Κυριακή, Δεκεμβρίου 15, 2019

Ο άλλος Λαμπράκης



-                      Νίκο, εσύ που ξέρεις τόσο κόσμο, δεν μπορείς να βρεις έναν εφοπλιστή να αγοράσει τον Δ.Ο.Λ.;
-         Μη μου πείτε κύριε Λαμπράκη πως θέλετε να πουλήσετε τον Δ.Ο.Λ.;
-         Έχω κουραστεί. Εμένα με ενδιαφέρει μόνο η μουσική και το καΐκι μου. Να αρμενίζω και να ακούω. Βρες μου έναν εφοπλιστή, από αυτούς της Νέας Υόρκης (τους προτιμώ από του Λονδίνου). Θα του κάνω και καλή τιμή!

Ο διάλογος αυτός, απόλυτα αυθεντικός, έγινε κάποια μέρα του 1984, στο γραφείο του Χρήστου Λαμπράκη. Τον ξαναθυμήθηκα όταν τριάντα τρία χρόνια μετά, ένας …εφοπλιστής αγόρασε τον Δ.Ο.Λ. Όχι βέβαια εκείνον που ήθελε να πουλήσει τότε ο Χρήστος Λαμπράκης. Ήταν πια ένα φάντασμα του εαυτού του, ταλαιπωρημένος και αδυνατισμένος. Αλλά με το ίδιο πνεύμα και πείσμα να συνεχίσει! Και συνέχισε.

Ξεκίνησα το άρθρο μου για τον Χ. Λ. με αυτό το στιγμιότυπο, όχι μόνο διότι ήταν απίθανα προφητικό, αλλά και γιατί έδειχνε πολύ καθαρά το τι άνθρωπος ήταν αυτός ο «παντοδύναμος μεγαλοεκδότης» που «ανέβαζε και κατέβαζε κυβερνήσεις». Ένας βαθύτατα ευαίσθητος και απλός άνθρωπος, που κληρονόμησε μία αυτοκρατορία, την διοίκησε σωστά, την μεγάλωσε, την εμπλούτισε – όχι όμως γιατί ήταν αυτό που ήθελε, αλλά αυτό που έπρεπε.

Ο πραγματικός, ο εσώτερος Λαμπράκης ήταν ο άνθρωπος που με ξεναγούσε ώρες στο γιαπί του Μεγάρου Μουσικής περιγράφοντας μου όλες τις λεπτομέρειες της δομής, της κατασκευής και του εξοπλισμού του. Ο άνθρωπος που έκανε (πάντα με ψευδώνυμο) μουσικές εκπομπές στο ραδιόφωνο που έδειχναν την βαθύτατη γνώση και ευαισθησία του. Ο άνθρωπος που ερχόταν στο σπίτι μου να παίξει με τις γάτες μου και τις κυνηγούσε κάτω από το τραπέζι περπατώντας με τα τέσσερα. Ο άνθρωπος που, ενώ οι πολύ μικρότεροι συνάδελφοί του, κυκλοφορούσαν με αστραφτερές λιμουζίνες και δικυκλιστές σωματοφύλακες, οδηγούσε μόνος ένα παλαιό Φολκσβάγκεν Σκαραβαίο και τον παρκάριζε έξω από το σπίτι του.

Θυμάμαι αυτό που μου είχε πει ο φίλος Γιάννης Μαρίνος και το οποίο έγραψε αργότερα κι ο Γιάννης Πρετεντέρης. Ποτέ ο Λαμπράκης δεν είχε εκφράσει άποψη, ποτέ δεν είχε ζητήσει από τους αρθρογράφους του Δ.Ο.Λ. να γράψουν κάτι συγκεκριμένο, να διατυπώσουν μια γνώμη. Ακόμα κι όταν τον ρωτούσες, χαμογελούσε και έλεγε: «ξέρετε πολύ καλύτερα από μένα τι πρέπει να γράψετε». Άρθρα-βόμβες, όπως «Ο Μπούφος», πέρασαν σιωπηλά, πριν να εκραγούν.

Μία φορά μόνο παρενέβη σε κείμενό μου, δείχνοντας την καλλιέργειά του. Είχα γράψει μία ολοσέλιδη περιγραφή της Φλωρεντίας, την οποία είχα επισκεφθεί με τον Ελύτη συμμετέχοντας στο παγκόσμιο συμπόσιο ποίησης. Έγραφα για τις όχθες του ποταμού Άρνο – και τις άλλαξε γράφοντας σωστά “lungarni” – έτσι ονομάζουν οι Φλωρεντινοί τις όχθες του ποταμού τους.


Ας ξαναγυρίσουμε όμως στην αρχή του άρθρου και την συζήτηση για την πώληση του Δ.Ο.Λ. Ήταν ένα διάλλειμα κόπωσης και απογοήτευσης – από το οποίο τον έβγαλε η εμφάνιση του Κοσκωτά. Εκεί είδαμε έναν άλλο Λαμπράκη: μαχητικό, δυναμικό, επιθετικό. Η παρουσία αυτού του τυχάρπαστου υποκειμένου τον είχε ενοχλήσει βαθύτατα. Με τον Κόκκα, με την Βλάχου ανταγωνιζόταν επάξια – αλλά με τον …Κοσκωτά;

Έζησα μόνο την αρχή αυτής της νέας εποχής γιατί το 1987 εξαναγκάστηκα σε παραίτηση από τον Σταύρο Ψυχάρη – παρά τις επιμονές παραινέσεις του Χρήστου Λαμπράκη να παραμείνω. 

Μισή νύχτα συζητούσαμε, μου είπε πολλά. Τελικά, πήρα τη λάθος απόφαση και παραιτήθηκα – για να επιστρέψω μετά από τριάντα χρόνια...

Τον θυμάμαι συχνά, με πολλή αγάπη.