Σάββατο, Δεκεμβρίου 15, 2012

7 (παλιές) Χριστουγεννιάτικες Ιστορίες

Επειδή έχουμε και νέους επισκέπτες. Και επειδή οι παλιοί βαριούνται να ψάχνουν σε περασμένα posts. Ένα κείμενο που πολλοί αγάπησαν:



Επτά Χριστουγεννιάτικες Ιστορίες

                                      
Πρόλογος


Υπάρχουν  πολλών  ειδών  Χριστούγεννα.  Των  πιστών  και των αγοραστών. Τα κοσμικά και τα οικογενειακά. Τα φωτεινά και τα μελαγχολικά.
 
Υπάρχουν διάφορα τοπία για Χριστούγεννα.  Τα  βόρεια  -  με πάγο και χιόνι - και τα νότια - με φοινικιές και αστέρια.

Υπάρχει  ξεχωριστό  ύφος  Χριστουγέννων.  Του  Dickens ή του Παπαδιαμάντη. Των παραμυθιών ή των Ευαγγελιστών.

Ο κάθε άνθρωπος, κάθε χρόνο,  έχει τα δικά του Χριστούγεννα. Που, από πέρυσι σε φέτος, μπορεί να απέχουν αιώνες!

Για  μένα,  πάντως,  από  τότε που έπαψα να είμαι παιδί,  τα Χριστούγεννα είναι πάντα μνήμη. Μία γιορτή όπου επιστρέφω.

Τα Χριστούγεννα, θυμάμαι - και την Πρωτοχρονιά,  ελπίζω.  Κι όσο  περνάνε τα χρόνια,  τόσο περισσότερο θυμάμαι - και τόσο λιγότερο ελπίζω.

Αυτή τη  χρονιά  θέλω  να  θυμηθώ  μαζί  σας.  Όχι  πως  οι αναμνήσεις  μου  είναι  ιδιαίτερα  σημαντικές  - όλοι έχουμε ανάλογες.  Αλλά,  στην αγορά της καρδιάς,  τι άλλο έχει ένας άνθρωπος από τις εμπειρίες του.  Τις χαρίζει, τις ανταλλάσσει - καμιά φορά τις εμπορεύεται.

Ανοίγω λοιπόν το σεντούκι των Χριστουγέννων και ξετυλίγω επτά ιστορίες.  Αρχίζοντας – πού  αλλού; – από  τα παιδικά μου χρόνια.

 

Ιστορία πρώτη


Αθήνα, Δεκέμβρης 1944. Τα Χριστουγεννιάτικα αυγά.

 
Είμαι  εννέα χρόνων,  δεν ξέρω τίποτα από Χριστούγεννα,  δεν έχω δει ποτέ έλατο,  μήτε στολίδια.  Έχουμε πολύ  πεινάσει  στην Κατοχή,  έχουμε  πουλήσει  παλιά  προγονικά κειμήλια γενεών, έχουμε  ανταλλάξει  το  πιάνο  της  μάνας μου με ένα ντενεκέ λάδι.  Μα  αυτές  εδώ  οι  γιορτές  του  '44  είναι  οι  πιο παράξενες, συνοδευμένες από εκπυρσοκροτήσεις όπλων, εκρήξεις βομβών,  κροτάλισμα  μυδραλιοβόλων,  το  γλουγλούκισμα  των όλμων που περνάνε πάνω από το σπίτι.

Εμείς τα  παιδιά  έχουμε  χάσει  και  την  αλήτικη  κατοχική ελευθερία μας. (Τι κάναμε!  Παίζαμε με σφαίρες και καψούλια, με κάλυκες και μακαρόνια δυναμίτη!  Πατούσαμε απότομα με  τα πέταλα του τακουνιού μας την άκρη του μακαρονιού - κι έφευγε σφυρίζοντας σαν πυροτέχνημα.  Ποια πέταλα; Μα όλοι φορούσαμε σιδερένια  πέταλα στα χιλιομπαλωμένα παπούτσια μας για να μη λιώνουν. Και περπατώντας αντηχούσαμε σαν αυτούς που χορεύουν κλακέτες!)

Τώρα όμως μας έχουν μαντρώσει μέσα στο σπίτι «μη  σας  πάρει καμία  αδέσποτη».  Κι  αυτό δεν ήταν άδεια κουβέντα.  Λίγες ημέρες πριν, η ξαδελφούλα μου η Νίκη, με ξανθό ίσιο μαλλί ως τη μέση, δέχθηκε μία σφαίρα στον κατάλευκο κρόταφο.

Κλεισμένοι  μέσα,  χωρίς  φως  -  είχαμε  συνεχείς  διακοπές ρεύματος  -  καίγαμε μαγκάλι για ζέστη.  Ο πατέρας βρισκόταν στην Σκομπία - έτσι λέγαμε τότε το  κέντρο  της  Αθήνας  που ελεγχόταν από τους Εγγλέζους του Σκόμπυ. Εμείς, είχαμε δίπλα μας  την  πολιτοφυλακή  του  ΕΛΑΣ.  Η  μητέρα  φοβόταν  τους Ελασίτες αλλά μία φορά που ήρθαν στο σπίτι, με τις γενειάδες και τα φυσεκλίκια τους, μας φέρθηκαν πολύ ευγενικά.

Ο πατέρας εργαζόταν στο υπουργείο Οικονομικών  -  και  (έτσι θυμάμαι)  τον  είχε  καλέσει  ο  υπουργός  για  μία  έκτακτη δουλειά και δεν μπόρεσε να επιστρέψει.  Γεγονός πάντως πως μας έλειπε - και πως,  παραμονή Χριστουγέννων,   δεν  υπήρχε  ούτε  φως,  ούτε  ζέστη,  ούτε πατέρας. Μόνον όλμοι και βόμβες.

Καθόμασταν λοιπόν γύρω από την λάμπα του  πετρελαίου  (ακόμα νιώθω  την  μυρωδιά  της) όταν ξαφνικά ακούμε ένα κορνάρισμα έξω από το σπίτι. Παρά την απαγόρευση πετάγομαι στο μπαλκόνι - και τι να δω!  Ένα νοσοκομειακό του Ερυθρού  Σταυρού  στην πόρτα  μας  -  κι  ένας  εξάδελφος μου,  μεγαλύτερος, που μου γνέφει να κατέβω.

Κατρακυλάω τα σκαλιά.  Τα νοσοκομειακά  ήταν  τότε  τα  μόνα οχήματα  που ελευθεροκοινωνούσαν ανάμεσα στις δύο ζώνες.  Ο εξάδελφος έφερνε μήνυμα από τον πατέρα.  Ήταν καλά και  μας έστελνε για δώρο μία σοκολάτα και δύο αυγά.

Τώρα εσείς νομίζετε πως χάρηκα για τη σοκολάτα.  Όχι πολύ - είχα ξαναφάει μία, Αγγλική, στην απελευθέρωση. Το θαύμα ήταν τα αυγά.  Παιδί της κατοχικής πόλης,  είχα ξεχάσει πως είναι

ένα αυγό. Τα χάζευα, τα χάιδευα (τι τέλειο σχήμα που έχουν!) κι όταν τα βράσαμε και τα κόψαμε,  έμεινα εκστατικός μπροστά στο χρώμα και τη γεωμετρική συμμετρία του  κροκού  μέσα  στο ασπράδι.

 
Έτσι λοιπόν έγινε που,  αντί για πασχαλινό, εγώ χάρηκα τότε αυγό Χριστουγεννιάτικο.

 

Ιστορία δεύτερη

 
Δεκέμβριος 1951. Ο αρχάγγελος

 
Στο σχολείο,  γιορτή για τα  Χριστούγεννα.  Ετοιμάζουμε  μία μικρή  τελετή.  Εγώ θα διαβάσω το «Ποιμένες αγραυλούντες...» και μια ομάδα μαθητές και καθηγητές θα  παίξει  ένα  μουσικό κομμάτι.  Πρώτη  φορά  ακούω  αυτή τη μελωδία και είναι τόσο αγνή, τόσο αγγελική, που πάντα ξεχνάω να μπω στην ώρα μου με το κείμενο.

Ρωτάω τον καθηγητή  που  οργανώνει  την  γιορτή  τον  μεγάλο μουσικολόγο  (εμείς  τον  παιδεύαμε σαν δάσκαλο της Ωδικής!) Μίνω  Δούνια.   Είναι,   μου  απαντάει,   το  Κοντσέρτο  των Χριστουγέννων  του  Corelli. (Concerto opus 6, n. 8, σε σολ ελάσσονα fatto per la notte di Natale) Από τότε, κάθε φορά μου ακούω αυτή την μελωδία,  θυμάμαι τον Δούνια που αργότερα με  έμαθε να  αγαπώ και να καταλαβαίνω την μουσική.  Και θαυμάζω γιατί το μικρό όνομα του Corelli ήταν Arcangelo.  Αρχάγγελος  που ήρθε στη γη.

 
Ιστορία τρίτη

 
Μόναχο Δεκέμβρης 1959. Το κρύο και η ζέστη.

 
Για όλους - εκτός από τα παιδιά  - γιορτή σημαίνει ανάμνηση. Τα παιδιά, βέβαια, παρελθόν δεν έχουν - έχουν το ζωντανό παρόν. ('Όσο για το μέλλον, το έχουν κι αυτό, άλλά δεν το ξέρουν. Και ίσως, καλύτερα).

Εμείς, όμως, παρελθόν. Κάθε χρόνο και πιο φορτωμένο. («Θυμάσαι τα Χριστούγεννα του '73;» - «Θυμάσαι την Πρωτοχρονιά του '65;»).

Αυτές τις μέρες θυμήθηκα τα Χριστούγεννα του '59. Είχε χιονίσει πολύ αυτό το χρόνο στο Μόναχο - λευκές παραμονές, κατά πώς πρέπει. Ξαφνικά ζωντάνεψαν πάλι όλες οι γλυκερές κάρτ-ποστάλ - παιδάκια με κόκκινες μύτες και μάλλινες σκούφιες, έλκηθρα, χιονισμένα έλατα στις πλατείες, χωριουδάκια θαμμένα στο χιόνι με φωτισμένα παράθυρα και δραστήριες καμινάδες…

Για μένα όμως ήταν κακή χρονιά: πένθη, πικροί χωρισμοί, ατυχίες - έτσι όπως καμιά φορά έρχονται όλα μαζί τα δυσάρεστα. Μπήκε ο Δεκέμβρης, έκανα πώς δεν έβλεπα, πώς δεν άκουγα και, κυρίως, πως δεν θυμόμουν. Κυριακή άναψαν οι Γερμανοί κι άλλο κεράκι στο στεφάνι της Αdvent. Στο τέταρτο κερί, πανικός. Αχ! αυτές οι μέρες της υποχρεωτικής, της αναγκαστικής χαράς - πόσο σκληρές  είναι γι' αυτούς πού δεν καταφέρνουν να πιάσουν την εθνική (κατά κεφαλήν) νόρμα ευτυχίας...

Ήμουν λοιπόν μόνος. Όχι μονάχα από τις περιστάσεις. Ήμουν θεληματικά, πεισματικά μόνος. Προτάσεις φίλων, προσκλήσεις, εκδρομές - τίποτα. Εξαφανίστηκα. Κι έμεινα παραμονή Χριστουγέννων στη σοφίτα μου (έκτος όροφος, σε μεταπολεμική φτηνοπολυκατοικία χωρίς ασανσέρ) να κοιτάω τον κεκλιμένο τοίχο.

Βράδυ παραμονής Χριστουγέννων, στη Γερμανία... 'Όλοι στα σπίτια γύρω από το  δέντρο, ψυχή στους δρόμους. Τραγουδάνε τα παραδοσιακά  τους τραγούδια και ανοίγουν τα δώρα. Τα τραγούδια είναι όμορφα - παλιά αναγεννησιακά ή μπαρόκ - και ή ατμόσφαιρα ζεστή από τα κεριά. Υπάρχουν πολλά καλούδια: Plätzchen σαν κουλουράκια, Christstollen σαν τσουρέκι, ξηροί καρποί και κονιάκ. 'Όταν χτυπήσει έντεκα, ντύνονται όλοι ζεστά - ζεστά και πάνε στην εκκλησία ν' ακούσουν τη λειτουργία του Μπάχ, του Μότσαρτ, του Σούμπερτ - με χορωδίες, ορχήστρες και αρμόνια. Τα παιδιά κοιμούνται πολύ αργά (μεγάλη εξαίρεση) αγκαλιά με τα δώρα τους. Την άλλη μέρα θα έχει χήνα γεμιστή με πολλά ωραία συνοδευτικά και γλυκά.

Κι εγώ, στη σοφίτα μισούσα τον εαυτό μου κι όλο τον κόσμο. Είχα μία μπουκάλα κακό κονιάκ - μου χαλούσε το στομάχι άλλά γι' αυτό το έπινα. Έβαλα ραδιόφωνο: όλο τραγούδια χριστουγεννιάτικα. Ό άλλος σταθμός είχε εορταστική συναυλία.  Είχα ένα δανεικό μαγνητόφωνο και είπα να την ηχογραφήσω. Πρωτόγονοι τρόποι: δεν είχε «έξοδο» το ραδιόφωνο - ηχογραφούσα με μικρόφωνο. Κάποια στιγμή (είχα ξεχάσει πώς ηχογραφούσα) ακούγοντας ένα κομμάτι, με πήραν τα κλάματα. Έχω ακόμα αυτή τη μαγνητοταινία - πάνω από τον Μότσαρτ ακούγονται λυγμοί.

Τελείωσε το μπουκάλι, ζαλίστηκα, με πήρε ο ύπνος ξημερώματα στον καναπέ. Ξύπνησα από έντονο κουδούνισμα. Ήταν έντεκα και μισή το πρωί. Ήμουν πιασμένος, παγωμένος, με ναυτία και πονοκέφαλο.  Τα ρούχα είχαν κολλήσει επάνω μου. Το κουδούνισμα συνεχιζόταν επίμονο - ποιος διάβολος! Είδα κι απόειδα, άνοιξα. Στην πόρτα ένας σοβαρός καλοντυμένος κύριος, Γερμανός, άγνωστος. Μου συστήθηκε ευγενικά. Είπε πως είναι μακρινός συγγενής κάποιων γνωστών μου. «Μήπως θα είχα κέφι» - ρώτησε ο άγνωστος - «να τους τιμήσω με την παρουσία μου στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι;»

Μουρμούρισα μερικές δικαιολογίες - ήμουν άρρωστος, άπλυτος, αξύριστος. Ό άγνωστος επέμενε: «Έχετε κάτι καλύτερο να κάνετε; Εγώ θα σας περιμένω να ετοιμαστείτε». Ενδόμυχα μου έκανε καλό αυτή ή πρόσκληση. Ιδιαίτερα πού ήταν άνθρωποι άγνωστοι και θα ξέφευγα από τον παγιδευμένο χώρο μου. Ευχαρίστησα, ντύθηκα, φύγαμε.

Είχαν ένα πολύ ωραίο μικρό σπίτι με κήπο στα περίχωρα του Μονάχου. Στην είσοδο με υποδέχτηκε ένας πανέξυπνος χιονάνθρωπος. Μετά γνώρισα τους χιονογλύπτες: ένα κοριτσάκι εννέα, ένα αγοράκι επτά χρόνων - ξανθόμορφα σαν αγγελούδια του Βαυαρικού μπαρόκ. Και ή μητέρα συμπαθέστατη. 'Όσο για τη χήνα, απαράμιλλη σε γεύση και γλύκα. Έλιωνε στο στόμα. Και υπήρχαν τα πάντα: κόκκινο κρασί και κόκκινο λάχανο, πατάτες φούρνου και γλυκιά σάλτσα με βατόμουρα, δύο γλυκά, κονιάκ (καλό!), καφές. Τα παιδιά ανέβηκαν στα γόνατα μου και τους είπα ελληνικά παραμύθια. Τραγουδήσαμε μετά όλα τα χριστουγεννιάτικα τραγούδια: Από τον Ουρανό Ψηλά, Ξεφύτρωσε ένα Ρόδο, Ελάτε Ποιμένες - μέχρι το Έλατο και την Άγια Νύχτα.

Και το πιο όμορφο - το πιο συγκινητικό: Μου είχαν και δώρο! Ανοίξαμε τα πακέτα και, κάτω από το έλατο, υπήρχε και για μένα  καρτούλα με το όνομά μου. Μέσα στο κουτί ένα κομψό πορτοφόλι από μαύρο δέρμα. (Απένταρε φοιτητή - τι θα έβαζες μέσα;) 

Αργότερα, ανάψαμε το τζάκι, ψήσαμε κάστανα, ήπιαμε καφέ με κουλούρια και μπισκότα, είπαμε ανέκδοτα και αστεία. Ξαφνικά ένιωθα σπίτι μου. Τους ήξερα χρόνια - πιο δικοί από τους δικούς μου.

Κάποια στιγμή - από ευγένεια - είπα να  φύγω. Μα, καθίστε - όχι, όχι! Τελικά ο πατέρας προσφέρθηκε να με πάει με το αυτοκίνητο. «Θα μου κάνει καλό», είπε «μία βόλτα στο κρύο». Τα παιδιά με φίλησαν σχεδόν με πάθος. Όταν φτάσαμε έξω από την πόρτα μου, δεν ήξερα πώς να τον ευχαριστήσω. Σκεπτόμουν το κρύο ακατάστατο δωμάτιο από το οποίο με είχε αποσπάσει και τρόμαζα. Πόσο γρήγορα πηγαίνεις από το κρύο στη ζέστη!

Άρχισα λοιπόν να του λεω πόσο σημαντική ήταν για μένα  αυτή η μέρα, πόσο ευγνώμων είμαι - όταν με διέκοψε: «Δεν χρειάζεται», είπε, «να μ' ευχαριστήσετε. Εμείς αυτό το κάνουμε  κάθε χρόνο. Έχουμε αναλάβει υποχρέωση να καλούμε έναν μοναχικό ή δυστυχισμένο. Φέτος μας έδωσαν το όνομά σας».

 
Πόσο γρήγορα πηγαίνεις από τη ζέστη στο κρύο. Το πορτοφολάκι βυθίστηκε μέσα στο χιόνι όπου το πέταξα. Κι άλλο κονιάκ δεν είχα στο δωμάτιο.

 

Ιστορία Τέταρτη                                   

 

1963 - Οι Πατέρες.

 

Μία  παρέα  φίλοι,  σκεπτόμαστε  να  κάνουμε Χριστούγεννα σε μοναστήρι.  Κάποιος  μας μιλάει για την Μονή Ιερουσαλήμ ψηλά στον Παρνασσό,  πάνω από την Δαύλεια.  Ωραία ιδέα  λέμε  και ξεκινάμε  προπαραμονή.  Ο ένας διαθέτει Ι. Χ. στριμωγνόμαστε και δρόμο.

Η αλήθεια είναι πως φύγαμε κομμάτι αργά.  Ο ήλιος κόντευε να δύσει  όταν  φτάσαμε  στην  Δαύλεια  -  και  όταν με το καλό σκαρφαλώσαμε τον απαίσιο λασπόδρομο ως την μονή  είχε  πέσει το  σούρουπο.   Μεγάλη  ταλαιπωρία  η  λάσπη,   πέντε  φορές αναγκαστήκαμε να κατέβουμε και να  σπρώξουμε  το  αυτοκίνητο που είχε κολλήσει.

Όταν   όμως   είδαμε   την  μονή  με  τα  καντήλια  της  να τρεμοσβύνουν στο σύθαμπο,  αναγαλλιάσαμε.  Ζέστη,  φαγητό και κατάνυξη - να τι ζητούσαν τα παγωμένα σώματα και οι άπληστες ψυχές μας.

Αλίμονο! Η μεγάλη κεντρική πύλη, ίδια καστρόπορτα σε τείχος, ήταν   θεόκλειστη.   Κορνάρουμε.   Μόνον   η  ηχώ  απαντάει. Ξανακορνάρουμε. Τίποτα. Χτυπάμε την πόρτα.  Καμία απόκριση.

Φωνάζουμε.  Σιωπή. Σηκώνουμε ολόκληρα αγκωνάρια και τα πετάμε στην μεταλλική πόρτα.  Αντιβουίζει το βουνό,  αλλά αντίδραση καμία.

Εν τω μεταξύ έχει νυχτώσει για τα καλά, κάνει άγριο κρύο και ο οδηγός μας αρνιέται να κατέβει νύχτα τον λασπόδρομο. 'Εχει δίκιο, δεν αστειεύονται οι γκρεμοί γύρω-γύρω. Κάτω έχει ψιλό

παγωμένο  χιόνι,   πως  θα  βγάλουμε  την  νύχτα;   Δύο  στο αυτοκίνητο,  δύο ξάπλα στη  γη  αγκαλιασμένοι  μέσα  σε  μία παλιοκουβέρτα,  που  βρέθηκε  στο  πορτμπαγκάζ  κι  ένας να φυλάει τσίλιες μη μας ορμήξουν τίποτα λύκοι.  Αλλαγή βάρδιας κάθε τόσο. Δεν κοιμήθηκε βέβαια κανένας.

Χαράματα,  στις έξη ξαγρυπνισμένοι και παγωμένοι βλέπουμε να ανοίγει η βαριά σιδερόπορτα.  Βγαίνει ένας καλόγερος καβάλα σε μουλάρι. Αγανακτισμένοι τον περικυκλώνουμε - τόση φασαρία κάναμε, είναι δυνατόν να μην μας ακούσατε;

"Κάτι ακούσαμε", λεει ατάραχος ο καλόγερος, "αλλά δεν ξέραμε τι  ήτανε.  Κι  εσείς ευλογημένοι,  δεν φωνάζατε:  'Πατέρες! Πατέρες!' να καταλάβουμε πως ήσασταν  καλοί  Χριστιανοί,  να σας ανοίξουμε;"

Πέρασαν χρόνια, η παρέα σκόρπισε. Αλλά όποτε συντυχαίνουμε ο ένας  τον  άλλον  η  προσφώνηση  είναι  δεδομένη:  "Πατέρες! Πατέρες!"

 
Ιστορία Πέμπτη


1972 - Το δώρο της Πίπση.

 
Πρέπει τώρα να σας πω  την  ιστορία  μιας  γάτας.  Δεν  ήταν όμορφη,  ούτε χαδιάρα.  Ήταν ίσως η πιο άσκημη  και  άκομψη γάτα   που   έχω   γνωρίσει.   Μονοκόμματη  και  τραχιά  σαν μπουλντόγκ.  Δεν ήταν καν δική  μου.  Όμως  μου  έκανε  ένα θαυμάσιο Χριστουγεννιάτικο δώρο.

Ζούσα  τότε σε προάστιο της Αθήνας.  Το σπίτι,  μονοκατοικία παλιά και άβολη, ήταν απομονωμένο σε ένα ύψωμα.  Πίσω του το δάσος. (Τώρα έχει γίνει πολυκατοικίες!)

Το  παλιό κτίσμα είχε μείνει καιρό ακατοίκητο.  Ανήκε σε ένα γέροντα γιατρό, που ζούσε εκεί ολομόναχος. Είχε πεθάνει πάνω από ένα χρόνο. Πέρασε και άλλος καιρός μέχρι να συμφωνήσω με τους   κληρονόμους  για  την  ενοικίαση  και  να  γίνουν  οι απαραίτητες επισκευές.

Για αρκετούς μήνες,  αφού μετακόμισα,  έβλεπα μία  γριά  και άσκημη γάτα που τριγύριζε συστηματικά το σπίτι. Βέβαια γάτες εκεί υπήρχαν πολλές - και  οι  δικές  μου  και  οι  τακτικές επισκέπτριες  και οι περαστικές.  Όμως αυτή ήταν αλλιώτικη. Ούτε πλησίαζε πολύ ούτε απομακρυνόταν.  Βρισκόταν  πάντα  σε ίδια απόσταση από το σπίτι, σαν να ήταν δεμένη με ένα αόρατο σκοινί.  Στηνόταν απέναντι και κοιτούσε συνεχώς τα παράθυρα, με μάτια κουρασμένα,  κοκκινισμένα ενώ έβγαζε ένα χαμηλόφωνο μακρόσυρτο ήχο - κάτι ανάμεσα ουρλιαχτό και παράπονο.

Φερόταν  σαν  άγρια  γάτα  -  αλλά δεν έμοιαζε άγρια.  Όταν στηνότανε απέναντι στο παράθυρο της άνοιγα να μπει αλλά αυτή στεκόταν  εκεί  στην  ίδια  πάντα  απόσταση.   Αν  πλησίαζα, οπισθοχωρούσε,   χωρίς  να  τρομάζει  και  να  εξαφανίζεται. Έτρωγε  το  φαγητό  που της έδινα,  με τον όρο ότι πάντα θα σεβόμουνα την προκαθορισμένη απόσταση.  Αν  στεκόμουν  κοντά στο πιάτο, προτιμούσε να μείνει νηστική.

Το αίνιγμα  λύθηκε  όταν  μίλησα  με  την  κόρη  του  παλιού ιδιοκτήτη. 'Ηταν η γάτα του!  Η μοναδική του συντροφιά!  Την έλεγαν Πίπση κι ο γέροντας την υπεραγαπούσε.  Μόνο  που  την είχε τόσα χρόνια, που κανείς δεν φανταζόταν ότι ζούσε ακόμα. Πρέπει να ήταν πάνω από δεκαπέντε χρόνων -  υπέργρια.  Όταν πέθανε ο γιατρός,  δεν την βρήκαν στο σπίτι.  Το κλείδωσαν - κι ούτε που την σκέφτηκαν.  Κι εκείνη,  πήρε  τα  βουνά  και έγινε άγρια.

Δηλαδή,  το  σπίτι  που  έμενα ήταν το δικό της!  Έκανα ότι μπορούσα  να  την  πείσω  να  επιστρέψει   -   μάταια.   Δεν εμπιστευόταν κανένα.  Η χαϊδεμένη και καλομαθημένη, που γριά βρέθηκε στο δρόμο, επέζησε - αλλά δεν πίστευε πια σε τίποτα.

Μέχρι που ήρθαν Χριστούγεννα,  παραμονές και  ξαφνικά  ακούω ένα άλλο νιάου και βλέπω την Πίπση με την μύτη κολλημένη στο τζάμι.  Ανοίγω  το παράθυρο και - δεν πιστεύω τα μάτια μου - μπαίνει στο σπίτι.  Πρώτη φορά μπαίνει  στο  σπίτι,  μυρίζει δεξιά-αριστερά  με  μεγάλη  προσοχή,  ψάχνει  -  και  τελικά έρχεται  εκεί  που  καθόμουνα,  νιαουρίζει  παρακλητικά  και πηδάει  στην  αγκαλιά  μου.  Η Πίπση - που τηρούσε πάντα την απόσταση ασφαλείας, τα τρία μέτρα!

Είχε έρθει για να γεννήσει.  Μέσα στην  αγκαλιά  μου  πάλευε τρεις ώρες και έκανε τέσσερα μικρά γούνινα. Κάθισε δύο μήνες στο σπίτι,  τα μεγάλωσε,  τα ανάθρεψε - και μία μέρα τα πήρε και εξαφανίστηκαν. Δεν την ξαναείδαμε ποτέ. Ούτε αυτά.

 
Δεν τα  πήρε  όλα  όμως.  Έμεινε  ένα,  το  γλυκύτερο,  που αργότερα   έγινε   η   γάτα  της  ζωής  μου.   Το  καλλίτερο Χριστουγεννιάτικο Δώρο.

 

Ιστορία έκτη

 
1973 - Λιγότερα!

 
Νοέμβριος μετά το Πολυτεχνείο.  Ο πιο  μουντός  και  άχαρος των τελευταίων χρόνων. Τόσο σκοτάδι που σχεδόν δεν ξημερώνει.  Η σκιά της ηρωικής αλλά μάταιης  (έτσι  φαινόταν τότε) εξέγερσης, η σκιά μίας νέας πιο στυγνής δικτατορίας, η σκιά  της  παγκόσμιας οικονομικής κρίσης,  πέφτουν επάλληλες και πνίγουν κάθε φως.

 
Ετοιμάζω την χριστουγεννιάτικη  κάρτα  της  εταιρίας  -  και ξαφνικά έχω μία διαφορετική ιδέα.  Αντί για εορταστική κάρτα (τι να γιορτάσει κανείς!) γράφω ένα απλό κείμενο  -  και  το

τυπώνουμε μαύρο σε άσπρο φόντο - χωρίς χρώματα και έλατα.  Η κάρτα εκτυπώνεται σε τρεις χιλιάδες αντίτυπα,  ταχυδρομείται και   εκεί   γίνεται  το  απροσδόκητο.   Όλες οι εφημερίδες ανατυπώνουν το κείμενο. Κατακλυζόμαστε  από γράμματα, τηλεφωνήματα, επισκέψεις.  Θέλουν κι άλλες κάρτες. Μέσα σε ένα μήνα το ανατυπώνουμε τρεις φορές.

           
Το  κείμενο μιλούσε - φαινομενικά - για την οικονομική κρίση και την ανάγκη περισυλλογής. Αλλά ο κόσμος κατάλαβε.

  

Είθε

ο νέος χρόνος

να μας φέρει

λιγότερα

 

λιγότερο πόνο σε αυτούς που πονούν,

λιγότερο μίσος σε αυτούς που μάχονται,

λιγότερη στέρηση σε όσους στερούνται,

λιγότερο πόλεμο, λιγότερο θάνατο,

λιγότερη καταπίεση, λιγότερη εκμετάλλευση,

λιγότερη δυστυχία και λιγότερη οδύνη.

 

Κι αν τύχει και φέρει μαζί

λιγότερη αφθονία και λιγότερη απόλαυση

λιγότερο πλούτο και λιγότερη καλοπέραση

Ίσως τότε μας χαρίσει

λιγότερη ελαφρομυαλιά και λιγότερη σπατάλη

λιγότερη επιπολαιότητα

και λιγότερη αυθάδεια.

 

Ίσως τα λιγότερα

είναι περισσότερα…

 

 

Ιστορία έβδομη

 
1984 - Η έκπληξη

 
Παραμονή Χριστουγέννων κι εμένα με τρωει η μόνιμη  εορταστική μελαγχολία (κάθε χρόνο και χειρότερα.) Πήγε μεσημέρι και δεν είχε  ακόμα  χτυπήσει  το  κουδούνι για τα κάλαντα.  Το είχα

γράψει και στην εφημερίδα που έγραφα, πως  οι  σημερινοί  πιτσιρικάδες, χορτάτοι  πια,  δεν  κυνηγάνε το χαρτζιλίκι όπως εμείς,  δεν πηγαίνουνε στα μακρινά σπίτια.

Είχα τελειώσει το μεσημεριανό μου όταν χτύπησαν στην  πόρτα. Ανοίγω  και τι να δω!  Ορχήστρα ολόκληρη και χορωδία και στη μέση ο Διονύσης Σαββόπουλος με την κιθάρα του  και  η  'Ασπα

και κόσμος πολύς.  Κι αρχίζουν να λένε τα κάλαντα, τα παλιά, τα γνήσια.  Κι εγώ να έχω βουρκώσει και να μην  ξέρω  τι  να κάνω,  πως να τους φιλέψω, ολόκληρο στρατό.  Γνωριμία με τον Νιόνιο δεν είχαμε, μια φορά τον είχα συναντήσει στη ζωή μου. Που το βρήκαν το σπίτι, πως το σκέφτηκαν;
 
Να,  είπε ο Νιόνιος μετά,  παραπονέθηκες πως δεν σου λένε τα κάλαντα - γι αυτό ήρθαμε!

Μία φορά και μένα η γκρίνια μου βγήκε σε καλό!

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 13, 2012

Απολογισμός 9 διαλέξεων


Την περασμένη Δευτέρα, 10.12.12, έκλεισε ο κύκλος των διαλέξεων που έδωσα στο Ίδρυμα Θεοχαράκη.

Όλο αυτό το διάστημα (όπως θα διαπίστωσαν όσοι επισκέφθηκαν αυτό το blog) δεν έγραψα τίποτα στο Doncat.

Όχι μόνο από έλλειψη χρόνου – αλλά και διότι ήθελα να συγκεντρωθώ στα θέματα που πραγματεύθηκα και να είμαι ψυχικά εστιασμένος σε αυτή τη διαδικασία.

Δεν κρύβω πως – το είπα και στην τελευταία διάλεξη – είχα πολύ άγχος πριν να αρχίσω. Λιγότερο μετά, αλλά πάντως αρκετό για να το νιώθω όλη την εβδομάδα ανάμεσα.

Για μένα αυτές οι διαλέξεις ήταν σημαντικές. Ήθελα, στα ίχνη που θα αφήσω πίσω μου, να υπάρχει και μία ηλεκτρονική ζωντανή καταγραφή. Ξέρω ότι όλο και λιγότεροι διαβάζουν βιβλία και τα δικά μου έχουν γίνει σπάνια. (Για οικονομικούς λόγους οι εκδότες δεν ανατυπώνουν).

Διάλεξα λοιπόν με προσοχή τα θέματα έτσι που να καλύπτουν όλο τον κύκλο των πραγμάτων που με ενδιαφέρουν και με απασχόλησαν μία ζωή. Επέλεξα κείμενα από διάφορα βιβλία και τα σχολίασα στις συζητήσεις.

Στην πραγματικότητα αυτές οι διαλέξεις είναι μία ψηφιακή διαθήκη. Μια και δεν μου πρότεινε κανείς να μου κάνει ένα τηλεοπτικό πορτρέτο (εκατοντάδες παρόμοιες εκπομπές έχουν  γυρίσει το «Μονόγραμμα» και το «Παρασκήνιο») το έκανα μόνος μου.

Μεγάλη συμβολή σε αυτό το έργο είχε ο διάλογος. Πάνω από τον μισό χρόνο του κάθε δίωρου αφιερώθηκε σε αυτόν και ήταν εντυπωσιακά καλός. Με ξάφνιασε το επίπεδο των ερωτήσεων και των σχολίων (ούτε μία ανόητη ή άστοχη παρατήρηση). Με τη σωστή στόχευση με βοήθησαν να ολοκληρώνω τα θέματα.

Δεν μπορώ να πω πόσο ευγνώμων είμαι σε όσους ήρθαν (με κακό καιρό, με διαδηλώσεις, με απεργίες) πληρώνοντας μάλιστα ένα σεβαστό (για τις σημερινές συνθήκες) ποσό. 175 θέσεις έχει  η αίθουσα – γέμισε μερικές φορές ολόκληρη πάντα όμως πάνω από το μισό.

Μου έκανε εντύπωση η σύνθεση του ακροατηρίου. Υπήρχαν (ελάχιστοι) παλιοί φίλοι και γνώριμοι. Αλλά η απόλυτη πλειοψηφία ήταν άνθρωποι που δεν γνώριζα και οι περισσότεροι νέοι. Με προβλημάτισε η απουσία πολύ στενών φίλων και συνεργατών. Ούτε μία φορά, από περιέργεια. Ένιωσα να με εγκαταλείπουν σε μία σημαντική στιγμή της ζωής μου.

Έχω ήδη στα χέρια μου τις μισές μαγνητοσκοπήσεις. Μόλις πάρω και τις υπόλοιπες θα τις ανεβάσω στο YouTube με link τόσο από το blog όσο και από το ndimou.gr.

Εύχομαι σε όλους καλές γιορτές.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 22, 2012

ad hominem

Το τελευταίο μου άρθρο στην Lifo ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων. Οι σχολιαστές στην LiFO ήταν μοιρασμένοι (οι περισσότεροι θετικοί) αλλά σε άλλα μέσα (blogs,facebook,twitter) υπερίσχυσε η αρνητική στάση. Μάταια έγραφα ήδη στο άρθρο ότι με απασχολούσε μόνο το μεταρρυθμιστικό έργο του Κεμάλ - κι ότι βεβαίως ήμουν εναντίον του μια και υπήρξε δικτάτορας και εχθρός μας. Μάταια πρόσθεσα και ένα διευκρινιστικό σχόλιο για το θέμα. Πολλοί αναγνώστες στάθηκε αδύνατον να κάνουν τον διαχωρισμό και με κατέκριναν ως θαυμαστή και υπερασπιστή του Κεμάλ, φορτώνοντάς του και πολλά που ουδέποτε διέπραξε (π. χ. την γενοκτονία των Αρμενίων - έγινε πριν από αυτόν).

Οι αντιδράσεις αυτές αποδεικνύουν δύο πράγματα:

α) ότι μας είναι αδύνατον να παρατηρήσουμε ψύχραιμα και αντικειμενικά οτιδήποτε έχει σχέση με την ιστορία μας - πράγμα απαραίτητο για να την κατάλαβουμε σωστά.

β) ότι όταν διαφωνούμε με μία άποψη δεν μας αρκεί να διατυπώνουμε την διαφωνία μας - αλλά νιώθουμε την ανάγκη να επιτεθούμε στο άτομο που την διατύπωσε. Το πανάρχαιο argumentum ad hominem, που δεν συζητάει το περιεχόμενο μίας τοποθέτησης αλλά βρίζει αυτόν που την διατύπωσε, καταστρέφει κάθε διάλογο. Μέσα στο βόθρο και την λάσπη, τι συζήτηση να κάνεις;

Για όσους δεν το είδαν, το άρθρο είναι εδώ: http://www.lifo.gr/mag/columns/5195

 

Πέμπτη, Οκτωβρίου 18, 2012

Ένα βίντεο από το Culturenow

Στο culturenow.gr ανέβηκε ένα μικρό βίντεο με θέμα τις διαλέξεις μου στο Ίδρυμα Θεοχαράκη. Θα το βρήτε εδώ: http://www.culturenow.gr/video/literature/Ο_συγγραφέας_Νίκος_Δήμου_στο_Culturenow.gr.html

Αργότερα, μετά το τέλος τους,  θα ανέβουν εδώ και οι μαγνητοσκοπημένες διαλέξεις - που συνεχίζονται την  Δευτέρα 22.10. με θέμα την "Σιωπή του Θεού".

Δευτέρα, Οκτωβρίου 15, 2012

Πολύ αργά!

Spiegel, τ. 42, 15.10.2012, σελ 87

Ο Έλληνας συγγραφέας Νίκος Δήμου, 77, μιλάει για το Βραβείο Νόμπελ Ειρήνης που απονεμήθηκε στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
 
 
SP. Κύριε Δήμου, άξιζε η Ε.Ε. αυτή τη διάκριση;
 
Δη. Ναι, αλλά ήρθε πολύ αργά. Έπρεπε να δοθεί το Βραβείο Νόμπελ στους Ευρωπαίους ήδη πριν από 20 ή 30 χρόνια, όταν συνέρχονταν οι πρώτοι εκπρόσωποι της Ευρωπαϊκής Ιδέας, όταν παραμερίζονταν οι μεγάλες διαφορές ανάμεσα στα έθνη, π. χ. ανάμεσα στην Γερμανία και την Γαλλία. Αντίθετα σήμερα η ευρωπαϊκή ιδέα βρίσκεται σε πολύ κακή κατάσταση.
 
SP. Ναι αλλά από τότε η Ε.Ε. διευρύνθηκε με διαφορετικά κράτη, τα σύνορα έπεσαν. Πώς λοιπόν γεννήθηκε αυτή η πνευματική κρίση;
 
Δη. Ο ακτιβισμός για την ολοκλήρωση και την διεύρυνση, οδήγησε στο να ξεχαστεί η ουσία. Επιπλέον ο μεγαλύτερος εχθρός της ευρωπαϊκής ιδέας είναι η ευρωπαϊκή γραφειοκρατία. Σήμερα οι Ευρωπαίοι πιστεύουν λιγότερο στην Ευρώπη από ότι πριν 30 χρόνια. Ακόμα και αυτοί που διευθύνουν ευρωπαϊκούς θεσμούς δεν είναι φανατικοί της Ευρώπης.
 
Sp. Δεν θα μπορούσε το βραβείο να δώσει νέα ζωή στην Ευρώπη;
 
Δη. Μόνο του το βραβείο Νόμπελ δύσκολα θα το πετύχει. Η Ε.Ε. δεν έχει κάνει τίποτα για να προωθήσει την ευρωπαϊκή ιδέα. Από τους περισσότερους σήμερα απουσιάζει η ευρωπαϊκή ταυτότητα.
 
SP. Ιδιαίτερα στη χώρα σας, η Ε.Ε. έχει πρόβλημα εικόνας (image).
 
Δη. Μόλις ανακοινώθηκαν οι νέοι αριθμοί των ανέργων - πάνω από το 25%  δεν έχουν δουλειά. Αυτός είναι σχεδόν ένας διπλασιασμός σε σχέση με την περασμένη χρονιά. Τι να μας κάνει το Βραβείο; Και φοβάμαι πως η Ε.Ε. θα ήταν μάλλον ο τελευταίος οργανισμός στον οποίο η πλειοψηφία των Ελλήνων θα έδινε Νόμπελ.
 
__________________________________________
 
Η συνέντευξη δόθηκε στα Γερμανικά - η πρόχειρη μετάφραση δική μου.





Σάββατο, Σεπτεμβρίου 22, 2012

Στο Ίδρυμα Θεοχαράκη


Διαλογο-διαλέξεις: 9 αμφιλεγόμενα θέματα
με τον Νίκο Δήμου

8 Οκτωβρίου 12 - 10 Δεκεμβρίου 12
Χώρος: Αμφιθέατρο Ιδρύματος Β. & Μ. Θεοχαράκη
Κάθε συνάντηση αρχίζει με μία σύντομη εισήγηση και την ανάγνωση ενός ή περισσοτέρων σχετικών κειμένων του Νίκου Δήμου. Ακολουθεί συζήτηση που καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου. Στο τέλος κάθε δίωρου γίνεται ανάγνωση ενός λογοτεχνικού κειμένου-επιδόρπιου για να φεύγουν όσοι συμμετέχουν με καλή γεύση.

1. Περί Ορθολογισμού και Ανθρωπισμού
2. Περί Θεού
3. Περί Ελευθερίας
4. Περί Ζωοφιλίας και Φιλοζωίας
5. Περί Γνώσης και Αμφιβολίας
6. Περί Ανθελληνισμού
7. Περί Τεχνολογίας
8. Περί Σεξ και Πορνογραφίας
9. Περί Ποίησης και Δημιουργίας


8, 22, 29/10, 5, 12, 19, 26/11, 3, 10/12/2012

Κύκλος 9 διαλέξεων: 80 € , 40 €
Μεμονωμένη διάλεξη: 10 € , 5 €

Δευτέρα 18:00-20:00
 
_________________________________________________
 
Αντιγράφω ανακοίνωση που θα βρείτε στην ιστοσελίδα του Ιδρύματος Βασίλη και Μαρίνας Θεοχαράκη. Διευκρινίζω ότι τα χρήματα του εισιτηρίου (πάγια τακτική του Ιδρύματος) δεν θα εισπραχθούν από εμένα - τα διέθεσα για τους σκοπούς του Ιδρύματος.

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 13, 2012

178 χρόνια πριν από την Μέρκελ


Όθων
Από τις εντυπώσεις του νεαρού Emanuel von Friedrichsthal (1809-1842) Αυστριακού ταξιδευτή και φυσιοδίφη, που έζησε στην Ελλάδα την δεκαετία του '30.

Αφού γράψει για τα προτερήματα του Έλληνα (έφεση για μάθηση, ταλέντο, εξυπνάδα και πονηριά) προχωράει στα ελαττώματα:

«Τα χωριά και οι καλύβες φαίνονται υπερβολικά φτωχά – και αυτό επειδή οι κάτοικοί τους παραμένουν πιστοί στην συνήθεια που είχαν αποκτήσει στην Τουρκοκρατία: να μην δείχνουν καθόλου τον πλούτο τους… Η τσιγκουνιά και η ροπή στη δωροδοκία είναι ελαττώματα που δεν τους λείπουν. Πιο εύκολο είναι να κάνεις τον άθλο του Ηρακλή και να φέρεις τον Κέρβερο από τον Άδη, παρά να καταφέρεις έναν Έλληνα να σου ξεπληρώσει το χρέος του.

Το κλίμα και η συνήθεια τον έμαθαν να αγαπά την οκνηρή ζωή της Ανατολής και τίποτα δεν χαροποιεί τον Έλληνα περισσότερο από το να κερδίσει χρήματα χωρίς να δουλέψει.

Μία πολύ πρωτότυπη πτυχή της ελληνικής αφελούς ειλικρίνειας αποκαλύφθηκε όταν ο Βασιλέας (Όθωνας) επισκέφθηκε ένα ίδρυμα για τους ανάπηρους που είχε ιδρύσει ο Καποδίστριας. Απόρησε όταν είδε ανάμεσα στους απομάχους και ένα νέο υγιέστατο χωρικό και το είπε. Τότε του εξήγησε ο νέος ότι ο πατέρας του υπήρξε ανάπηρος πολέμου και τώρα είχε πάρει αυτός τη θέση του. Δεν είναι χαριτωμένο;»

(Μεταφράζω από το φύλλο 348 της Griechenland Zeitung, γερμανόφωνης εφημερίδας που εκδίδεται στην Αθήνα και δημοσιεύει σε συνέχειες τις εντυπώσεις του Friedrichsthal).

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 07, 2012

Η δυστυχία του να είσαι γκρι

Δεν μπορεί – θα έχετε ακούσει για το μπεστ σέλερ του καλοκαιριού: «Πενήντα αποχρώσεις του γκρι». Πρωτόλειο μιας συμπαθούς και στρουμπουλής μεσόκοπης νοικοκυράς, έχει σαρώσει τις πωλήσεις σε όλο τον κόσμο – και στην Ελλάδα. Σαράντα εκατομμύρια αντίτυπα οι πρώτες πωλήσεις, σε τριάντα επτά χώρες αγόρασαν τα δικαιώματα και στα χαρτόδετα ξεπέρασε και τον Χάρυ Πότερ.

Η κυρία E. L. James (ψευδώνυμο της Erika Mitchell) πρέπει να είναι πολύ ευτυχής.
Το τι έχει γραφτεί γι αυτό το βιβλίο, δεν λέγεται. Αρνητικό φυσικά. (Έχετε ακούσει ποτέ καλά λόγια για ένα μπεστ σέλερ;) Θάψιμο όχι με φτυάρια αλλά με εκσκαφείς και μπουλντόζες.
Διάβασα το βιβλίο από περιέργεια. Είναι πράγματι φτηνό και από ένα σημείο και πέρα βαρετό. Το σεξ (γιατί περί σοφτ πορνό πρόκειται) είναι επαναληπτικό και λίγο πρωτόγονο. Αλλά διαβάζεται ευχάριστα, έχει κάποιο σασπένς και είναι ό,τι πρέπει σαν αναπλήρωση για νοικοκυρές που δεν έχουν υπερβεί την στάση του ιεραποστόλου.
Προς τι λοιπόν το μένος και η αγανάκτηση;  Η κυρία Τζαίημς δεν ισχυρίστηκε ποτέ ότι γράφει λογοτεχνία. Γιατί οι διανοούμενοι το κρίνουν με κριτήρια που δεν το αφορούν; Ένα ευχάριστο ανάγνωσμα έγραψε, λίγο γαργαλιστικό που θα τονώσει και τις πωλήσεις σαδομαζοχιστικού εξοπλισμού. Ο «Αλχημιστής» του Κοέλιο είναι πολύ χειρότερος γιατί έχει και αξιώσεις πνευματικότητας (τρομάρα του!).
Όμως, από την άλλη μεριά, αυτή η ψύχωση των ειδικών, να βγάζουν σκάρτο ότι αρέσει και πουλάει είναι κακή αρρώστια. Ξεχνάνε ότι τα «μεγάλα» μυθιστορήματα του 19ου αιώνα (Ντίκενς, Μπαλζάκ, Τολστόι, κλπ.) ήταν όλα μπεστ σέλερ Έναν άριστο συγγραφέα, τον Στήβεν Κινγκ, τον έχουν αποκλείσει από τον «κανόνα» μόνο και μόνο επειδή είναι δημοφιλής.
Σε σημείο να φτάνει ο ίδιος ο δημιουργός να υποπτεύεται (ή και να αντιπαθεί) ένα έργο του, επειδή πέτυχε. Ο Χατζιδάκις όλη του την ύστερη ζωή μισούσε τα «Παιδιά του Πειραιά».
Περίεργη η μοίρα των μπεστ σέλερ. Είμαι σίγουρος πως η κυρία Τζέημς δεν μισεί το «γκρι». Αλλά εγώ έχω ανάμικτα συναισθήματα για την «Δυστυχία του να είσαι Έλληνας».  Πριν από αυτήν, οι κριτικοί έγραφαν για μένα πολύ επαινετικά. Μόλις κυκλοφόρησε η «Δυστυχία» και απογειώθηκε σε πωλήσεις, έχασα κάθε έξωθεν καλή μαρτυρία. Όλοι ξαφνικά ξέθαψαν το αντι-πνευματικό επάγγελμά μου (τότε ήμουν διαφημιστής – και διάβολε, δεν μπορεί, κάποιο κόλπο έκανα για να πετύχει το βιβλίο).
Έκτοτε έπαψα να είμαι «πολίτης εις των ιδεών την πόλη». Όχι για το κοινό – αλλά για την ιντελιγκέντσια και τους κριτικούς. Και ποτέ δεν ανέκτησα το κύρος μου, καθότι το αναθεματισμένο βιβλίο συνεχίζει να πουλάει επί 37 χρόνια. Χρειάστηκε να περάσουν δεκαετίες και να μεταφραστεί σε ξένες γλώσσες, για να διαβάσω μερικές θετικές κριτικές…

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 04, 2012

Όταν οι φιλόσοφοι έχουν χιούμορ...

Ο Ευάγγελος Ν. Ρούσσος είναι ιστορικός της φιλοσοφίας με ειδίκευση στους Προσωκρατικούς φιλοσόφους, συγγραφέας πολύτιμων έργων μοναδικών στην βιβλιογραφία μας. Περισσότερα γι αυτόν διαβάστε εδώ: http://www.taekpaideutika.gr/ekp_99-100/01.pdf.  Παρόλο που πέρασε τα 80 εξακολουθεί να παράγει έργο σημαντικό.

Αλλά πέρα από την φιλοσοφία διαπρέπει και στην ειρωνεία (σαν γνήσιος σωκρατικός). Προχθές μου έστειλε μία παρωδία επάνω στο γνωστό δημοτικό τραγούδι "Μάνα μου τα κλεφτόπουλα...". Με την άδειά του την αντιγράφω εδώ, στον δικό του κομψό γραφικό χαρακτήρα. 
 

Σάββατο, Αυγούστου 11, 2012

Πίπτομεν!

Τίποτα δεν μπορεί να με βγάλει από την θερινή μου ραστώνη. Ένα μήνα έχω να γράψω εδώ, κι άλλον ένα στη LiFO, εκατοντάδες αφορμές πέρασαν μπροστά μου και εγώ ακίνητος και ατάραχος.


Ο Πολύδωρας διορίζει σκανδαλωδώς την κόρη του στη Βουλή: ξεσηκώνεται το σύμπαν και δεν παραιτείται κανείς – ούτε ο ίδιος ούτε η κόρη του (αλήθεια πώς να νιώθει;). Ο Σαμαράς διώχνει τον Διώτη και τον αντικαθιστά με τον έφορο της συνοικίας του. Τα τρία κόμματα μοιράζουν τα δημόσια αξιώματα όχι επιλέγοντας τους καλύτερους αλλά με τα ποσοστά τους: 50% ο μεγάλος και από 25% οι μικροί.

Πατροπαράδοτες τακτικές που ξεκινάνε από τον Τζουμπέ. Η χώρα βουλιάζει και ο μικροκομματισμός ανθίζει και λουλουδίζει. Αλλά ακόμα περισσότερο θάλλει ο λαϊκισμός, του οποίου πρωταθλητής αναμφισβήτητος αναδεικνύεται ο Ευάγγελος Βενιζέλος ο οποίος κάνει σκληρή αντιπολίτευση στον… εαυτό του.
Κι εγώ ατάραχος. Άλλη φορά θα έγραφα πολλά και άγρια. Αλλά τώρα αισθάνομαι εντελώς αδιάφορος. Όχι, τελικά δεν φταίει το καλοκαίρι. Είναι ότι έχω πια πεισθεί για την απόλυτη ματαιότητα κάθε πράξης και αντίδρασης.

«Αναβαίνομεν;» ρωτούσε ο ήρωας στην παλιά καθαρευουσιάνικη μετάφραση του Ιουλίου Βερν. («Μυστηριώδης Νήσος» - αρχή). Και η συνέχεια του διαλόγου:

« - Ουχί! τουναντίον! καταβαίνομεν!
- Ακόμα χειρότερα, κύριε Κύρε! Πίπτομεν!»

 Ναι, πέφτουμε στο βάραθρο. Τίποτα – τίποτα δεν μας σταματά!

Τι νόημα έχει να γράψεις;

Τετάρτη, Ιουλίου 18, 2012

Παλιά καλά blog



Όλοι οι νέοι φίλοι που μπαίνουν πρώτη φορά στο blog αλλά και οι παλιότεροι που επιστρέφουν θα διευκολυνθούν από ένα κατάλογο των δύο πρώτων χρόνων του nikosdimou και του doncat. Θα μπορούν να διαβάζουν κείμενα με όποια σειρά θέλουν χωρίς την κουραστική τμηματική αναδρομή. Αυτές είναι οι ένδοξες στιγμές του blog όπου είχε συγκεντρώσει δεκάδες χιλιάδες αναγνώστες και όπου τα σχόλια ήταν συχνά εξίσου (η και περισσότερο) ενδιαφέροντα από τις δικές μου αναρτήσεις. Η διεύθυνση των καταλόγων βρίσκεται εδώ http://www.ndimou.gr/blog_gr.asp. Είναι δηλαδή στην αρχική ιστοσελίδα του ndimou.gr αλλά κι από εδώ ένα κλικ θα σας ταξιδέψει. Καλό ανάγνωσμα για το καλοκαίρι. 

Τετάρτη, Ιουλίου 11, 2012

Μία περίεργη φράση

..."τον Νίκο Δήμου (τεράστιο πνευματικό κεφάλαιο που ακρωτηριάζεται μόνο από εγωπάθεια)"...

Η φράση από άρθρο του καθηγητή Θανάση Διαμαντόπουλου στα ΝΕΑ της 10ης Ιουλίου. Επιγράφεται: "Οι καταξιωμένοι είναι απέξω" και περιέχει κατάλογο των (κατά τη γνώμη του) "καταξιωμένων" που λείπουν από την πολιτική ζωή. Περιλαμβάνει και εμένα. Μου κολλάει και μία παρένθεση (μόνον σε εμένα) με αυτή τη φράση που κατά τη γνώμη μου περιέχει δύο μεγάλες υπερβολές.

Ολόκληρο το άρθρο εδώ: http://www.tanea.gr/gnomes/?aid=4737038

Η φωτογραφία του "ακρωτηριασμένου εγωπαθούς" ειναι του Vladimir Rys. Δημοσιεύθηκε στις 15 Ιουνίου στην Sueddeutsche Zeitung - εικονογραφώντας μία συνέντευξη. 

Τρίτη, Ιουλίου 10, 2012

Νέος κόσμος















Είχε πολύ καιρό να ανοίξει αυτό το παράθυρο.

Τα δέντρα εντωμεταξύ ψήλωσαν και άγγιξαν το πρεβάζι του.

Το βουνό στο βάθος δεν άλλαξε καθόλου.

Είναι το μόνο. Όλα τα άλλα έχουν αλλάξει - και πιο πολύ ο παρατηρητής. Τόσο που νιώθει σαν να το ανακάλυψε αυτός.

Κι έχει δίκιο. Αυτό το παράθυρο, αυτή τη θέα, αυτός την ανακάλυψε. Ο επόμενος, όταν έρθει, άλλα θα δει.

Τρίτη, Ιουνίου 26, 2012

Ρένος Ρώτας (1922-2012)

Έφυγε από τη ζωή ο Ρένος Ρώτας - ένας από τους πιο σοφούς ανθρώπους που έχω γνωρίσει. Είχα γράψει γι αυτόν εδώ: http://doncat.blogspot.gr/2006/07/blog-post_09.html
Θα τον θυμούνται πολλοί.

____________________________________________

Την φωτογραφία αυτή (που τώρα κυκλοφορεί στο Διαδίκτυο) την τράβηξα στις 2 Μαΐου 1998
στο κρησφύγετό του πάνω από την αρχαία Κόρινθο. Δημοσιεύθηκε τον Ιούνιο του 2002 στο περιοδικό "Φωτογράφος".

Δευτέρα, Ιουνίου 18, 2012

Ματαιωμένη εμφάνιση

Μετά από πολλά τηλεφωνήματα δέχθηκα πρόσκληση της ΝΕΤ να λάβω μέρος στο βραδινό εκλογικό πάνελ της Κυριακής. Είχα κόψει αυτή τη συνήθεια (παλιότερα πήγαινα) διότι τελικά ήταν ένα σόου χωρίς νόημα. Ο καθένας είχε καιρό για μία ατάκα (αλίμονο αν έπεφτε επάνω σε δηλώσεις αρχηγού) και μετά πήγαινε σπίτι του.
Αλλά αυτή τη φορά η κυρία Ο., που με κάλεσε ήταν πολύ ευγενική και επίμονη. Έτσι ενέδωσα.
Πήγα στην ώρα μου. Με μακιγιάρισαν και μου είπαν: «περιμένετε στο σαλόνι να σας φωνάξουμε».
Κάθισα και παρακολουθούσα την εκπομπή. Ένας-ένας έρχονταν οι άλλοι καλεσμένοι, σχεδόν όλοι πολιτικοί, περίμεναν δύο-τρία λεπτά, μετά πήγαιναν μέσα, κάτι συζητούσαν, κάτι διαπραγματεύονταν και ξαφνικά τους έβλεπα στην οθόνη.
Ύστερα από μία ώρα αναμονής σηκώθηκα να φύγω. Κατάλαβα ότι κι εδώ έπρεπε να έχεις «μέσον» ή να πιέσεις. Δεν είχα κανένα λόγο να το κάνω. Βγαίνοντας είδα πως είχαν στηθεί μπουφέδες, υποτίθεται για τους προσκεκλημένους, στους οποίους έτρωγε και έπινε το προσωπικό της ΕΡΤ.
Στην έξοδο με ρώτησαν αν ήθελα να ξεβαφτώ και με ευχαρίστησαν θερμά για την συμμετοχή μου…
__________________________________________

Η φωτογραφία με κινητό από παλιότερη εκπομπή.

Παρασκευή, Ιουνίου 08, 2012

Καταρράκτης φωτός

Και μέσα στο ζόφο είδα το φως να κυλάει να γκρεμίζεται πάνω στην μπουκαμβίλια. Σήκωσα το κινητό μου και φωτογράφησα. Κάτι αλλο από το σκοτάδι που μας τυλίγει: φως και χρώμα. Έστω για ένα λεπτό.