὶ ἐγὼ ὀνειρεύτηκα ἕναν καλύτερο κόσμο
    Φτωχὴ ἀνθρωπότητα, δὲν μπόρεσες
    οὔτε ἕνα κεφαλαῖο νὰ γράψεις ἀκόμα
    Σὰ σανίδα ἀπὸ θλιβερὸ ναυάγιο
    ταξιδεύει ἡ γηραιά μας ἤπειρος

    Ἀλλὰ τὰ βράδια τί ὄμορφα
    ποῦ μυρίζει ἡ γῆ

    ReplyDelete
    Replies
    1. Φυσάει στα σταυροδρόμια του Κόσμου21 March, 2016 21:03

      Αλλά τι όμορφα τι όμορφα που μυρίζει η γη...λοιπόν τι κάνουμε εδώ...και πότε θα αλλάξει ο κόσμος...μες την αγάπη μας είναι ένα δροσερό κλωνάρι...ένα σπουργίτι...μια φυσαρμόνικα...τραγουδάω το αίμα που παντού στη γη είναι κόκκινο...τραγουδάω...φυσάει απόψε φυσάει...μες τις κιθάρες φυσάει.

      Delete
  33. Κι αυτά τα μικρά σημαδάκια σου,
    πνεύματα από το παρελθόν,
    τις δασείες, τις ψιλές τις περισπωμένες σου,
    θα τις βρεί το ξημέρωμα, μ´εναν ήλιο λαμπρό!

    Π.

    ReplyDelete
  34. Συνήθως συμφωνώ ή διαφωνώ νοερά αλλά το σημερινό θέμα καθώς και ένα προηγούμενο ποστ για αναγνώστες - σχολιαστές "φαντάσματα", με "εξώθησαν" (;;!!!) να καταθέσω κι εγώ με τη σειρά μου ένα μικρό, απολύτως αυτοβιογραφικό ποιηματάκι. Κι αν ειν' τραχειά του λόγου η εκφορά, ας είναι. Το καταθέτω με πολλούς χαιρετισμούς σε όλη την διαδικτυακή παρέα και σε σας προσωπικά κύριε Δήμου.

    Μέσα μου βαθιά
    Μια πληγωμένη άνοιξη
    Ο ανθός δεν ευοδώθηκε
    Ένα απότομο όχι στην χαραυγή της μέρας

    Και το θαύμα δεν ετέλεψε
    Τώρα μαθαίνω για το ναι
    Την αρμονία του σύμπαντος κόσμου
    Μια μικρή κουκκίδα εγώ κι η άνοιξη που καρτερώ υπέρτατη

    Η άνοιξη περιμένει εμένα. Εμάς.

    ReplyDelete
  35. Ξαναντάμωμα
    Το θρόισμα των δέντρων
    Το κελάηδισμα των πουλιών
    Αποχαιρετισμός

    ReplyDelete
    Replies
    1. Νίκος Καρούζος

      ΕΠΙΔΕΙΝΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΟΡΑΤΟΥ

      Της Μαίρης

      Όσο κρατήσει η ζωή κρατεί κι ο θάνατος.
      Ώρα να σκεφτώ τα μελλούμενα
      σωριασμένα αιφνίδια στο χτες.
      Η λάμψη όταν περάσει λάμπει περισσότερο
      καθώς
      η ακινησία φανερώνεται
      στη διαίρεση των βημάτων.
      Όντως το περπάτημα ολότελα το χρόνο καταστρέφει
      όπως ολότελα τον ήχο παύουμε
      ακουμπώντας τα χέρια
      πάνω στα βοερά τύμπανα.
      Πιότερο ζει η αστραπή
      μετά το ανατρίχιασμά της
      η απέραντη δυνατότητα των πουλιών
      όταν μακραίνει ο θόρυβος ενός τυχαίου αεροπλάνου.
      Φοβερή ασυνέχεια:
      ο πλούτος μου είναι το στήθος μου.
      Γι’ αυτό ποτέ δεν παζάρεψα το ηλιοβασίλεμα
      και ταξιδεύω σίγουρος
      όσο η μίνθη ταξιδεύει και το ασπροθύμαρο.
      Συνηθισμένο πράμα η θυσία.
      Και ιδού με χιλιάδες σπάγγους
      δεμένος αιωρείται ο Ηράκλειτος
      στην άχρωμη αποκριά της λογικής.
      Πάνω σε τέσσερες ρόδες
      έρχεται βαρετά με τις Σίβυλλες
      χαιρετώντας δεξιά κι αριστερά τους σκύλους.
      Ακολουθεί ο ξένος στα επαγγέλματα
      με τα δάκρυα όλων των ειδών.
      Έλαμπε το σούρουπο σαν τρυφερό μέταλλο
      μια γκρίζα γάτα
      μου φάνηκε τρομερά ντυμένη.
      Ένα ζευγάρι φιλιότανε αμέριμνα.
      κέρδιζε όλες τις στιγμές
      τίποτα δεν παρατηρούσε.
      Ο έρωτας είναι πάντα
      μικρή-μεγάλη η δύναμη του Έχε Γεια
      χρόνος ακατάσχετος.
      Αυτός ερημώνει τα γηραλέα μεσάνυχτα
      χρίει τις πεταλούδες με δικαιοσύνη.
      Κι όταν υψώνεται ο κίτρινος καπνός απ’ τα ποιήματα
      στον κουρελιασμένο χώρο που αναβοσβήνει
      βλέπουμε χαρούμενες υποταγές
      ο κόσμος τινάζει άξαφνα τη μανταρινιά της αστραπής
      οι άγγελοι εξελίσσονται σε τριαντάφυλλα
      και ξεκαρδίζεται ο κίνδυνος.
      Έρχται τώρα να την
      η Ανθούσα μόνη της –
      η ερημιά την κατορθώνει.
      Πολλά-πολλά ξεχύνονται
      πλήθος πουλιά σαν φυλλώματα.
      Είχε νυχτώσει ωστόσο.
      Κάθε απόσταση φαινότανε μύθος.
      Αναπάντεχα τότε
      σηκώνοντας τα χέρια του ψηλά
      ένας νέος με γενειάδα φωνάζει:
      Αστέρια σμαραγδένιοι σκύλοι
      που κομματιάζετε τη νύχτα
      να η άγρια ζάχαρη. –
      Σε πέντε λεπτά ήρθαν οι αντλίες
      ο ήχος των σειρήνων έφερε μεγάλη σύγχυση
      και η Ανθούσα έλιωσε φριχτά
      στην επίθεση του νερού
      με τις μάνικες.
      Ο δρόμος βράχηκε ανελέητα
      τρεχάλα διαλύθηκαν οι συγκεντρωμένοι
      κ’ έσκουζαν ολούθε.
      Μια νόστιμη κυρία ή δεσποινίδα
      που έχασε στη βιάση τα γοβάκια της
      έψαχνε μάταια μέσα στη φυγή.
      Πανδαιμόνιο.
      « - Τι έγινε; Τι συμβαίνει;»
      Έτρεχα κ’ εγώ μ’ αλλεπάλληλες σκέψεις
      ηλικιωμένος απότομα.
      Έστριψα σ’ ένα στενό
      και συνεχίζοντας να τρέχω
      προχώρησα στην ησυχία μου.
      Με κόπο ματαιώνοντας τα δάκρυα
      θυμήθηκα την περασμένη Άνοιξη.
      Έβγαινα για καθαρό αέρα
      πατώντας στους ίσκιους των περιπάτων
      εκεί που λησμονήθηκε το ρόδο
      και η γύμνια δεν ανταλλάχτηκε.
      Μ’ άρεσε να περιπλανιέμαι βάζοντας
      μέσα στο στόμα του φαφούτη νου
      μεγάλη ερημιά για να χορταίνει.
      Όλα μού είναι άχρηστα, σκέφτηκα, εκτός απ’ τη ζωή.
      Πρόκοψε τόσο η συμφορά...
      Γέμισα νυχτωμένη αγωνία
      ένα δήθεν φως.
      Μικρόβια τ’ αυτοκίνητα στους δρόμους –
      χρωματισμένα.
      Τεράστια χρονόμετρα μεγεθύνουν
      σε σκοτεινούς θαλάμους τα δευτερόλεπτα
      λιώνουν οι ώρες υπέροχα
      στα χυτήρια του ερέβους.
      Αυτός ο Κρόνιος Πολιτισμός! Ας τον αρωματίσουμε...
      Ανάσταση: τα καλοπιάσματα του έαρος.
      Ερωτευθείτε.

      Delete
  36. "Αραξάμε σ' ακρογιαλές γεμάτες αρώματα νυχτερινά
    με κελαηδίσματα πουλιών, νερά που αφήνανε στα χέρια
    τη μνήμη μιας μεγάλης ευτυχίας"

    "Τα άστρα της νύχτας με γυρίζουν στην προσδοκία
    του Οδυσσέα για τους νεκρούς μες στ' ασφοδίλια"


    Μυθιστόρημα, Γιώργος Σεφέρης

    ReplyDelete
  37. Αφού ετοιμάζετε ανθολογία, κρίμα δεν είναι να λείπει ο ελληνικός ρομαντισμός;

    Δρέψατε πάλιν, ερασταί ευδαίμονες, ναρκίσσους
    Eις του Mαΐου τους φαιδρούς κ' ευώδεις παραδείσους,
    Kαι την παρθένον στέψατε, ήτις ως άνθος κλίνει·
    Eγώ δεν κόπτω, δι' εμέ απέθανεν Eκείνη!

    Δεν κόπτει ο ανέραστος μυρσίνης κλώνα πλέον·
    Xλευάζει την οδύνην του το άνθος το ωραίον.
    Eκ τάφου μόνον δύναται κυπάρισσον να δρέψη,
    Έν άλλο μνήμα με αυτήν, το στήθος του να στέψη...

    Eίναι ανθέων εορτή, η πρώτη του Mαΐου,
    Tο άσμα της νεότητος, η άνοιξις του βίου.
    Φευ· την καρδίαν μου αυτή η εορτή ξεσχίζει,
    Kαι άλλην πρώτην εις εμέ Mαΐου ενθυμίζει.―

    Tον Mάιόν σας, ερασταί τρισόλβιοι, χαρήτε,
    Πριν νέφη φθινοπωρινά ερχόμενα ιδήτε...
    Oίμοι, δι' όλους ο αυτός επροωρίσθη βίος·
    Mίαν στιγμήν με έρωτα, και μόνοι αιωνίως!

    Mόνοι! αλλ' όχι και χωρίς ανάμνησιν καμμίαν·
    Tυφλοί, μ' ενθύμησιν φωτός εις νύκτα αιωνίαν.
    Eις μίαν της καρδίας μας γωνίαν επιζώντες,
    Ως υπνοβάται βαίνομεν κ' υπάρχομεν απόντες!

    K' εγώ ηγάπησα ποτέ, κ' εγώ αντηγαπήθην,
    Aλλά την ελησμόνησα, αλλά ελησμονήθην.
    Δεν είναι ο βίος Mάιος αιώνια, δεν είναι·
    Mαραίνονται κ' αι ανθηραί του έρωτος μυρσίναι,
    Kαι η νεότης μας πετά ως αστραπή ταχεία,
    Ως ώρα σταθερότητος εις στήθη γυναικεία!...

    Αχιλλέα Παράσχου, "Ο Μάιος"

    ReplyDelete
    Replies
    1. Αχ, ο Παράσχος! (Μένω και στο δρόμο του) Είναι απιθανο πόσοι δρόμοι "Αχιλλέως Παράσχου" υπάρχουν στο λεκανοπέδιον. Κάτι έγραφε και ο Σεφερης για τους ποιητές που γίνονται ...δρόμοι. Όσο χειρότεροι, τόσο περισσότεροι.

      Πάντως καλά κάνατε και τον θυμηθήκατε. Παρόλο που δεν αγαπούσε την άνοιξη. Την ιδανική του ερωμένη, την ήθελε φθισικιά:

      "Με είκοσι φθινόπωρα, με άνοιξιν καμίαν!"

      Delete
    2. Αχ μου θυμίσατε τη μητέρα μου με τον στίχο "Με είκοσι φθινόπωρα, με άνοιξιν καμίαν!" Ήξερε όλο το ποίημα και ξεκαρδισμένη το απάγγελλε απορώντας πώς στη νιότη της (γεν. 1900) ήταν ξετρελαμένη με τον Παράσχο!
      Μπορεί να ήταν φουλ στις επιρροές αλλά είχε καταφέρει να εκφράσει μιαν εποχή. Δεν είναι λίγο.

      Delete
  38. Η ΝΕΡΟΣΤΑΓΟΝΑ (απόσπασμα)

    Καίνε τα χείλη μου και η λύπη λάμπει
    σταγόνα καθαρού νερού πάνω απ’ τα βάραθρα
    τα σκοτεινά γεματα χόρτα˙ μόνο η ψυχή
    αναμμένη σαν παλιά εκκλησία
    δείχνει ότι θα πεθάνουμε άνοιξη...


    Μαρία Ναφέλη, Οδυσσέας Ελύτης

    ReplyDelete
  39. Έστησ' ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη,

    κι η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκειά της ώρα,

    και μες στη σκιά που φούντωσε και κλει δροσιές και μόσχους

    ανάκουστος κιλαϊδισμός και λιποθυμισμένος.

    Νερά καθάρια καί γλυκά, νερά χαριτωμένα,

    χύνονται μες στην άβυσσο τη μοσχοβολισμένη,

    και παίρνουνε το μόσχο της, κι αφήνουν τη δροσιά τους,

    κι ούλα στον ήλιο δείχνοντας τα πλούτια της πηγής τους,

    τρέχουν εδώ, τρέχουν εκεί, και κάνουν σαν αηδόνια.

    Έξ αναβρύζει κι η ζωή σ' γή, σ' ουρανό, σε κυμα.

    Αλλά στης λίμνης το νερό, π' ακίνητό 'ναι κι άσπρο,

    ακίνητ' όπου κι αν ιδείς, και κάτασπρ' ως τον πάτο,

    με μικρόν ίσκιον άγνωρον έπαιξ’ η πεταλούδα,

    που 'χ' ευωδίσει τσ' ύπνους της μεσα στον άγριο κρίνο.

    - «Αλαφροΐσκιωτε καλέ, για πες απόψε τι 'δες;».

    - «Νύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!

    Χωρίς ποσώς γης, ουρανός και θάλασσα να πνένε,

    ουδ' όσο καν η μέλισσα κοντά στο λουλουδάκι,

    γύρου σε κάτι ατάραχο π' ασπρίζει μες στη λίμνη,

    μονάχο ανακατώθηκε το στρογγυλό φεγγάρι,

    κι όμορφη βγαίνει κορασιά ντυμένη με το φως του!».

    Διονύσιος Σολωμός.
    Ελεύθεροι Πολιορκημένοι.
    Απόσπασμα.

    ReplyDelete
    Replies
    1. Μπράβο Διονύση - το διασημότερο ανοιξιάτικο ποίημα. Κι έλεγα: δεν θα το θυμηθεί κανείς;

      Delete
    2. "Λευκό βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει,
      Kαι μες στη θάλασσα βαθιά ξαναπετιέται πάλι,
      Kι’ ολόλευκο εσύσμιξε με τ’ ουρανού τα κάλλη.
      Kαι μες στης λίμνης τα νερά, όπ’ έφθασε μ’ ασπούδα,
      Έπαιξε με τον ίσκιο της γαλάζια πεταλούδα,
      Που ευώδιασε τον ύπνο της μέσα στον άγριο κρίνο·
      Tο σκουληκάκι βρίσκεται σ’ ώρα γλυκιά κι’ εκείνο.
      Mάγεμα η φύσις κι’ όνειρο στην ομορφιά και χάρη,
      H μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι·
      Mε χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κραίνει·
      Όποιος πεθάνη σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει."

      [Πάλι από το "Ελεύθεροι πολιορκημένοι" του Μεγάλου Διονυσίου...]

      Delete
  40. Μίλτος Σαχτούρης

    Τα χελιδόνια μου

    Δε σας γνωρίζω εφέτος
    καημένα χελιδόνια μου
    πετάτε άραγε όπως άλλοτε
    ή μήπως σε ρόδες πάνω να κυλάτε

    όμως το μάτι σας γιατί έτσι μεγάλωσε
    τεράστιο
    τεράστιο και πορφυρό
    μονάχα ο ουρανός σάς έχει απομείνει
    μα να ’ναι για σας τώρα Ουρανός;

    ReplyDelete
  41. Κωστής Παλαμάς

    ΤΑ ΧΕΛΙΔΟΝΙΑ

    Ποια μουσική απαλαίνει τον αγέρα;
    Γιορτάζει η πλάση τα είκοσί της χρόνια;
    Στα χειλάκια της παίζει μία φλογέρα;
    Καλώς ήρθατε, χελιδόνια!

    Τιτίβισμα, λαχτάρα στη φωλιά,
    Αλλάζουν τα φιλάκια στ’ ανθοκλώνια,
    Τα μαύρα, σαϊτοτίναχτα πουλιά.
    Καλώς ήρθατε, χελιδόνια!

    Ξανά με τα σπαθάτα σας φτερά,
    Στην άνοιξη μας πάτε την αιώνια,
    Δεν είναι όνειρα η νιότη ούτε η χαρά.
    Καλώς ήρθατε, χελιδόνια!

    Τίποτα δεν πονεί, μήτε απελπίζει,
    Της ζωής μου ας περνώ τα στερνά χρόνια,
    Κάτι μέσα μου σαν να γλυκοαρχίζει…
    Καλώς ήρθατε, χελιδόνια!

    ReplyDelete
  42. Οδυσσέας Ελύτης

    (Από το "Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου")

    Η Πρωτομαγιά

    ΠΙΑΝΩ ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ με προσοχή και την ανοίγω:

    Με χτυπάει μία ζέστη αραχνοΰφαντη
    ένα μπλε που μυρίζει ανάσα πεταλούδας
    οι αστερισμοί της μαργαρίτας όλοι αλλά
    και μαζί πολλά σερνάμενα ή πετούμενα
    ζουζούνια, φίδια, σαύρες, κάμπιες και άλλα
    τέρατα παρδαλά με κεραίες συρμάτινες
    λέπια χρυσά λαμέ και πούλιες κόκκινες

    Θα ’λεγες, έτοιμα όλα τους να παν
    στον χορό των μεταμφιεσμένων του Άδη.

    ReplyDelete
  43. Ρώμος Φιλύρας

    Εαρινό

    Ω εκείνο το αλάλητο στην άνοιξη,
    μες´ τη γλυκιά,την απαλή λαχτάρα,
    Ω ένα πουλάκι μέσα μου λαλεί
    και τρέμει,φτερουγίζει, λαχταρεί
    κάτι απαλό κι απόκοσμο πολύ...
    Και νιώθοντας πως κάτι το καλεί
    έξω από τον εαυτό μου κι απ την φύση
    και θαρρώντας πώς άκουσα φωνούλα,
    τρέμει,σάμπως στο λούλουδο η δροσούλα,
    και κοντεύει να φύγει από την ψυχή μου
    και πετώντας στην άκρη της Αβύσσου,
    να γίνει Χερουβείμ του Παραδείσου.

    ReplyDelete
  44. This comment has been removed by the author.

    ReplyDelete
    Replies
    1. Πράγματι έχει σαν θέμα την άνοιξη - αλλά δεν είναι ποίημα. Ως ιδρυτικός μπλόγγερ έχεις προνόμιο, και γι αυτό δεν το έκοψα, αλλά κανονικά δεν ανήκει εδώ.

      Delete
    2. Νίκο, γράφεις στο ποστ "Φυσικά η πρόζα δεν απαγορεύεται (...)"

      Με εκτίμηση,
      Κάπα

      Delete
    3. Ποιητής

      Ποιητής σου λένε για να γίνεις,
      Πρέπει να διαβάσεις - για να ξέρεις από πριν τι θα απογίνεις
      Να έχεις και γραμματική και σύνταξη και όλα
      Αν δεν ταχεις του χεριού σου όλα αυτά
      καλύτερα μην γράφεις –να μην κάνεις τον ξερόλα

      Να δόσεις βαθύ νόημα στο όραμα σου
      Με λέξεις που σπανίζουν δύσκολες δυσνόητες
      αυτές είναι που σε ένα ποίημα μετράνε

      Για να μην ειπωθούν η άλλες οι αυτονόητες
      Γιατί αυτές είναι που – πραγματικά – πονάνε!

      D.

      Delete
  45. Πάνω στο λόφο σού ‘στρωσα πευκοβελόνες
    κι έριξα πάνω τους αχτίδες ήλιου κι από πάνω
    σου ‘στρωσα ένα χαμόγελο να μην κόβεται το κορμί σου.

    Κι είπα στο χρόνο να μη σε ξυπνήσει.
    Ή, πιο καλά, να σε ξυπνήσει όσο μπορούσε αργότερα,
    γιατί πολλές φορές τα πράγματα γίνονται μια φορά
    κι ας είναι οι μέρες όλες ίδιες και ο ήλιος αιώνιος.

    ReplyDelete
  46. Και ο Δρισίνης με την μυγδαλιά του.

    Εκούνησε την ανθισμένη μυγδαλιά
    με τα χεράκια της

    κ´εγέμισ´από άνθη η πλάτη, η αγκαλιά
    και τα μαλλάκια της....



    και τα μαλλάκια της....

    ReplyDelete

  47. Ὕμνος στὴν Ἄνοιξη (ἀπόσπασμα)

    Ὢ Ἄνοιξη! Ἦρθες κι ἔφυγαν οἱ ἔννοιες οἱ πίκρες,
    Ποὺ ἕνα χειμώνα κούρνιαζαν μέσα στὴν κάμαρά μου!
    Μπῆκες σὰ φῶς σ’ ἕνα κλειστό κι ἐρημωμένο σπίτι
    Καὶ τώρα σὰ χελιδονιῶν φωλιὰ εἶναι ἡ καρδιά μου.

    Σὰν τὸ καράβι, ποὺ ἄξαφνα τὸ βρήκε μιὰ μπουνάτσα
    Καὶ σταματάει στὸ δρόμο του – ἔτσι ἧταν ἡ ζωή μου.
    - Τριγύρω πάντα ὁρίζοντας ἴδιος, τὰ ἴδια βράχια,
    Καὶ στὸ τιμόνι, ἀνώφελος πιλότος, ἡ ψυχή μου!

    Κι ἧρθες!... Καὶ σὰν τὸν ἄνεμο φούσκωσες τὰ πανιά μου,
    ὅπου, πεσμένα, σφάδαζαν, καθὼς τὰ λαβωμένα
    Φτερὰ πουλιοῦ, ποὺ μιὰ στιγμὴν ἀνοίγουν νὰ πετάξουν,
    Μὰ ξαναπέφτουν ἄτονα, βαριὰ σὰ μολυβένια.

    Καὶ νὰ ποὺ τώρα στὸ γλαυκὸ τὸ κύμα σὰ δελφίνι
    καὶ πάλι τὸ καράβι μου καμαρωτὸ γλιστράει…
    - Ὢ! Νὰ μπορεῖ πάντα κανείς, Ψυχή, νὰ ταξιδεύει:
    Κι ἀδιάφορο ποῦθ’ ἔρχεται – κι ἀδιάφορο ποὺ πάει!…

    Κώστας Οὐράνης -Ποιήματα, ἐκδόσεις Βιβλιοπωλείον τῆς Ἐστίας, Ἀθήνα, 2002.

    ReplyDelete
  48. Ένα δημοτικό τραγούδι που τραγουδιέται και σήμερα, ιδιαιτέρως από μερικούς "Ευρωτσολιάδες" σαν εμένα, χωρίς την στροφή για τον Μόσχοβο. (Όσοι περίμεναν τον Μόσχοβο, ακόμα περιμένουν...)

    Ακόμα τούτη την άνοιξη
    ραγιάδες, ραγιάδες,
    τούτο το καλοκαίρι,
    Μοριά και Ρούμελη.
    Όσο να ρθει ο Μόσκοβος
    ραγιάδες, ραγιάδες
    να φέρει το σεφέρι
    Μοριά και Ρούμελη…

    Δημοτικό τραγούδι.

    ReplyDelete
    Replies
    1. Ήρθε ο Μόσχοβος, βέβαια, ήταν μαζί με τους άλλους στη ναυμαχία του Ναυαρίνου, μοιρασιές λεόντων

      Delete
  49. Κι άλλο ένα δημοτικό από τον Πόντο.

    Παπαρου παπαρου παπαρούνα μου,
    Παπαρούνα φουντωτή, φουντωτή καμαρωτή!
    Δεν μου δανεί δεν μου δανείζεις τα άνθη σου το πετροκοκκιναδι σου!

    ReplyDelete
  50. Άνθισαν πάλ' οι νεραντζιές

    Άνθισαν πάλ' οι νεραντζιές,
    μεθυστικά μυρίζουνε οι δρόμοι.
    Του ήλιου οι ακτίνες είν' ζεστές,
    βάλαν' τα καλοκαιρινά τους κι οι ευζώνοι.

    Άνθισαν πάλ' οι νεραντζιές,
    και τα πουλάκια τώρα ζευγαρώνουν.
    Με τις φωνές τους τις μελωδικές,
    στις φυλλωσιές των δένδρων ξεσαλώνουν!

    Άνθισαν πάλ' οι νεραντζιές,
    σε λίγο θα 'ναι πάλι καλοκαίρι.
    Το βράδυ θα 'χει μόνο αστροφεγγιές
    κι εγώ θα σου κρατώ σφιχτά το χέρι ...

    Για την Κατερίνα, Απρίλιος 2015

    Sthn Kater;ína

    ReplyDelete
  51. Νίκος Καρούζος - "το έαρ είναι άλυτο-

    ΡΩΜΑΪΚΗ ΟΠΤΑΣΙΑ

    εν τω τηρείν τον ένδον δαίμονα ανύβριστον και ασινή
    ΜΑΡΚΟΣ ΑΥΡΗΛΙΟΣ, Εις Εαυτόν

    Ωραιότερος απ’ τα ναυάγια των ήλιων
    ο απλός αυτοκράτορας ενώ
    τα μάτια του σχεδόν ερωτευμένα
    και πρόθυμα στον άσχετο κίνδυνο μιας εκστρατείας
    κερνούσαν έξω απ’ τη σκηνή του
    τη μοίρα δίχως τάραχο και την αθώα σκέψη
    να μην τον εύρει σε μικρότητα ο θάνατος
    όπως οι άγγελοι διαγράφονταν παγεροί μεσ’ στον κόσμο
    χωρίς άλλο ένδυμα, μονάχα την αυγή φορώντας
    - εκείνη τη σοβαρότητα εκείνο το χρώμα!
    μιλούσε με τα λίγα δάκρυα του κι όπως
    ο ήλιος ανέβαινε στην καμπύλη
    σιγά-σιγά τα στέρεψε.
    Η Ρώμη γινότανε μέσα του σαν ένα σβωλαράκι
    τα χρόνια μάζευαν οδυνηρά
    καθώς τα στρείδια στο λεμόνι.
    Ποτέ δεν τον ένιωσαν, αλήθεια,
    οι λεγεωνάριοι που ’χαν συνηθίσει
    τόσον καιρό στη σφαγή και στον πονόδοντο
    με σκονισμένα μάτια
    με σπασμένα νεύρα.
    Αίφνης ένας παλιός αριστοκράτης απ’ του Βρούτου το σόι
    μ’ άσπρο κουστούμι και μια κόκκινη βαλίτσα
    τον πλησίασε ήρεμα και διαιρώντας
    με το χέρι του σηκωμένο ψηλά
    την αυγινή σελήνη που ξεθύμαινε
    του είπε: «Πώς να γίνει, αγαπητέ μου, διχάζομαι
    και συ μου λες πως έχω το παρόν και μόνο.
    Μα εκείνος ο γαλάζιος σκαντζόχοιρος
    ο ουρανός όταν βρέχει
    τα δέντρα που τρομάζουν ολόγυρα
    η άκακη χλόη κι αποπάνω τα πτηνά
    τούτο το βάρβαρο ρυάκι πλάι μας
    τα ξίφη των αγγέλων
    η μουγγαμάρα που σχηματίζει τη λάμψη –
    κάθε λαχτάρισμα του υπαρκτού με αφυπνίζει
    για το μισό που καταπίνει τ’ άλλο του μισό.
    Δεν είμαι θάλασσα να λιώσω με νύχτα τη σελήνη
    και να την κάνω κομμάτια στα νερά
    με νεκρώσιμη γαλήνη περίγυρα
    ή με κύματα γοερά
    με θρήσκευμα τον πόνο...
    Το έαρ είναι άλυτο.
    Πώς να διδάξω τη φλόγα στη σταγόνα;
    Η αγωνία υπερβαίνει τη ζωή,
    γι’ αυτό και αχρηστεύει τις απολαύσεις.
    Αχ, τι λάκκος από σκοτάδι που κάποτε
    μ’ έναν κόκορα στο κεφάλι για να τρελάνω τη νύχτα
    ούρλιασα ξαφνικά σα να μου φύτεψαν βόλι:
    - Μια τριανταφυλλιά στο φεγγαρόφωτο!
    Τι φρίκη, την τρώνε τα δευτερόλεπτα! –
    Πώς να κρατήσουμε απείραχτο το δαίμονα;
    Μ’ αν δεν μπορούμε – τότε λέω πως αρκεί
    για λίγη βλόγηση κ’ ίσως ίαση
    κείνος ο σκύλος όνειρος, κείνος ο γκρίζος τύφος...
    Χαίρε Καίσαρα!
    Τα μάτια μου ειν’ ευρήματα του θανάτου».

    ReplyDelete
  52. Γέρων αοιδός ψάλλων το έαρ

    Ήλθες, Μάρτιε, ήλθες λοιπόν,
    κ' επρασίνισαν πάλιν οι κάμποι,
    και το βλέμμα του Έαρος λάμπει,
    λάμπ' εις όλην την γην χαρωπόν.

    Ήλθες Μάρτιε κ' ήλθαν μαζί
    αύραι, ρόδα, φωναί αηδόνος,
    κ' η ταφείσα εις πλάκα χιόνος
    φύσις θάλλει εκ νέου και ζη.

    Ω στιγμαί ταραχής τρομεράς,
    ότ' εν μέσω βροντών και στροβίλων
    επιπίπτουν σφοδρώσ κατ' αλλήλων
    Εύρος, Ζέφυρος, Νότος, Βορράς!

    Όλα έμειναν τώρα βωβά,
    μόνη δε η γλυκεία γαλήνη
    της θαλάσσης το κύμ' απαλύνει,
    όπου νήσσα λευκή κολυμβά.

    Παντού χλόη, παντού αφειδώς
    άνθ' η φύσις προχέει ποικίλα'
    παντού ψάλλ' η καλή Φιλομήλα,
    των δασών ο μικρός αοιδός.

    Το εράσμιον κάλλος υμνών
    τι γλυκά, τρυφερά λαρυγγίζει
    προς το ρόδον που αύρα λυγίζει
    και ερύθημα βάφει σεμνόν!

    Παρομοίως λευκή Ναϊάς
    εις εγκώμια νέου Σατύρου
    φλεγομένας αισθάνεται γύρου
    τας ωραίας αυτής παρειάς.

    Πόσαι, πόσαι ωραίαι σκηναί
    την ψυχήν συγκινούν και φαιδρύνουν!
    Και η Πρόκνη! ω πώς με ηδύνουν
    αι μικραί της, κομψαί της φωναί!

    Της ανοίξεως άγγελε, τι,
    τι ψελλίζει το λάλον σου στόμα;
    Τι παράπονα έχεις ακόμα,
    σκληρά μήτηρ, σκληρά γαμετή;

    Πού να στρέψω το βλέμμα μου, πού,
    και τερπναί να μην είναι εικόνες;
    Αλλά παύω, και σεις αηδόνες
    κελαδείτε αυτάς τους λοιπού.

    Της Ελλάδος γλαυκέ ουρανέ,
    ποταμοί και βουνά και κοιλάδες,
    λίμναι λείαι, τερπναί πρασινάδες,
    και Ζεφύρων πνοαί σιγαναί!

    Είμ' εξήκοντα ήδη ετών,
    αλλά όταν εις σας ατενίσω,
    επεθύμουν ακόμα να ζήσω
    έτη άλλα δις, τρις εκατόν!

    Ήλθες Μάρτιε, ήλθες λοιπόν,
    κ' επρασίνισαν πάλιν οι κάμποι,
    και το βλέμμα του έαρος λάμπει,
    λάμπ' εις όλην την γην χαρωπόν.

    Ιωάννης Καρασούτσας (1824-1873)



    ***



    Η επάνοδος του έαρος

    Το έαρ το γλυκύ εφάνη'
    χαίρε, ω φύσις θεσπεσία!
    Με σε ζωήν αναλαμβάνει
    κ' η τεθλιμμένη μου καρδία.

    Εις τα πολύστονά μου στήθη
    σχεδόν εσίγησεν ο πόνος,
    σχεδόν η νάρκη διελύθη
    του αιωνίου των χειμώνος.

    Εις άλση όπου με τα ρόδα
    κομά ο νάρκισσος, το ίον,
    περιπλανώ μονήρη πόδα
    ως τις σκιά των Ηλυσίων.

    Κ' εις την ψυχήν μου αίφνης τόσα
    γεννώντ' αισθήματα θυμήρη,
    ο κόλπος του Μαΐου όσα
    άνθη ευώδη διασπείρει.

    Και πάσα αύρα μυροβόλος
    μοι λέγει ως φωνή κρυφία,
    και διά σε δεν είναι όλως
    αδύνατος η ευτυχία!

    Και λησμονώ ότι Εκείνη,
    ο στέφανος του έαρός μου,
    η καλλονή, η Ευφρονύνη,
    η Εύα της Εδέμ του κόσμου,

    των ημερών και των αγρύπνων
    νυκτών μου η φροντίς, εις σκότη
    ανήλια, φρικτά, τον ύπνον
    τον ανεξέγερτον υπνώττει!

    Ιωάννης Καρασούτσας (1824-1873)




    ReplyDelete
  53. Αμόρφωτος - Απαίδευτος- Ημιμαθής

    Πας να γράψεις κάτι…
    "Α! αυτό θυμίζει Καβάφη σου λέει ο άλλος"
    και αντί να γράψεις βρίσκεις τον εαυτό σου να διαβάζει
    ποιος εσύ που ποτέ δεν διάβαζε Καβάφη.
    "Καλά τα λέει αυτός" μουρμουράς…
    Αλλά αφού ταχει πει αυτός και καλύτερα τι εσύ να πεις άλλο;
    Μετά λες θα το πάω αλλιώς, λίγα λόγια και σταράτα - όπως μου βγαίνουν…
    "Δημουλά" σου λέει ο τρίτος…
    Κάθεσαι πάλι σαν τον μαλάκα και διαβάζεις "Δημουλά"…
    μα εσύ δεν θες να διαβάσεις, να γράψεις θες να βγει από μέσα σου.
    (ωραίος ο Σεφέρης)
    Μετά λες: Θα γράφω ότι νιώθω ότι μου κατεβάζει η γκλάβα μου…
    Γράφεις πέντε αράδες…
    Μπουκόφσκι σου λέει πάλι κάποιος.
    Και τι κάνεις; Αντί να γράφεις, ξαναδιαβάζεις και δώστου να διαβάζεις "Μπουκόφσκι" .
    Μα εσύ είπαμε δε θες να διαβάσεις να γράψεις θες.
    Και τι να γράψεις αφού όλα τα έχουν γράψει οι άλλοι;
    Και νωρίτερα και καλύτερα και αβίαστα.

    "Ε, Αι στο διάλο!"
    Αυτό ίσως να μην το έχει γράψει κάνεις.

    D.

    ReplyDelete
    Replies
    1. Γι αυτό και ο σοφός Σεφέρης έγραψε:
      "Είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας".

      Delete
    2. Και στο κάτω κάτω ας μην είναι σοφά άς είναι γνήσια και αληθινά.
      Αυτά χρειαζόμαστε σε μια εποχή εικονικής πραγματικότητας.

      Π.

      Delete

  54. ΑΝΟΙΞΗ

    Και να, φουντώνει η άνοιξη! Το νέο μπουμπούκι δένει.
    Χύνεται η μεγαλόπνοη και λιγοθυμισμένη αύρα από τα τετράψηλα,
    και κρυφαναστενάζοντας λυγάει τα κυπαρίσσια.
    Οι ίσκιοι αλαφρώνουνε, οι αυγές, και η πελαγίσια ριπή
    ανασταίνει τ' αφρολούλουδα στα διάφανα τετράβαθά της πλάτια°
    από τη μια ως την άλλη νύχτα ανοίγονται, σκεπάζονται, ψηλά, τα μονοπάτια...
    Και να, φουντώνει η άνοιξη! Παντού ο λαός,
    να δράξει τη μανία την ιερή, που ανάτρομη
    σκορπάει στα τετραπέρατα αρμονία,
    κι απ' τον αγώνα του κορμιού, του νου, του δένδρου
    υψώνει αντάμα, σε βύθη αϊτίσια, αθώρητα,
    το μέγα της χαράς το θάμα!

    ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

    ReplyDelete
  55. Έαρ σαν πάντα

    Καλύπτουσα τα κύματα του δορυάλωτου χωριού με το κόκκινό της φόρεμα
    Πρώτα μικρή κι έπειτα μεγάλη
    Ανεβαίνει στην κορφή του πύργου
    Και πιάνει τα σύννεφα και τα συνθλίβει επί του στήθους της
    Ίσως ποτέ να μην υπήρξε μεγαλύτερος καημός από το δικό της
    Ίσως ποτέ να μην έπεσαν ψίθυροι πιο πεπυρακτωμένοι στην επιφάνεια ενός προσώπου
    Ίσως ποτέ δεν εξετέθη στην κατανόηση ανθρώπου έκθεσις πιο εκτεταμένη
    Έκθεσις πιο ποικίλη πιο περιεκτική από την ιστορία που λεν τα νέφη αυτής της εξομολογήσεως
    Εδώ κι εκεί τα κόβουν λαιμητόμοι
    Θερμές σταγόνες πέφτουνε στη γη
    Ο γήλοφος που σχηματίσθηκε στο κυριώτερο σημείο της πτώσεως
    Φουσκώνει και ανεβαίνει ακόμη
    Κανείς δασμός δεν είναι βαρύτερος από μια τέτοια σταγόνα
    Κανένα διαμάντι πιο βαρύ
    Κανείς μνηστήρ πιο πλήρης πάθους
    Στιλπνά τα κράσπεδα του λόφου και γυαλίζουνε στον ήλιο
    Στην κορυφή του περιμένει μια λεκάνη
    Είναι γιομάτη ως επάνω
    Κι απ' τα νερά της αναδύεται μια πολύ μικρή παιδίσκη ωραιοτάτη.
    Ελπίδα μας αυριανή.

    Ανδρέας Εμπειρίκος,"Ενδοχώρα"

    ReplyDelete
    Replies
    1. Εδώ πάλι ο Εμπειρίκος εννοεί και συμμερίζεται απεριορίστως συμμερίζεται την υδραντλία της Ανοίξεως:

      Τα πυρωμένα χείλη μιας φωτιάς
      Ανοίγουν και εκπέμπουν τα φιλιά της
      Ατόφια στέκει και βοά μέσα στο θάλπος
      Μια γυναίκα που καλεί τα χελιδόνια
      Στην αγκαλιά της.

      Αμέσως τότε ηχούν τραγούδια
      Που αναβλύζουν ορμεμφύτως
      Όπως το γλεύκος των τσαμπιών γλυκού μοσχάτου
      Ώσπου τα κύπελλα να ξεχειλίσουν
      Και άδεια να μείνουν με άσπρους πάτους.

      Φεύγουν τα ίχνη της αιδούς
      Τα διαδέχονται κραυγαί μανίας
      Δάκτυλα ψαύουν τους μαστούς των νεανίδων
      Και ιδού που νέοι και γέροι και παιδιά
      Στάζουν όπως τα δέντρα υπό βροχήν
      Ή σαν εκτοξευταί πυροσβεστών
      Μετά από χρήσιν υδραντλίας.

      Delete
  56. Στο εντωμεταξύ

    "Ω γλυκύ μου έαρ…"
    και στο εντωμεταξύ άνθρωποι πεθαίνουν στις Βρυξέλες ..
    "γλυκύτατόν μου Τέκνον"
    και στο εντωμεταξύ άνθρωποι πέθαινουν στη Συρία…
    αλλά εμείς εκεί:
    "πού έδυ σου το κάλλος;"

    «Άνοιξή μου γλυκιά, γλυκό μου παιδί, πού χάθηκε η ομορφιά σου;»

    …και μεις εκεί κολλημένοι στην καρέκλα, γραφούμε ποιηματάκια και διαβάζουμε στιχάκια.
    Πόσο ανούσιο ακούγεται τελικά τώρα το ερώτημα:
    " Φταίει ο Σαμαράς ή ο Τσίπρας;"

    -Φταίει τὸ ζαβὸ τὸ ριζικό μας!
    -Φταίει ὁ θεὸς ποὺ μᾶς μισεῖ!
    -Φταίει τὸ κεφάλι τὸ κακό μας!
    ….φταίω εγώ, μα φταις και εσύ.

    Υ.γ. Λυπάμαι που σας χάλασα την ατμόσφαιρα…

    D.

    ReplyDelete
    Replies
    1. Δεν μας χάλασες εσύ την ατμόσφαιρα, οι τζιχαντιστές το κατάφεραν σκοτώνοντας δεκάδες ανθρώπους και την εμπιστοσύνη μας στην συνέχεια της ζωής μας. Περίεργο όμως δεν νιώθω άσκημα ανάμεσα στα ποιήματα όπως θα ένιωθα αν συζητούσαμε για οικονομικοπολιτικά...

      Delete
    2. Αντίσταση με ποιήματα...
      [Όπως "Ο Ακάθιστος Ύμνος" των απελπισμένων... καθώς τα Τείχη έπεφταν...]
      Να μην τους φοβηθούμε!

      Delete
  57. @Nikos Dimou
    2016-03-21T09:30:00+02:00

    Johann Wolfgang von Goethe, Mailied:

    Wie herrlich leuchtet
    Mir die Natur!
    Wie glänzt die Sonne!
    Wie lacht die Flur!

    ReplyDelete
  58. "Άνοιξη"

    Απλώνουμε τα χέρια
    στον ήλιο
    και τραγουδάμε.

    Το φως κελαϊδάει
    στις φλέβες του χόρτου
    και της πέτρας.

    Οι κραυγές της ζωής
    τεντώσαν τόξα δύναμης
    τα κλαδιά.

    Η φλούδα των δέντρων
    χλωρή και στιλπνή
    λαμποκοπά
    - ριγωτό φουστάνι τεντωμένο
    σ' άγουρα στήθη χωρικής.

    Πώς αγαπούμε
    τα ερωτικά κορμιά μας.

    Μη μας καλείτε να φύγουμε.
    Κλεισμένοι στο κορμί μας
    είμαστε παντού.

    Κάθε πουλί
    που βουτάει στο γαλάζιο
    κάθε χορταράκι
    που φυτρώνει στην άκρη του δρόμου
    μας φέρνει το μήνυμα του Θεού.

    Οι άνθρωποι
    περνούν πλάι μας
    ωραίοι αγαπημένοι
    ντυμένοι
    τ' όνειρο μας τη νιότη μας
    και την αγάπη μας.

    Αγαπούμε
    τον ουρανό και τη
    τους ανθρώπους και τα ζώα
    τα ερπετά και τα έντομα.
    Είμαστε κ' εμείς
    όλα μαζί
    κι ο ουρανός κ' η γη.

    Το κορμί μας περήφανο
    απ' της χαράς την ομορφιά.
    Το χέρι μας παντοδύναμο
    απ' την ορμή της αγάπης.

    Μέσα στη φούχτα της αγάπης
    χωράει το σύμπαν.

    Γιάννης Ρίτσος , Εαρινή συμφωνία(ΧΙV) , Ποιήματα ( 1930 - 1942) τ.α . Κέδρος 1978 , 11η έκδοση


    ***


    «Μια πυγολαμπίδα φωτίζει τη νύχτα»
    (απόσπασμα)

    “Σα να ‘ρθε φέτος η Άνοιξη κλαμένη.
    Κάτου απ’ τις λεύκες μένει σιωπηλή και δεν κοιτάζει
    τα παιδιά που παίζουν.
    Λεπτό φλουρί από φως πρασινωπό γλιστράει στο πρόσωπό της κι
    ακόμη δεν μπορεί να μας χαμογελάσει.
    Όμως τα βράδια ένας γρύλος τραγουδάει ανάμεσα στα σκονι-
    σμένα βιβλία, και μια πυγολαμπίδα ανάβει το φανάρι
    της πάνου από τα χαρτιά μου, να γράφω αγρούς με γαλανά
    λουλούδια και καλαμιές όπου περνούν κοπάδια τρυγονιών.{…..}

    Πόσον καιρό αποδημήσαμε στο δρόμο των χελιδονιών;
    Ήλιος πολύς δεν ήταν πουθενά για να ζεστάνουμε τα χέρια μας.
    Μέσα μας ένα σπουργίτι κρύωνε.
    Πεθυμήσαμε τα αγαθά μάτια των μοσχαριών για να κοιτάξουμε
    τη γη, τον ουρανό, και την καρδιά μας.
    Πού αφήσαμε το σιωπηλό χαμόγελο που δεν ξέρει να χαίρεται;
    Σε ποια γωνιά της αυγής έχουμε πετάξει την άσπρη κυριακάτικη
    ποδιά μας και το πρώτο σχολικό τετράδιο με τ’ αδέξια σχέδια
    των προβάτων και των ανθρώπων; […]
    Ο ήλιος ήταν πονηρός. Έχωνε τα χρυσά κέρατα, σαν τρα-
    γος, ανάμεσα στις καλαμιές, και το χρυσό του μάτι
    παραμόνευε τη γη.
    Στη βρύση πλέναν οι κοπέλες τα πλουμιστά μεσοφόρια
    γιομάτα πράσινα πουλιά και κόκκινα λουλούδια.
    Ο μεσημεριανός αγέρας γαργάλαγε τις χωματένιες φτέρνες των
    ξαπλωμένων χωρικών και τις μασκάλες των κοριτσιών.
    Και τα κορίτσια θύμωναν και γέλαγαν….
    Το γέλιο τους το παίρναν τα σοβαρά πλατάνια κ’ οι ευγενικοί
    Ευκάλυπτοι, και σάλευε όλη η ρεματιά απ’ τα γέλια των
    πουλιών, των νερών και των φύλλων.
    Κ’ εμείς κρυβόμαστε κάτω απ’ τα πράσινα φουστάνια των
    θάμνων κι αφουγκραζόμαστε το λαχάνιασμα της γης και των
    λουλουδιών τα καρδιοχτύπια…”

    (Γ. Ρίτσος, Μια πυγολαμπίδα φωτίζει τη νύχτα. Κέδρος)

    ReplyDelete
  59. ΟΝΕΙΡΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΟΥ ΜΕΣΗΜΕΡΙΟΥ
    (απόσπασμα)

    ΑΠΟΨΕ κοιμηθήκαμε στην ποδιά της Άνοιξης, ακουμπώντας το
    κεφάλι στην καρδιά της.
    Ακούγαμε στον ύπνο μας τις ανάσες των πουλιών και την καρδιά μας.
    Το πρωί που ξυπνήσαμε, είδαμε τον ουρανό να περπατάει στην
    κάμαρά μας σα γαλανό πουλί με χρυσά μάτια που τσίμπαγε τα ψίχουλα
    των σκιών που ‘χαν μείνει από χτες βράδυ στο πάτωμα.
    Μια στιγμή, να νιφτούμε, και φτάσαμε.
    […]
    Σήμερα μια μικρή κοπέλα, με θαλασσιά κορδέλα στα μαλλιά,
    στάθηκε στην κορφή της λεύκας και κελαδάει.
    Απ’ το τραγούδι της πετούν μικρά πουλιά που γεμίζουν
    τις αυλές και τις στέγες.
    Τα πουλιά κάθονται στους ώμους των παιδιών.
    Οι άνθρωποι μπλέκονται στα δίχτυα των αχτίνων και τρεκλίζουν
    σαν πρωτόβγαλτα πουλιά.
    Τα τριαντάφυλλα τρελάθηκαν και κάνουν τούμπες μέσα στο νερό.
    Θε μου, το μεθυσμένο φως θα σπάσει τα τζάμια, θα πλημμυρίσει
    τις κάμαρες και δε θ’ αφήσει μήτε έναν ίσκιο για να σκεπάσει
    η μάνα τα μάτια της.
    Τότε θα τινάξει στον αέρα το μαντήλι της και θα χορέψει κείνο το
    νησιώτικο χορό που χόρευε στα νιάτα της μαζί με τον πατέρα
    – ένα χορό που μυρίζει θάλασσα και βάρκες φορτωμένες πορτοκάλια.
    Ο πατέρας θα κάνει πως ξέχασε το χορό και θα χαμογελάει
    καθώς θα κρούει τη φτέρνα στον αέρα.
    Κ’ εμείς ξοπίσω τους, παιδιά, πουλιά, λουλούδια και λιθάρια,
    θα χορεύουμε στ’ αλώνι του ήλιου τραγουδώντας τις μέρες που
    δε χάνουνται μες στο τραγούδι, όταν οι μεγάλοι χορεύουν
    μαζί με τα παιδιά τους τον ίδιο χορό της κάθε άνοιξης.

    (Γ. Ρίτσος, Όνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού, Κέδρος)

    ReplyDelete
    Replies
    1. Rosa Mund αναδείχθηκες ήδη πρωταθλήτρια στην εξεύρεση ανοιξιάτικων ποιημάτων - αν είχαμε διαγωνισμό θα είχες κερδίσει έπαθλο.

      Delete
    2. Απαντώ στο πνεύμα του Εγγονόπουλου(Το γλωσσάριο των ανθέων):
      Τo έπαθλο ή την ποίηση;
      Την ποίηση.


      ΜΙΑ ΑΝΟΙΞΙΑΤΙΚΗ ΜΕΡΑ

      Μές στό μυαλό μου ἕνας κῆπος
      σπουργίτια φτερουγίζουν
      μ᾿ ἕνα πανέρι
      κι ἕνα τεράστιο ψαλίδι μαῦρο
      ἡ μητέρα μου
      κόβει τριαντάφυλλα καί ντάλιες
      κάθεται ὁ πατέρας μου
      στήν πεντακάθαρη αὐλή
      (θά εἶναι Κυριακή)
      κι ἐγώ
      (ἑξήντα χρόνια τώρα)
      στό χωματόδρομο νά τρέχω.

      XΡΙΣΤΟΣ ΛΑΣΚΑΡΗΣ


      ***


      «Διαβάζοντας ένα ποίημα»

      Διάβαζα ένα ποίημα για την άνοιξη
      όταν την είδα
      να έρχεται από μακριά:
      μισή γυναίκα,
      μισή όνειρο.
      Κατέβαινε το μονοπάτι κάτω
      στεφανωμένη
      με άνθη κερασιάς.
      Τότε κατάλαβα
      τι δύναμη έχουν τα ποιήματα.

      Χρίστος Λάσκαρης – Ποιήματα, Γαβριηλίδης, 2004



      Delete
  60. "Δάκρυα γυρεύει η δίψα της αγάπης
    τα τριαντάφυλλα σκύβουν-η ψυχή μας-
    στα φύλλα ακούγεται ο παλμός της πλάσης
    το απόβραδο σιμώνει σα διαβάτης
    ύστερα η νύχτα κι ύστερα το μνήμα...."
    Η ΣΤΕΡΝΑ, ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

    ReplyDelete
  61. Κάθε που σκορπάνε τη φρίκη του θανάτου,
    μας μετράω φρενιασμένα.

    'Αμα μας ξέχασαν, σφίγγω τα χέρια δίπλα μου,
    και τα φιλάω κλαίγοντας...

    ‘Εξω Ανοιξη.
    Δεκάρα δε δίνει.

    ReplyDelete
  62. Η ΑΝΟΙΞΗ (Ιωάννης Βηλαράς)

    H γλυκυτάτη άνοιξη
    με τ’ άνθη στολισμένη
    ροδοστεφανωμένη
    τη γη γλυκοτηράει.

    Kι η γη τη χλόη ντύνεται,
    τα δάση της ισκιώνουν,
    τα κρύα χιόνια λιώνουν,
    ο ουρανός γελάει.

    Tα λουλουδάκια βάφονται,
    τα πλάγια χρωματίζουν,
    κι ηδονικές φωτίζουν
    οι δροσερές αυγές.

    Στο αγκαθερό τριαντάφυλλο
    γλυκολαλάει τ’ αηδόνι.
    Tο ξένο χελιδόνι
    ταιριάζει τη φωλιά.

    Στους κάμπους πλούσια κι άκοπα*
    σε πράσινα λιβάδια
    τα ζωντανά κοπάδια
    βελάζουν και πηδούν.

    Kι ο νιος βοσκός χαρούμενος
    φυσώντας τη φλογέρα
    γιομίζει τον αέρα
    με τραγουδιών φωνές.

    Sam

    ReplyDelete
  63. ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Η ΑΝΟΙΞΗ

    Δεν είναι η άνοιξη που ήλθε
    ούτε τα δέντρα που γελούν
    μήτε τ΄ αστέρια σου που λάμπουν
    τη νύχτα όταν σε κοιτούν

    Είναι η αγάπη μας, καλή μου
    που λουλουδίζει στα κλαδιά
    και φέρνει ανθούς τού παραδείσου
    μιας άλλης άνοιξης χαρά.

    Sam

    ReplyDelete
  64. Όταν μιαν άνοιξη χαμογελάσει
    θα ντυθείς μια καινούργια φορεσιά
    και θα `ρθεις να σφίξεις τα χέρια μου,
    παλιέ μου φίλε.

    Κι ίσως κανείς δε σε προσμένει να γυρίσεις
    μα εγώ νιώθω τους χτύπους της καρδιάς σου
    κι ένα άνθος φυτρωμένο στην ώριμη, πικραμένη σου μνήμη...

    Κάποιο τρένο, τη νύχτα, σφυρίζοντας,
    ή ένα πλοίο, μακρινό κι απροσδόκητο
    θα σε φέρει μαζί με τη νιότη μας
    και τα όνειρά μας.

    Κι ίσως τίποτα, αλήθεια, δεν ξέχασες
    μα ο γυρισμός πάντα αξίζει περισσότερο
    από κάθε μου αγάπη κι αγάπη σου,
    παλιέ μου φίλε.

    Μανωλης Αναγνωστακης

    https://www.youtube.com/watch?v=TnANEuTCreo
    απο 6.02

    ReplyDelete
  65. Κλειστά εντός ανθοκομείου
    υπό τα υελώματα τ΄ άνθη ξεχνούν
    πως είν' η λάμψις του ήλιου
    και πως φυσούν αι αύρ' αι δροσεραί όταν περνούν
    ΛΗΘΗ, Κ.Π. ΚΑΦΑΒΗΣ

    ReplyDelete
    Replies
    1. Η κόκκινη παπαρούνα η μαγική της παιδικής ηλικίας του Παράδεισου της ύλης - και η παπαρούνα σε Άνοιξη ανθίζει:

      Ανδρέας Εμπειρίκος

      Οι παπαρούνες

      Χρυσά τα στάχυα
      οι κάμποι κατάστικτοι με παπαρούνες
      των αργαλειών η μέθη μέσ’ στο χέρι
      της ξεμοναχιασμένης καλογριάς που ασπαίρει
      στα σύννεφα της θαλπωρής μιας φαντασίας
      ή στα δεινά του φόβου σιτοδείας
      εις έντεχνον αντιφυγάδευσιν του χρόνου
      εις διάπυρον προσπάθειαν εγκαθιδρύσεως μιας παρουσίας.

      Delete
  66. O. ΕΛΥΤΗΣ

    ΓΙΑ ΜΙΑΝ ΑΝΟΙΞΗ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ

    Άνοιξη θρύψαλο μενεξεδί
    Άνοιξη χνούδι περιστέρας
    Άνοιξη σκόνη μυριόχρωμη

    Στ' ανοιχτά χαρτιά και στα βιβλία

    Κιόλας φυσούσε χλιαρό αεράκι

    Με τσιγγάνες που άρπαζε

    Σαν

    Χαρταετούς

    Ψηλά

    Και πουλιά που δοκίμαζαν το νέο τιμόνι τους

    Άνοιξη πίκρισμα του σκίνου
    Άνοιξη άζωτο της αμασχάλης
    Άνοιξη σουσάμι αόρατο

    Από σύρμα που άξαφνα έσυρνε φωτιά
    Στη γωνιά του δρόμου με τις Καρυάτιδες
    Στρίβοντας
    Ένα τραμ
    Εστρίγκλιζε

    Στ' άδεια οικόπεδα η μασιά του ήλιου εσκάλιζε
    Την τσουκνίδα και το σαλιγκαρόχορτο

    Άνοιξη μυρμηκιά της μέρας
    Άνοιξη αίμα του βολβού
    Άνοιξη οπλοπολυβόλο απύλωτο

    Στων ωραίων γυναικών τα χέρια
    Όπου τύχει

    Ριπές

    Θάνατοι

    Εκατομμύρια σπερματοζωάρια

    Στων ωραίων γυναικών τα χέρια

    Τα δυνατά λουλούδια με τον ήλιο μέσα τους

    Άνοιξη τσίτι τσιτωμένο

    Άνοιξη σφήκα του χεριού

    Άνοιξη «μη» «θα μας δούνε» «τέρας»

    Και το τέρας που γύριζε σαν τη λαντέρνα
    Μια παράξενη
    Άλλη
    Γειτονιά

    Και η χούφτα η βάναυση που ακαρτερούσε:
    Χάιντε η ριξιά να βρει το ζάρι της
    Κι η τζαμαρία το θαρραλέο λιθάρι της!

    Άνοιξη κρύσταλλο και νίκελ
    Άνοιξη παραπάτημα των κήπων
    Άνοιξη «Μήνιν άειδε...»

    Θεά! Και τι σγουρά τα σκοτεινά τα μέρη!

    Και τα χείλη τι ζάχαρη βιολέτας!

    Και τι κηπάκι

    Τα λυτά

    Νωπά

    Μαλλιά

    Στην απαλή κοιλιά η ανάσα τι ταξίδι!

    Άνοιξη μισοζαλισμένο ερείπιο
    Άνοιξη κεφαλή Διός και πέλαγος
    Άνοιξη Mercury Air Sedan

    Οι καμπάνες ανοίγανε μακριά

    Στο κενό του γλαυκού κάτω απ' τα βλέφαρα

    Μια ρουφήχτρα
    Που κατάπινε
    Άσπρα
    Πούπουλα
    Οι ορμόνες της μουριάς κυρίευαν τα ύψη

    Άνοιξη μούρο αδάγκωτο

    Άνοιξη βιδωτό φιλί

    Άνοιξη χάσμα της λιποθυμίας

    Το ντουβάρι ορέγονταν κι αλλά καρφιά

    Στην ώχρα μέσα η μνήμη του Νοσοκομείου ξυπνούσε

    Το τραγούδι που άστραφτε από τις χρυσόμυγες

    Κι έφερνε

    Γύρους

    Χαμηλά

    Στην αυλή με το κόκκινο κι άσπρο πλακάκι

    Άνοιξη βούισμα στους κροτάφους
    Άνοιξη αμόνι και σφυρί
    Άνοιξη πρόσθια καταβύθιση

    Κάποιος απ' τ' ανοιχτό παράθυρο έριχνε

    Λόγια που σπούσαν σαν αμύγδαλα

    Κάκτος

    Κάστωρ

    Κόνδωρ

    Ιέραξ

    Ενώ στ' αντικρινό το Παρθεναγωγείο

    Άνοιξη 37 και 2

    Άνοιξη Lone Amour και Liebe

    Άνοιξη no nein και non!

    Τα κορίτσια δάγκωναν στη γομολάστιχα

    Και τινάζανε πίσω το κεφάλι
    Σαν

    Να τραβούσαν
    Έξω

    Του σφαγμένου πετεινού τα σπλάχνα
    Τα κομμάτια τα σπλάχνα μες στα δόντια τους

    Άνοιξη δόντι λυσσαλέο
    Άνοιξη φούξια του παροξυσμού
    Άνοιξη αρτεσιανόν ηφαίστειο

    Κι άλλα κρυμμένα πίσω απ' το φεγγίτη
    Που πάλευαν τις ρόδινες κορδέλες
    Μια στιγμού-
    Λα μόνο
    Τα γυμνά στήθη

    Τα τρεμάμενα σπάρτα μες στους κάμπους
    Όπου ευφραίνονται οι ακρίδες

    Άνοιξη σάλτο της ακρίδας
    Άνοιξη μήτρα σκοτεινή
    Άνοιξη πράξη ακατονόμαστη

    Στ' ανοιχτά χαρτιά και στα βιβλία

    Μια κηλίδα

    Μωβ

    Πήγαιν'

    Ερχότανε

    Τα χυμένα νερά τα γυμνωμένα μέλη

    Λάμπανε πίσω απ' το παντζούρι

    Άνοιξη άνοιξη σαλπάροντας
    Άνοιξη άνοιξη σημαιοστόλιστη
    Άνοιξη «αντίο αντίο παιδιά!»

    ReplyDelete
  67. Η Άνοιξις φαίνεται αυτή
    δεν ήταν τελικά γραφτή
    μεγάλη να φέρει αλλαγή
    η ποίησις εντός μου.

    Ωραία και η φύσις βεβαίως
    ίσως κι ο άνθρωπος ωραίος

    σαν είσαι μόνο θεατής
    στο θέατρο του κόσμου.


    I am the walrus!

    ReplyDelete
    Replies
    1. Είναι μυρωμένο το "Ταξίδι στην Ρωσία". Όπως ωραίες του Καβάφη οι επισκέψεις στην Ελλάδα και οι σημειώσεις (πάλι του Καβάφη) γι' αυτές τις εμπειρίες. Ο Εμπειρίκος -με το ποίημα του, Γαύρειον- σε γνωρίζει:

      Ίππε της θάλασσας
      Ω Γαύρειον που με θωρείς
      Σαν αδελφό από τον ίδιο πατέρα
      Γαύρειον Γαύρειον πώλε που σκιρτάς
      Επάνω απ' τ' αφρισμένο κύμα
      Τα άσπρα σου σπίτια ω ζάρια που σκορπώ
      Τρίτων εγώ με κυματίζοντα τα γένεια
      Οι νύμφες που κοιτώ και κυνηγώ
      Από τους βράχους πέφτουνε και αγάλλονται στις δίνες
      Που κάτω απ' τον φάρο σου χαίνουν και ρουφούν
      Κ' έπειτα πάλι κλείνουν
      Εν ώρα ηδονής
      Εν ώρα αναπάλσεων του σώματος και της ψυχής
      Καθώς φουσκώνει και ξεσπά
      Με άσπρη βοή διάτορο το κύμα.

      Delete
  68. Την Άνοιξη του 1939 γράφτηκε αυτό το ποίημα. Μοιάζει σαν να γράφτηκε χθές.

    Ἄνοιξη μ.Χ.

    Πάλι μὲ τὴν ἄνοιξη
    φόρεσε χρώματα ἀνοιχτὰ
    καὶ μὲ περπάτημα ἀλαφρὺ
    πάλι μὲ τὴν ἄνοιξη
    πάλι τὸ καλοκαίρι
    χαμογελοῦσε.

    Μέσα στοὺς φρέσκους ροδαμούς
    στῆθος γυμνὸ ὡς τὶς φλέβες
    πέρα ἀπ᾿ τὴ νύχτα τὴ στεγνὴ
    πέρα ἀπ᾿ τοὺς ἄσπρους γέροντες
    ποὺ συζητοῦσαν σιγανὰ
    τί θά ῾τανε καλύτερο
    νὰ παραδώσουν τὰ κλειδιὰ
    ἢ νὰ τραβήξουν τὸ σκοινὶ
    νὰ κρεμαστοῦνε στὴ θηλιὰ
    ν᾿ ἀφήσουν ἄδεια σώματα
    κεῖ ποὺ οἱ ψυχὲς δὲν ἄντεχαν
    ἐκεῖ ποὺ ὁ νοῦς δὲν πρόφταινε
    καὶ λύγιζαν τὰ γόνατα.

    Μὲ τοὺς καινούργιους ροδαμούς
    οἱ γέροντες ἀστόχησαν
    κι ὅλα τὰ παραδώσανε
    ἀγγόνια καὶ δισέγγονα
    καὶ τὰ χωράφια τὰ βαθιὰ
    καὶ τὰ βουνὰ τὰ πράσινα
    καὶ τὴν ἀγάπη καὶ τὸ βιός
    τὴ σπλάχνιση καὶ τὴ σκεπὴ
    καὶ ποταμοὺς καὶ θάλασσα
    καὶ φύγαν σὰν ἀγάλματα
    κι ἄφησαν πίσω τους σιγὴ
    ποὺ δὲν τὴν ἔκοψε σπαθὶ
    ποὺ δὲν τὴν πῆρε καλπασμός
    μήτε ἡ φωνὴ τῶν ἄγουρων
    κι ἦρθε ἡ μεγάλη μοναξιὰ
    κι ἦρθε ἡ μεγάλη στέρηση
    μαζὶ μ᾿ αὐτὴ τὴν ἄνοιξη
    καὶ κάθισε κι ἀπλώθηκε
    ὡσὰν τὴν πάχνη τῆς αὐγῆς
    καὶ πιάστη ἀπ᾿ τ᾿ ἀψηλὰ κλαδιὰ
    μέσ᾿ ἀπ᾿ τὰ δέντρα γλίστρησε
    καὶ τὴν ψυχή μας τύλιξε.

    Μὰ ἐκείνη χαμογέλασε
    φορώντας χρώματα ἀνοιχτὰ
    σὰν ἀνθισμένη ἀμυγδαλιὰ
    μέσα σε φλόγες κίτρινες
    καὶ περπατοῦσε ἀνάλαφρα
    ἀνοίγοντας παράθυρα
    στὸν οὐρανὸ ποὺ χαίρονταν
    χωρὶς ἐμᾶς τοὺς ἄμοιρους.
    Κι εἶδα τὸ στῆθος της γυμνὸ
    τὴ μέση καὶ τὸ γόνατο
    πῶς βγαίνει ἀπὸ τὴν παιδωμὴ
    νὰ πάει στὰ ἐπουράνια
    ὁ μάρτυρας ἀνέγγιχτος
    ἀνέγγιχτος καὶ καθαρός,
    ἔξω ἀπ᾿ τὰ ψιθυρίσματα
    τοῦ λαοῦ τ᾿ ἀξεδιάλυτα
    στὸν τσίρκο τὸν ἀπέραντο
    ἔξω ἀπ᾿ τὸ μαῦρο μορφασμὸ
    τὸν ἱδρωμένο τράχηλο
    τοῦ δήμιου π᾿ ἀγανάχτησε
    χτυπώντας ἀνωφέλευτα.

    Ἔγινε λίμνη ἡ μοναξιὰ
    ἔγινε λίμνη ἡ στέρηση
    ἀνέγγιχτη κι ἀχάραχτη.

    16 Μαρτ. ῾39
    ΓΣεφέρης

    ReplyDelete
    Replies
    1. Με αυτό το ποίημα ξεκινήσαμε την ανθολογία - και με το ίδιο την τελειώνουμε...

      Delete
  69. Γιάννης Αγγελάκας, στίχοι από το τραγούδι "Σαράβαλο":

    Ποιος σκάει ο κόσμος κι αν χαλάει
    αυτή η βρωμοάνοιξη σαν σβούρα με γυρνάει
    κι η καρδιά μου σαν σαράβαλο σε κατηφόρα πάει

    Άντε ας πάει ψηλά ετούτη η ζήση
    μοσχοβολάει η ανάσα της μπαρούτι και χασίσι
    κι η καρδιά μου σαν σαράβαλο που ορμά να τη φιλήσει

    Ποιος κλαίει μέσα μου και μου λέει
    ξύπνα δεν είναι όνειρο το χιόνι που μας καίει
    η φτώχεια είναι πιο φρόνιμη αν νιώθει ότι φταίει

    Ποιος σκάει ο κόσμος που το πάει
    αυτή η βρωμοάνοιξη με σκίζει με μεθάει
    κι η καρδιά μου σαν σαράβαλο στ’ αστέρια ξεφυσάει

    Πού θα πάει, πού θα πάει τούτη η ρόδα που κολλάει
    κι όλο στην αρχή γυρνάει
    πού θα πάει θα ξεκολλήσει
    κι ο κόσμος σαν σαράβαλο γι’ αλλού θα ροβολήσει

    Πού θα πάει, πού θα πάει τούτη η νύχτα που κρατάει
    και δε λέει να τελειώσει
    πού θα πάει θα ξημερώσει
    κι η καρδιά μου σαν σαράβαλο όλους σας θ’ ανταμώσει




    ReplyDelete
    Replies
    1. "Η φτώχεια είναι πιο φρόνιμη αν νιώθει ότι φταίει". Δηλαδή: η φτωχή και γυμνή τη ζωή να νιώθει άσχημα. Η ζωή να μένει αγράμματη και αβοήθητη με δόλο για να φονεύεται. Αποκαλυπτικά και λυτρωτικά συναισθήματα. Το κουτί με το σοκολατούχο γάλα πάνω στο παγκάκι, κάτω από το δέντρο, απέναντι τα χορταράκια και τα ζουζούνια και μία κόρη φτιαγμένη από ακτίνες του ήλιου να περπατάει ξεθεωμένη...

      Delete
  70. Σ' αυτή τη γιορτή

    Σ' αυτή τη γιορτή μου
    θε νά 'ρθουνε όλοι
    γνωστοί και φίλοι
    και θά 'ναι άνοιξη
    άνθη γιομάτο
    τριγύρω οι αγροί
    παχύ τριφύλλι
    κι όλο θα πιάνουνε
    μεταξύ τους
    ψιλή κουβέντα
    κι όλο θα λένε
    σαν με κοιτούν
    "Ααχ! βρε μπαγάσα"
    που θά 'μαι όντως
    όμορφος τόσο
    και κομψός
    μέσα στην κάσα.

    ReplyDelete
  71. Προσπαθώ να μεταφράσω στα Ελληνικά ένα δίστιχο της Σουηδέζας ποιήτριας Karin Boye (1900 – 1941):



    Ja visst gör det ont när knoppar brister.
    Varför skulle annars våren tveka?
    ............
    .........................

    Φυσικά και πονάει όταν τα μπουμπούκια σκάζουν.
    Αλλιώς γιατί να δίσταζε η Άνοιξη;
    ………..

    ReplyDelete
  72. Εμένα το "πρωτοελλαδικό νεκροταφείο" μου άρεσε. Το διάβασα. Όμως, αν μου άρεσε, έχω και ένα πρόβλημα. Η κεραυνόπληκτη θέαση του φυσικού κόσμου που έπαθα, ό,τι ένιωσα βλέποντας αυτές τις λέξεις, λειτουργεί μέσα στο μυαλό μου και με ξετρελαίνει, σε σημείο να μην μπορώ τώρα σύντομα να το διαβάσω ξανά (ούτε σύνδεσμο δεν κράτησα). Και θα βασανιστώ άγρια αν αφήσω την οκτάωρη δουλειά μου για να επιχειρήσω να διαβάσω ξανά κάτι που έτσι ή αλλιώς το είδα και το σκέπτομαι. Ούτε σύνδεσμο δεν κράτησα. Κι αν ψάξω στο google βλέπω: "Πρωτοελλαδικό νεκροταφείο στο Τσέπι". Όμως δεν μπορώ να πατήσω να δω το αποτέλεσμα γιατί αν το κάνω δεν θα εργαστώ.

    ReplyDelete
  73. Σε λίγους ποιητές μπορώ να πηγαίνω χωρίς και να σκέπτομαι "τι είναι ποίηση και τι δεν είναι ποίηση". Εγώ δεν χρειάζομαι (αυτή) την αξιολόγηση και τη μπανανόφλουδα, ούτε σαν μέσο μετακίνησης ούτε σαν χολέρα του μυαλού μου ούτε σαν θέαμα. Δεν γίνεται να αρχίσουμε να αποδεικνύουμε μία τουλάχιστον ρίζα στο διάστημα (ο, π/2), της (ημ²χ + συνχ) (1+ συν²χ) = 2ημ²χ και να σκεπτόμαστε τι είναι τα μαθηματικά και τι δεν είναι. Τα-μαθηματικά-δεν-είναι = δεν στεριώνουν την εκμετάλλευση. Είναι πειραματική επιστήμη - με τις αφαιρέσεις δείχνει φυσικό κόσμο. Η άλλη όψη είναι του ορθολογισμού. Και είναι χυδαία και παραπατάει ζαλισμένη και γεννάει τέρατα. Εδώ-δεν-προσκυνήσαμε-ερχόμενε. Το καλοκαίρι θα διαβάσω Πάουντ. Γιατί θα γελάω με τον Πάουντ: "Στρέψου στον πράσινο κόσμο να μάθεις ποια είναι η σειρά σου στην κλίμακα της δημιουργίας είτε στη γνήσια καλλιτεχνία". Εγώ-θα-στρέψω-εσένα. Θα σου χαρίσω βιωμένη γωνιακή ταχύτητα. Δηλαδή: μπανανόφλουδες, χολέρες, πασοκ, ξεπεσμένες δυναμοσειρές, φυτά (ο Πάουντ δεν πίστευε στη ζωή της ζωής και δεν την ήξερε και δεν την ένιωθε), κλίμακες. Είμαι ζωντανός, φταρνίζομαι, γλείφω με τη γλώσσα μου το μισό στόμα για να εξοντώσω την φαγούρα, και βλέπω σαν δεδομένο τον Πάουντ. Συμπερασματικότερος πάντως -ο καραγκιόζης- από ένα σύνθετο τηλεοπτικό θέαμα στο youtube. Γιατί εγώ να χάνω το χρόνο μου να νιώθω: "Παρθενογέννηση" στην ποίηση υπάρχει. Είναι η επιστήμη και ο ζωντανός οργανισμός. Αλλά όχι η επιστήμη των "αγράμματων ποιητάδων" - εκείνη που αξιολογεί και πετάει μπανανόφλουδες και χολεριάζει το μυαλό. Δεν φοβάσαι να δείξεις την μία τουλάχιστον ρίζα, πηγαίνεις άφοβα στον Bolzano. Γι' αυτό, για εσένα, η ζωή δεν έχει ατέλειες. Τις ατέλειες στην "επιστήμη" θα ψάξω αν νιώθω άσχημα; Τις εξυπνάδες του αγράμματου σίγμα θα ρωτήσω γιατί νιώθω άσχημα; Ή μήπως τον Αριστοτέλη και τον Πλάτωνα; Τις στρεβλώσεις θα ρωτήσω να μου πουν το αστρέβλωτο; Δεν είμαι εγώ από αγράμματα οργανικά μόρια πλασμένος; Αν είχα ένα διπλό ή έναν τριπλό δεσμό ανάμεσα στα τέσσερα άτομα μου δεν θα ήταν και τα τέσσερα συνευθειακά;- Η επιστημονική και αγράμματη νεοελληνική ασχήμια δεν μου ανήκει. Τίποτα της αξιολογητικής ασχήμιας δεν είναι κτήμα μου. Καθημερινά τα ελληνάκια σκοτώνουν την ηλιθιότητα αποδεικνύοντας και ρίζες, ή βρίσκοντας ασύμπτωτες. Θα μου δώσω μαξιλάρι να πλαγιάζω πάνω στην κρύα πλάκα της καμάρας του σκοταδιού του καταρράκτη μου το καλοκαίρι:

    ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ
    ΟΙ ΑΤΕΛΕΙΕΣ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ
    Κάποιες ώρες στοχάζομαι την αμφι-κατάσταση:
    είν’ η ζωή κι ο θάνατος αστραφτερό συνάλλαγμα.
    Χειρισμοί του συνθέτη-: εργαλεία της δόξας του Δία.
    Η αποτυχία μου σ’ αυτό τον κόσμο κάτι μοιάζει
    με του άσπιλου Σωκράτη την επιτυχία στο κώνειο.
    /Παραλείπω τα πιότερα της πικρής αλαζονείας/.
    Η Φυσική (τόειπα κι άλλοτε;) συρράπτει
    τα λυπηρά της Στύγας αρπίσματα.
    Διορθώνοντας κάθε τόσο.
    Ρήματα καυχήσεως στο περίλαμπρο αλτάρι
    που θυμιατίζουμε την Ανάλυση και τη Μέθοδο.
    /Η αρχαιότητα ήτανε μονόφθαλμη
    αυτό το νιώθετε τυχάρπαστοι;/
    Δεν αναφέρθηκα, κυρία μου, στους επιστήμονες
    τους αγράμματους εννοούσα ποιητάδες...
    Φωνάζοντας-: εσαεί το υποκείμενο, ζήτω.
    Τι είν’ αυτό που αισθανόμαστε;
    Τι είν’ αυτό που ο Πλάτωνας κι ο Αριστοτέλης – δυάδα
    φρίκης ή βεβαιότητας, το ίδιο κάνει
    στον α-νόητο Ιησού διαμήνυσαν, κάτι που δεν υπάρχει,
    και υπάρχει μη υπάρχοντας ωσάν γλώσσα;
    Είν’ ένα είδος τού Είναι εκείνο το ρημάδι το μη-Είναι.
    Ναν τα κάνουμε λοιπόν επιφωνήματα και τα δύο.
    Στην υφήλιο-: γενέτειρα μορφών ερωτήματος
    ναν τα κάνουμε ατράνταχτο βλέμμα εξουσίας.
    Νέγρικη θα ’θελα τώρα μουσική στο γραμμόφωνο.

    ReplyDelete
  74. Τι "ακριβή ποίηση" βγάζουν τα αξιώματα! Και ποιοι (ως προς τους αξιωματούχους) "θα είναι ένα βήμα πιο μπρος": οι δημοσιογράφοι. Για "να ξέρω τη θέση μου". "Αν όλοι δε μιλάγανε για κρίση, δε θα υπήρχε κρίση". Το μυαλό μου με βοήθησε να καταλαβαίνω...μα εγώ μιλάω για δύναμη - του κερδοσκόπου υπερδύναμη...και γυρνάω στη μηδαμινότητα: την ιστορική μου την ταυτότητα. Θε να σε φτιάξω εγώ αθάνατη...

    ReplyDelete
  75. Παράξενο αυτό που ακούω. Όποιος ζει και σημειώνει ένα ποίημα, αυτός να έχει ποιητικές επιδράσεις. Πώς γίνεται αυτό; Φήμη πρέπει να είναι. Δηλαδή το πραγματικό δεδομένο είναι ότι κάποιος νιώθει άσχημα και όταν νιώθει άσχημα γράφει και όταν γράφει πατάει με το στυλό του λόγια που τον αναγκάζουν να νιώθει άσχημα δηλαδή λόγια δανεικά και αβίωτα και κάποιος έρχεται και μελετάει το προϊόν και το βαφτίζει ποίημα. Υποθέτω ότι αυτή η παρεξήγηση θεμελιώνει τις μελέτες των μελετών της ποίησης και της ποιήσεως. Και όταν το κάνει αυτό γίνεται προπαγάνδα. Δηλαδή καθημερινότητα φρίκης. Η καθημερινότητα των γραφειοκρατών γύρω από το ποίημα είναι η ασχήμια της φρίκης τους. Αν έλεγα στον εαυτό μου την λέξη "επιδράσεις" κάπως έτσι θα την σκεφτόμουνα και θα ήξερα ότι λέω κάτι πολύ πολύπλοκο και πάρα πολύ εξουθενωτικό. Αλλά μάλλον το όλο πράγμα είναι χειρότερο.

    ReplyDelete
  76. ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ

    ΤΑ ΔΕΣΜΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

    (ΕΣΩΤΕΡΙΚΕΣ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ)

    Κατακίτρινος άγγελος, εκτυφλωτικά πορτοκάλια, χρησιμότητα των κορυφογραμμών - η ποίηση. Και ύψιστο σκουλήκι - ο ποιητής.
    ~
    Είπε κάποτε το αηδόνι: «Θα γίνω πίθηκος». Κ’ έγινε. Είπε κάποτε ο πίθηκος: «Θα γίνω αηδόνι». Και δεν έγινε, γιατί το κλαδί έσπασε απ’ τα πολλά του χοροπηδήματα.
    ~
    Ο ποιητής είναι σαλός. Ο ποιηματογράφος είναι σάλος. Ο πρώτος είναι θέαμα της θεότητας. Ο δεύτερος είναι θεατής της θεότητας.
    ~
    Ο ποιητής έχει στα μάτια του το αρχέτυπο και ξέρει πως η φύση δεν οργίζεται πραγματικά ούτε με την όποια καταιγίδα. Ο ποιηματογράφος έχει στα μάτια του το εγώ του και παίρνει στα σοβαρά τα δάκρυα του. Φυσικό να φοβάται, λοιπόν, το βρυχηθμό των ερωτημάτων, την ίδια στιγμή που ο ποιητής ποιμαίνει τα ερωτήματα, με την απόκριση που είναι ο ίδιος.
    ~
    Ο ποιητής ολάκερος μπαίνει στα προβλήματα, ο ποιηματογράφος περνά πλάι απ’ τα προβλήματα. Γι’ αυτό διατυπώθηκε μια μέρα ο καημός: «Έχετε την ιδέα πώς κάνετε ποίηση, όταν το αίμα σας είναι καλά σιγουρεμένο στις φλέβες;»...
    ~
    Ο ποιητής έχει πάντα μες στην ψυχή του την ευλάβεια, ενώ οι ευλαβείς δεν έχουν πάντα μες στην ψυχή τους την ποίηση.
    ~
    Ο ποιηματογράφος ενδιαφέρεται για τη διάρκεια στη χρονική προέκταση. Ο ποιητής είναι διαρκής χωρίς την παραμικρή χρονική προέκταση. Ο ένας βλέπει τον ήλιο και νιώθει τη ζέστη. Ο άλλος βλέπει τον ήλιο και νιώθει το φως.
    ~
    Ο ποιηματογράφος ακούει ελευθερία κι αφήνει τα νύχια του να μεγαλώνουν. Ο ποιητής, αποκαλύπτοντας μέσα του την ελευθερία, κατορθώνει τα δεσμά της.
    ~
    Ο ποιητής έχει όλα του ποιηματογράφου. Ο ποιηματογράφος δεν έχει τίποτα του ποιητή.

    ReplyDelete
  77. ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ

    Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΕΑΡ

    Τι
    ολόμαυρα μαλλιά
    που τόσο χύνονταν
    στις πλάτες
    (γλυκειά αίσθηση τα σπλάχνα μου)
    ωσότου
    χάθηκε στη γωνία του δρόμου
    η γυναίκα.
    Δεν είναι πια
    (ο θάνατος)
    δεν ήτανε πριν
    (η ανυπαρξία)
    και πόσο να ’μενε στα λίγα δευτερόλεπτα.
    Σπιθίζουν από δάκρυα τα μάτια μου
    μ’ ένα κάψιμο.
    Πουλιά του Απριλίου χαρούμενα
    κάποιο δέντρο είμαι
    κ’ έγινε ποτάμι η ρίζα μου
    τώρα που ξέρουμε πόσο μαύρη είν’ η θάλασσα
    και το ποτάμι πάει...
    Δυο φύλλα έρημα τα χείλη μου
    τη νύχτα
    ο άγγελος της μοναξιάς
    με τολμηρά ενδύματα.
    Πουλιά του Απριλίου χαρούμενα
    εποχή εχθρική
    ώς το μυρωμένο βράδυ
    ώς μέσα στα μεσάνυχτα.
    Βγάλε ψυχή μου τραγούδι
    να πολεμήσω την άνοιξη.
    Ξένος είμαι στο σπίτι μου
    ξένος στους δρόμους
    με λένε Γιάννη δεν έχω τίποτα δικό μου.

    ReplyDelete