Κυριακή, Μαΐου 22, 2022

Αυτά τα άθλια social media

Και τι δεν ακούνε! Κυρίως το Facebook αλλά και το Twitter… Οχετοί, λύματα, βρισιές, κουτσομπολιό της γειτονιάς… Για χρόνια τα απέφευγα για να μην με πιάσει η μπόχα… Μέχρι που άρχισα να συμμετέχω και εγώ αντιγράφοντας το blog μου στο Facebook. Είχα κακοσυνηθίσει στον διάλογο και οι περισσότερες ελληνικές εφημερίδες δεν συνηθίζουν να δημοσιεύουν επιστολές και σχόλια αναγνωστών. (Γιατί άραγε; Οι ξένοι εκδότες θεωρούν την στήλη των επιστολών ύλη – και μάλιστα μεγάλου ενδιαφέροντος και αναγνωσιμότητας).

Μετά από μερικά χρόνια εμπειρίας, έχω αρχίσει να αλλάζω άποψη για τα «κοινωνικά δίκτυα». Φυσικά υπάρχει πολύ σκουπίδι ανάμεσα στις αράδες. Αλλά και πού δεν υπάρχει; Στην καθημερινότητα, στα άλλα έντυπα, στα άλλα βιβλία, στην τηλεόραση, στο ραδιόφωνο. Η απλή συνταγή λέγεται ΕΠΙΛΟΓΗ. Αποφεύγεις τον ρύπο και περπατάς τους καθαρούς και ευχάριστους δρόμους. Ανάμεσα σε ασήμαντα κουτσομπολιά ή παράπονα, δημοσιεύονται αξιόλογα ποιήματα, δοκίμια, μεταφράσεις, σύντομα διηγήματα, ταξιδιωτικές περιγραφές… Εκτυλίσσονται διάλογοι σοβαροί με ουσιαστικά θέματα – υπάρχουν αντιπαραθέσεις απόψεων που αφορούν πολύ κόσμο.  

Το Twitter παρουσιάζει λιγότερο ενδιαφέρον για ένα συγγραφέα, αλλά μάλλον περισσότερο για έναν πολιτικό. Τα κείμενα είναι πιο σύντομα, οξύτερα και οι αντιπαραθέσεις πιο μαχητικές. Προσωπικά απλώς καταχωρώ εκεί την εμφάνιση του blog και σχεδόν ποτέ δε υπάρχουν σχόλια. Αντίθετα στο Facebook υπάρχουν πάντα σχόλια – που μερικές φορές απλώνονται και τα ακολουθούν μακροσκελείς διάλογοι.

Ως συνήθως, αυτοί που κατηγορούν και ψέγουν ένα από αυτά τα μέσα δικτύωσης δεν τα γνωρίζουν και μεταφέρουν εντυπώσεις τρίτων. Το ότι αυτά τα μέσα συνδέουν πια δισεκατομμύρια ανθρώπους μεταξύ τους (πράγμα που δεν θα πίστευε κανείς πριν μερικά χρόνια) το ότι σε περιπτώσεις πολέμων και διενέξεων κρατάνε τους ανθρώπους συνδεδεμένους και καλλιεργούν τον διάλογο, τους φαίνεται ασήμαντο. Κι όμως ένα ουσιαστικό μέρος της ηρωικής αντίστασης των Ουκρανών τροφοδοτήθηκε από αυτά τα μέσα.

Κι από εκεί και πέρα – τα πάντα. Παράπονα, εξομολογήσεις, αναμνήσεις, μνημόσυνα, πανηγυρισμοί, καυγάδες, συγκρούσεις, πολιτικές διενέξεις… Όλη η «Ανθρώπινη Κωμωδία» του Μπαλζάκ κυλάει μπροστά στον αναγνώστη. Υπάρχουν ομάδες με κοινά ενδιαφέροντα, υπάρχουν σύλλογοι με επίκεντρο κάποιον σημαντικό (ή και όχι) άνθρωπο.

Τα πάντα μπορεί να σου συμβούν περιδιαβάζοντας τα «Κοινωνικά Μέσα» εκτός από ένα πράγμα – να πλήξεις. Όχι πως δεν υπάρχουν πληκτικά κείμενα και θέματα. Άφθονα. Απλώς μόλις αρχίσεις να πλήττεις πας παρακάτω.

Ως λόγιος, αισθάνομαι άβολα να υπερασπίζομαι τα Μέσα. Η σωστή στάση ενός μορφωμένου ανθρώπου είναι να τα προσπερνά με μία γκριμάτσα υπεροψίας. Ναι, ο κώδικας συμπεριφοράς αυτό απαιτεί. Αλλά ανάμεσα στην αριστοκρατία και τον λαϊκισμό, υπάρχουν εκατοντάδες αποχρώσεις. Έτσι, ανάμεσα σε βαρετές κοινοτοπίες, φυτρώνουν ξαφνικά ποιήματα του Σιώτη και του Κεφάλα και μεταφράσεις του Κουτσουρέλη…

Η πείρα μου έχει δείξει πως κάθε τι το απόλυτο, είναι λάθος. Νομίζω ότι αυτό ισχύει και με την απόλυτη απόρριψη και καταδίκη των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης.

Κυριακή, Μαΐου 15, 2022

100 (+4 +5) χρόνια «ΒΗΜΑ»

Στο σπίτι διαβάζαμε «Καθημερινή». Ο πατέρας την έφερνε, μέγας θαυμαστής του Γ.Α.Β. (Γεωργίου Αγγέλου Βλάχου). Αργότερα, που διάβασα τα άρθρα του εναντίον του Βενιζέλου (κατάφερε ακόμα και τον επικήδειο να τον κάνει υβριστικό) απόρησα. Αλλά μήπως ήταν το μόνο πράγμα στο οποίο διαφωνούσα με τον πατέρα;

Άρχισα να διαβάζω το «Βήμα» όταν γύρισα από την Γερμανία – μετά το 60. Και έγινε η εφημερίδα μου. Μου ταίριαζαν τα περισσότερα πράγματα και ιδιαίτερα τα χρονογραφήματα και οι επιφυλλίδες. (Τερζάκης, Δημαράς, Παπαδούκας και αργότερα Μαρωνίτης…)

Διάβαζα και τον «Οικονομικό Ταχυδρόμο». Εκεί δημοσιεύθηκε και η πρώτη κριτική για βιβλίο μου. Ήταν μία σειρά από κείμενα που είχα δημοσιεύσει στο περιοδικό «Δημοσιότης και Προβολή» όπου παρίστανα τον αρχαίο «ευφημιστή» Νικόδημο (ο οποίος θεωρούσε πως αυτός που προβάλει προϊόντα έπρεπε να ονομάζεται ΕΥφημιστής και όχι ΔΙΑφημιστής μια και μιλούσε υπερθετικά για τα προϊόντα. Νέο επάγγελμα τότε και ο Σωκράτης με διαλόγους προσπαθούσε να βρει άκρη με τον Νικόδημο. Τίτλος: «Νικοδήμου Άπαντα τα Σωζόμενα». Οι διάλογοι ήταν σε άψογο Σωκρατικό ύφος – μέχρι που μερικοί σοβαροί φιλόλογοι άρχισαν να ψάχνονται.

Είχα στείλει μερικά αντίτυπα σε οικονομικά έντυπα. Και ξαφνικά βλέπω στον Ο. Τ. μία κριτική με την υπογραφή Γιάννης Μαρίνος! Θυμάμαι δύο αράδες:  «Μου είπαν πως ο Νίκος Δήμου είναι νέος ανερχόμενος διαφημιστής. Εγώ, διαβάζοντας το βιβλίο του, βρήκα ότι είναι πολύ καλός συγγραφέας».

Αυτά συνέβησαν το 1980. Εγώ είχα ήδη μία στήλη στο περιοδικό «Επίκαιρα» που έβγαζε ο Γιάννης Πουρνάρας. Όταν κάποια στιγμή αναγκάστηκα να παραιτηθώ (η πρώτη από τις 11 παραιτήσεις μου) διότι δεν συμφωνούσα με τις αντιρρήσεις της Ιεράς Συνόδου για τον Πολιτικό Γάμο και άλλα θεοτικά, ο Γιάννης Μαρίνος  (με τον οποίο είχα γνωριστεί εντωμεταξύ) με σύστησε στον Σταύρο Ψυχάρη. Πέρασε μία κενή εποχή (ήταν τότε που ο Χρήστος Λαμπράκης αποπειράθηκε να κάνει το Βήμα βραδινή εφημερίδα) και όταν βρέθηκε ο τελικός ρυθμός έκδοσης, από το 83 μέχρι το 87 έγραφα στην αρχή στο καθημερινό φύλλο και μετά στο Κυριακάτικο – στην αρχή χρονογράφημα και μετά άρθρο.

Ήταν η καλύτερη εποχή μου στο Βήμα. Χωρίς να ζητήσω εγώ τίποτα, κάθε τόσο ανέβαινε η αμοιβή μου. Μερικά φύλλα χτύπησαν ρεκόρ (π. χ. «Ο Μπούφος). Μερικές επιλογές άρθρων εκδόθηκαν σε βιβλία, με επιτυχία. Μέχρι που ενοχλήθηκε η τότε διεύθυνση και εξαναγκάστηκα στην επόμενη παραίτησή μου. 

Πέρασαν 30 χρόνια: από τον Σεπτέμβριο 87 μέχρι τον Σεπτέμβριο 2017. Ξαφνικά άλλαξαν τα πάντα στον ΔΟΛ και μέσα στην αλλαγή κάποιοι θυμήθηκαν παλαιούς συνεργάτες. Έτσι με χαρά ξαναβρήκα την παλιά μου στήλη. Μια και από το 2005 είχα ξεκινήσει ένα blog το οποίο στις καλές του στιγμές μάζευε χιλιάδες σχόλια κάθε μέρα (αριθμοί και δείγματα υπάρχουν στο ndimou.gr) αποφάσισα να συγχωνεύσω στήλη και blog.

Αγαπώ το «Βήμα» γιατί εδώ βρήκα και ξαναβρήκα ένα χώρο όπου μπορούσα να εκφραστώ ελεύθερα (άλλωστε, μετά το «Βήμα» ακολούθησαν είκοσι χρόνια ελεύθερου Διαδικτύου). Ο λόγος που παραιτήθηκα ήταν εντελώς προσωπικός. Μία ολόκληρη νύχτα τον συζητούσαμε με τον παλαιό πια φίλο Χρήστο Λαμπράκη και λυπάμαι που δεν πρόφτασα να του πω, ότι τελικά είχε δίκιο.

Λίγο καιρό αφού έφυγα με σταμάτησε στον δρόμο ένας σοβαρός κύριος: «Ο Νίκος Δήμου;» «Μάλιστα». «Συγγνώμη – αλλά γιατί φύγατε από το Βήμα;» «Προσωπικό θέμα». Με κοίταξε: «Πέστε μου, γράφετε για σας ή για μας – τους αναγνώστες;»

Ήταν λοιπόν ευκαιρία να επιστρέψω. Το blog έγινε το όχημα.  Στέλνεται στην εφημερίδα τρεις μέρες πριν, αλλά δημοσιεύεται Κυριακή πρωί και στην διεύθυνσή του (doncat.blogspot.com). Χωρίς να επιβαρύνει τον προϋπολογισμό της Alter ego.Τα blog είναι πάντα δωρεάν.

Κυριακή, Μαΐου 08, 2022

Ρέκβιεμ για 4 αδέσποτα

Ζούσαμε ήδη αρκετά χρόνια σε αυτό το σπίτι. Ισόγειο, έβλεπε από τρεις μεριές σε ένα μεγάλο κήπο που περιλάμβανε κι άλλο ένα συγκρότημα, αλλά τόσο μακριά, που δεν βλεπόμαστε.

Εμείς είχαμε τις δικές μας «εσωτερικές» γάτες, πότε δύο, πότε τρεις. Σπάνια έβγαιναν στον κήπο, ήταν κλασικές σπιτόγατες. Κατά καιρούς εμφανιζόταν και κάποια αδέσποτη. Την ταΐζαμε βέβαια και έμενε λίγο ή και περισσότερο χρόνο. Δυστυχώς ο δρόμος που περνούσε έξω από το σπίτι είχε πάρα πολλή κίνηση με αποτέλεσμα να υπάρχουν θύματα που σπάνια τα βλέπαμε χτυπημένα αλλά η απουσία τους γινόταν αισθητή.

Ξαφνικά, πριν τέσσερα χρόνια, εμφανίστηκε μία αγέλη γάτων. Χρησιμοποιώ επίτηδες την λέξη «αγέλη» γιατί είναι οξύμωρη έκφραση. Είναι γνωστό ότι, αντίθετα με τους σκύλους, που αμέσως σχηματίζουν αγέλες με αρχηγό και ιεραρχία, οι γάτες δεν το κάνουν ποτέ. Κι όμως αυτές το κάνανε. Πήγαιναν πάντα, όλες μαζί, είχαν αρχηγό (τον ονομάσαμε «Κανέλλο», λόγω χρώματος) στον οποίο είχαν αναθέσει να φωνάζει, προκειμένου να βγει το συσσίτιο.

Υπήρχαν και άλλα περίεργα πράγματα: ήταν όλες στειρωμένες. Στα τέσσερα χρόνια που παρεπιδημούσαν στον κήπο μας δεν είχαμε καμία εγκυμοσύνη, ούτε γέννηση. Ούτε την οξεία μυρωδιά που εκλύουν οι αρσενικοί, όταν «ψεκάζουν» για να οριοθετήσουν τον χώρο τους. Είχαν διατελέσει σαφώς σπιτόγατες, μπαίνανε άνετα μέσα στο σπίτι και δεν πάθαιναν πανικό όταν κάποιος έκλεινε το παράθυρο. Ο μόνος λόγος που δεν τις φιλοξενούσαμε όλες ήταν ο κανονισμός της πολυκατοικίας που προέβλεπε μέχρι δύο γάτες – και είχαμε ήδη μία.

Άλλος ένας ισόγειος γείτονας τάιζε. Αυτός, ένα νεαρός εργένης, εκτός από φαΐ παρείχε και ύπνο. Είχε στρώσει στην βεράντα του πατάκια, όπου κοιμόταν όποια έβρισκε πρώτη θέση.

Η μέρα ξεκινούσε με το άνοιγμα της πόρτας της κουζίνας. Αγώνας δρόμου ποια θα φτάσει πρώτη. Τάισμα με διάφορες γατοκονσέρβες – ενώ υπήρχαν πάντα και μόνιμα μπολ με ξηρά τροφή για όσους  πεινούσαν ενδιάμεσα. Μαζί με την τροφή παρεχόταν και χάδι – πάντοτε ευπρόσδεκτο. Πρωί, μεσημέρι, βράδυ, παρόντες. Την υπόλοιπη μέρα τους χάναμε. Μάλλον στον κήπο.

Περιττό να πω ότι είχαν εξαφανιστεί τα ποντίκια και οι αρουραίοι – βρίσκαμε κατά καιρούς υπολείμματα. Αυτή ήταν και η «επίσημη» δικαιολογία για την παρουσία τους.

Κοίταγα τα «αδεσποτάκια» μας και τα χαιρόμουνα. Ήμερα, ευγενικά και χαδιάρικα. Πως καταλάβαινα τους Ουκρανούς πρόσφυγες, που μαζί με τις βαλίτσες και τους μπόγους ρούχων, κρατούσαν και ένα καλαθάκι με ένα ζωάκι συντροφιάς. Τα παίρναν μαζί τους – ήταν μέλη της οικογένειας!

Ξαφνικά κάποιο πρωί άνοιξε η πόρτα της κουζίνας και δεν εμφανίστηκε κανείς. Κανείς! Αργότερα πέρασαν από εκεί ένα δύο κακόμοιρα αδέσποτα, που ζούσαν από τα αποφάγια των τεσσάρων. Δέκα πέντε ημέρες τώρα, μόνον αυτοί μας έχουν μείνει.

Νιώθουμε ορφάνια. Τί έγιναν ο Κανέλλος, η Πραλίνα, η Νίνα, και το Νάχι; Πάντα μαζί, με πεντακάθαρη τη γούνα τους, διακριτική την παρουσία τους, τρυφερή την φιλία τους. Τα άλλα μας παιδιά…                       

(Στους στύλους του ηλεκτρικού: «Προσοχή! Φόλες!» Τις κατάρες τις φυλάω μέσα μου…)

Σάββατο, Απριλίου 30, 2022

Ο πολύτιμος φίλος


Πόσους φίλους είχα στη ζωή μου; Ούτε δέκα. Σας φαίνονται λίγοι;

Την πραγματική σημασία της λέξης «φίλος» μου την έμαθε ένας Γερμανός καθηγητής μου στο Μόναχο. Εγώ, με τον συνήθη ελληνικό πληθωριστικό ενθουσιασμό, του έλεγα ότι «χθες βγήκα με πέντε φίλους», «προχθές ήμουν παρέα με επτά» και ούτω καθεξής...

Πόσους φίλους έχεις; με ρώτησε ο καθηγητής.

Ου! Είπα εγώ, δεκάδες – για  να μην πω παραπάνω.

Εννοείς γνωστούς, είπε ο Γερμανός. Φίλους, αν είσαι τυχερός στη ζωή σου, μπορεί να αποκτήσεις πέντε – αλλά συνήθως είναι λιγότεροι.

Κατάλαβα πως είχε δίκιο. Και η ζωή μου το επιβεβαίωσε.

Ναι υπήρξαν ο Άγγελος (ο πρώτος, που έφυγε νωρίς), ο Μιχάλης (επίσης) ο Γιώργος (που έφυγε προχθές), ο Νάσος, ο Αλέξανδρος… Ήδη ψάχνω να βρω τον έκτο.

Ο Γιώργος, που έφυγε προχθές, λεγόταν Κατηφόρης. Πολλοί από τους αναγνώστες μου ξέρουν για ποιόν μιλάω. Είμαστε συμμαθητές στο Κολλέγιο. Στενοί φίλοι από την αρχή, αλλά από τη μέση του γυμνασίου  γίναμε μαζί φίλοι και αντίπαλοι.

Αιτία: η πολιτική. Ο Γιώργος ήταν γιός του κομμουνιστή συγγραφέα Νίκου Κατηφόρη (κρίμα που έχει λησμονηθεί – ήταν πολύ αξιόλογος). Είχε διαποτίσει τον γιό του με την κομμουνιστική ιδεολογία – τόσο που τον πείραζα: «Βρε Γιώργο, δεν είσαι άνθρωπος. Είσαι κομμουνιστικό ρομπότ». Για κάθε θέμα, για κάθε περίπτωση είχε έτοιμο ένα τσιτάτο του Λένιν, του Στάλιν ή του Πλεχάνωφ.

Μιλάμε για το 1950, την εποχή που ακόμα ζούσαμε την ατμόσφαιρα και τις συνέπειες του εμφύλιου. Το Κολλέγιο, σχολείο Ελληνοαμερικανικό, ήταν περιέργως εντελώς ελεύθερο. Πολλοί καθηγητές ήταν αριστεροί, που είχαν όλα τα προσόντα για να διδάξουν σε Πανεπιστήμιο, αλλά λόγω «φρονημάτων» δεν μπορούσαν να προσληφθούν ούτε σε Δημόσιο σχολείο. Μαζί με τους εξαίρετους Αμερικανούς επισκέπτες (τα περισσότερα μαθήματα γίνονταν στα Αγγλικά με βάση κολεγιακά συγγράμματα) είχαμε ένα σπουδαίο επιτελείο διδασκόντων πανεπιστημιακού επιπέδου.

Στην συμπαγή κομμουνιστική διδαχή του Κατηφόρη, εγώ είχα αντιπαραθέσει τον άκρατο φιλελευθερισμό μου. (Όχι βέβαια την ιδεολογία του δικού μου πατέρα, που ήταν κατά τον Γιώργο «μοναρχοφασίστας»). Για να τον αντικρούσω μάλιστα είχα προμηθευτεί τα περισσότερα συγγράμματα των γκουρού του «Διαλεκτικού Υλισμού» που κυκλοφορούσαν στις Γαλλικές Editions Sociales). Στα Ελληνικά ελάχιστα υπήρχαν και γεμάτα λάθη.

Οι αντιπαραθέσεις μας κρατούσαν ώρες ολόκληρες, είτε σε κενούς χρόνους του σχολείου, είτε στο σπίτι του ενός ή του άλλου. (Υποτίθεται ότι κάναμε πάρτι. Θυμάμαι ότι έμενε στην οδό Σιβρισαρίου). Είχαμε και αρκετούς ακροατές από μικρότερες συνήθως τάξεις, που αργότερα έγιναν διαπρεπή κομματικά στελέχη.

Αυτό που έχει τεράστια σημασία είναι ότι παρ’ όλες τις αντιθέσεις μας, υπήρχε απόλυτος σεβασμός μεταξύ μας. Για να μην πω ότι μέσα στον καυγά η φιλία μας δυνάμωνε και χαλυβδωνόταν.

Ήρθε ο καιρός που έληξαν οριστικά τα μαθήματα και φτάσαμε στην αποφοίτηση. Εγώ κέρδισα τον κορυφαίο τίτλο, του Valedictorian, αλλά όπως είχαμε συμφωνήσει αργότερα μπορεί να τον έχασε ο Γιώργος λόγω ιδεολογίας. Τουλάχιστον θα μπορούσαν να του έχουν δώσει τον δεύτερο τίτλο: Salutatorian. Κατά τη γνώμη μου ήμασταν ισοδύναμοι ως μαθητές.

Εγώ έφυγα για Γερμανία (Φιλοσοφία στο Μόναχο) ο Γιώργος έμεινε εδώ και δραστηριοποιήθηκε πολιτικά. Πότε-πότε, κοινοί φίλοι μου έστελναν το κύριο άρθρο της «Αυγής» με την υπογραφή του.

Ξανασυναντηθήκαμε στην Αγγλία, όταν ο Γιώργος σπούδαζε στο London School of Economics, του οποίου έγινε αργότερα καθηγητής. Μετά στην Ελλάδα (σύμβουλος του Ανδρέα Παπανδρέου και ευρωβουλευτής του ΠΑΣΟΚ). Και αργότερα στο εξοχικό σπίτι του στη Χαμολιά, κοντά την Βραυρώνα. Φυσικά είχε αλλάξει απόψεις. Για καιρό ανταλλάσσαμε και βιβλία. Στις 10-11-85, αρθρογράφος και τότε στο «Βήμα», του έγραψα ένα «Γράμμα σε έναν αριστερό φίλο» που συμπεριλήφθηκε στο βιβλίο μου «Μετά τον Μαρξ».

Όλα αυτά τα χρόνια – το γράφω με συγκίνηση – κυριαρχούσε μεταξύ μας αγάπη και σεβασμός. Ήταν ένας ωραίος άνθρωπος. Λυπάμαι που ο Κορωνοϊός δε με άφησε να τον αποχαιρετίσω στην κηδεία του.

Σάββατο, Απριλίου 23, 2022

Η Ανάσταση του Κυρίου, η Επανάσταση των Ελλήνων και ένας Θάνατ

Το «Χριστός Ανέστη» σας το είπαν σίγουρα πολλοί από χθες το βράδυ. Είθισται να γίνεται αυτό κάθε Πάσχα. (Την δική μας ανάσταση μας την υπόσχονται συνεχώς, αλλά την περιμένουμε ακόμα).

Όμως πέρυσι όλη την χρονιά γιορτάσαμε τα διακόσια χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση. Πολλά ειπώθηκαν και γράφτηκαν αλλά νομίζω πως ξεχάσαμε  τον Αρχηγό της και το πρώτο και επιφανέστερό της θύμα. Τον Αλέξανδρο Υψηλάντη – και ολόκληρη την οικογένεια των Υψηλάντη που τα έδωσε όλα για τον Αγώνα. Αν ο Αλέξανδρος υπήρξε ο πρώτος αρχηγός της, ο Δημήτριος, ο νεότερος από τα αδέλφια, πολέμησε στην τελευταία και νικηφόρα μάχη του Αγώνα – την μάχη της Πέτρας – κλείνοντας τον κύκλο της προσφοράς.

Την απουσία των Υψηλάντη ήρθε φέτος να καλύψει μία εξαίσια έκδοση, η ωραιότερη από όσες κυκλοφόρησαν για το 21. Σε ένα μαύρο κουτί ντυμένο με πανί – στο κέντρο του μία φωτογραφία του Αλέξανδρου Υψηλάντη – περιέχεται ένα βιβλίο 441 σελίδων και βάρους σχεδόν 3 κιλών που περιέχει εκατοντάδες υπέροχες φωτογραφίες οι οποίες ζωντανεύουν όλο τον κόσμο όπου έζησαν οι ήρωές του. Η Μολδοβλαχία υπήρξε μία πατρίδα του Ελληνισμού. Από τους αρχαιότατους χρόνους στις όχθες του Δούναβη ζούσαν έλληνες. Έλληνες ήταν και αυτοί που έφεραν την αρχαία Ελληνική σκέψη και αργότερα τον Χριστιανισμό στην περιοχή.

Δημιουργός αυτού του βιβλίου είναι μία ήδη γνωστή και καταξιωμένη φωτογράφος, η κυρία Δήμητρα Στασινοπούλου, για την οποία η περιοχή αυτή είναι μία δεύτερη πατρίδα.

Αφού γύρισε την Ινδία, το Bhutan, την Νέα Καληδονία, την Κίνα, Παπούα Νέα Γουινέα, Burma και δεν ξέρω πόσες άλλες χώρες και τις αποτύπωσε σε υπέροχα βιβλία, τώρα επανήλθε στον τόπο της.

Δυστυχώς αυτό το βιβλίο δεν πωλείται. Είναι χορηγία μιας μεγάλης ρουμανικής φαρμακευτικής εταιρίας (Imedica S.A.) έχει τυπωθεί σε σχετικά περιορισμένο αριθμό αντιτύπων και δωρίζεται – ελπίζω στους σωστούς ανθρώπους. Οι υπόλοιποι όμως μπορούν να το δουν ολόκληρο δωρεάν στο Διαδίκτυο στην διεύθυνση:

https://www.yumpu.com/xx/embed/view/8ixCt2gDBa1opy3H

Πέρα από σπουδαία φωτογράφος η Δήμητρα Στασινοπούλου στο βιβλίο αυτό αποδεικνύεται και συγγραφέας. Παλιά μιλούσε μόνο με εικόνες. Τώρα τις σχολιάζει και πληροφορεί πολύ γλαφυρά.

Και ένας θάνατος.

Έφυγε αυτές τις μέρες ένας επιστήθιος φίλος με τον οποίο μας συνδέανε από το σχολείο 75  χρόνια διαλόγου …και ρήξης. Ένας πολύ αξιόλογος άνθρωπος που έφτασε να γίνει καθηγητής στο London School of Economics (το γνωστό LSE) σύμβουλος του Ανδρέα Παπανδρέου και Ευρωβουλευτής του ΠΑΣΟΚ. Γι αυτόν θα γράψω την επόμενη Κυριακή.

Πρόκειται για τον Γιώργο Κατηφόρη. Δεν μπόρεσα να πάω στην κηδεία του, την Μεγάλη Δευτέρα, γιατί είμαι καθηλωμένος με Covid (ευτυχώς προς το παρόν ελαφράς μορφής) που τον έφεραν (άκουσον – άκουσον!) τα ανηψάκια μου από την Νέα Ζηλανδία!

Δυστυχώς πεθαίνουν συνεχώς άνθρωποι και ανάμεσά τους φίλοι αγαπημένοι που εκτός από την προσωπική σχέση τους μαζί μας, λείπουν και από την κοινωνία μας. Για τον Γιώργο  Κατηφόρη με τον οποίο είχαμε μία φιλία και ένα διάλογο που θα μπορούσε να κρατήσει μία αιωνιότητα, θα αφιερώσω ένα από τα προσεχή μου κείμενα στο μπλογκ. Είναι το ελάχιστο που μπορώ να κάνω. 

Κυριακή, Απριλίου 17, 2022

Ο «Αμλέτος» στην Σπιανάδα

Στο νου μου η λέξη παράδεισος σημαίνει ένα πράγμα: Πασχαλινή Κέρκυρα.

Φαντάζομαι τον παράδεισό μου, σαν παράδεισο των αισθήσεων. Και σ' όλο τον κόσμο, μόνο σ' έναν τόπο, μόνο μία στιγμή το χρόνο, φτάνουν όλες οι αισθήσεις ταυτόχρονα στην κορύφωσή τους.

Μεγάλο Σάββατο πρωί, ώρα εννέα, στη Σπιανάδα.

Η πρώτη ευτυχία έρχεται από την αίσθηση του χώρου. Τι ηδονή για την ψυχή, που έχει χάσει τα μέτρα της ανάμεσα στο συμπιεσμένο και στο απεριόριστο! Εδώ ο χώρος λειτουργεί, αναπνέει. Έχει την άνεση, το ρυθμό και τα όρια που περιμένεις. Αισθάνεσαι τοποθετημένος στις ανθρώπινες συντεταγμένες σου - στις σωστές σου αναλογίες. Τίποτα δε σε πιέζει, όλα γύρω σου σε στηρίζουν, σε πλαισιώνουν. Esplanade, Σπιανάδα. Εδώ η λέξη πλατεία, βρίσκει το πρώτο της νόημα.

Η δεύτερη ευτυχία είναι η όραση. Βλέπεις το κερκυραϊκό φως γλυκό, μελένιο, να χαϊδεύει τις προσόψεις των σπιτιών του Λιστόν. (Α! οι προσόψεις της Κέρκυρας: πίνακες τέχνης και φύσης - όπου τα χρώματα και η υγρασία παίζουν μόνο με τόνους και ημιτόνια). Βλέπεις τον καταγάλανο ουρανό (πάντα είναι γαλανός ο ουρανός το Μεγάλο Σάββατο στην Κέρκυρα - ο Άγιος φροντίζει γι' αυτό), μέσα από τα πορφυρά λουλούδια του δέντρου του Ιούδα. Σε λίγο θα δεις τα χρυσά, τα γαλάζια και τα κόκκινα της λιτανείας.

Πανηγύρι έχει η όσφρηση. Όλη η Κέρκυρα ένας κήπος. Ευωδιάζει τόσο έντονα, που ώρες - ώρες σε ζαλίζει. Πνοές-πνοές έρχονται σαν μικρά κύματα οι μυρωδιές - κάθε λουλούδι, κάθε δέντρο, κάθε πλαγιά και κάθε χωριό της Κέρκυρας σου στέλνει το δικό του μήνυμα.

Όλα όμως θα τα δέσει η ακοή, μόλις από μακριά ακουστούν οι ήχοι της μεγάλης λιτανείας. Το Μέγα Σάββατο οι Κερκυραίοι περπατάνε τον Άγιό τους. Με φιλαρμονικές και στολές. Με σεβασμό και έξαρση. Με μουσική.

Μουσική στην Κέρκυρα - που έχει περισσότερες φιλαρμονικές από κινηματογράφους. (Ένας ορισμός του πολιτισμού; Όταν οι ασκούντες την τέχνη ξεπερνάνε τους θεατές;) Δεν θα ξεχάσω ποτέ κάποιο πρώτο πρωινό ξύπνημα σ' ένα παλιό, πανύψηλο ξενοδοχείο της Σπιανάδας, όταν από κάθε παράθυρο ακουγόταν και άλλη μπάντα.

Στην Κέρκυρα η μουσική δεν είναι απλός ήχος. Γίνεται περιβάλλον. Γίνεται ζωή. Γίνεται - τελικά - οι ακροατές της. Το κοινό δεν είναι δέκτης αλλά τμήμα του έργου.

Κάποτε αυτό θα το πούνε "χάππενινγκ".

Υπάρχει ένα μουσικό κομμάτι που ακούγεται μόνο στην Κέρκυρα, μόνο στη λιτανεία. Ένα κομμάτι μελωδικό σαν τους κήπους της Κέρκυρας, λυπημένο σαν την εβδομάδα των Παθών, λυρικό σαν το ασημένιο φως των ελαιώνων, ρυθμικό σαν το κύμα της θάλασσας. Πένθιμο εμβατήριο από τον "Άμλετ". Οι Κερκυραίοι το λένε απλά "ο Αμλέτος".

Όταν λοιπόν ανυψωθεί ο Αμλέτος σαν λυγμός και σαν έκσταση πάνω από τις κοκκινόχρυσες στολές της Παλαιάς Φιλαρμονικής, η αίσθηση δεν αντέχεται. Η ζωή τεντώνει τόσο μέσα μου, που νομίζεις πως θα σπάσεις από ευτυχία. Σαν πόνος και σαν βάλσαμο ο Αμλέτος κυματίζει πάνω από την πλατεία κι εσύ γεύεσαι τον παράδεισο σ' αυτή τη Γη.

Δεκατρείς φορές έχω ακούσει τον Αμλέτο στη Σπιανάδα και κάθε φορά νομίζω πως η καρδιά μου θα σταματήσει (και ίσως εύχομαι να σταματήσει, έτσι!). Αψηφώ την εορταστική ταλαιπωρία, την τουριστική πολυκοσμία, τη βαρβαρότητα των ορεσίβιων (δίπλα στους Επτανήσιους, όλοι εμείς είμαστε αρκούδες). Ό,τι και να γίνεται γύρω, ο Άγιος και ο Αμλέτος νικάνε - και το θαύμα λειτουργεί κάθε Μεγάλο Σάββατο στη Σπιανάδα.

Κι αν τύχει να είμαι μακριά, όπου κι αν βρεθώ, όταν έρθει Μεγάλο Σάββατο τραγουδάω μέσα μου τον Αμλέτο. Κλείνω τα μάτια και για ένα δευτερόλεπτο το θαύμα συντελείται πάλι.

Ο παλιός Αμλέτος, ο σκοτεινός πρίγκιπας της αμφιθυμίας, πνίγηκε στο φως, τη μελωδία και τη μυρωδιά της άνοιξης. Αμφιβολία καμιά: "γλυκιά η ζωή κι ο θάνατος μαυρίλα".

Ο παράδεισός μου: Φως, ανθισμένη Σπιανάδα και η Παλαιά Φιλαρμονική να παίζει, να παίζει, να παίζει τον Αμλέτο!

(Δημοσιεύτηκε πρώτη φορά το 1981. Τώρα, όλες οι φιλαρμονικές, παίζουν τον «Αμλέτο».

Σάββατο, Απριλίου 09, 2022

Ευρώπη εναντίον Βαρβάρων

Ο πρώτος άνθρωπος που με αποκάλεσε «Ευρωπαίο» ήταν ένας καθηγητής, στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου. Παράλληλα με τα διδακτικά του καθήκοντα ήταν διευθυντής στην υπηρεσία ξένων φοιτητών του Πανεπιστημίου (Auslandstelle) όπου είχα εργαστεί και εγώ για λίγους μήνες (χαρτζιλίκι). Η δουλειά μας ήταν να βοηθάμε τους ξένους φοιτητές στα προβλήματά τους (καταλύματα, εγγραφές, κλπ).

Οι Έλληνες φοιτητές ήταν στην πρώτη γραμμή των προβληματικών. Τόσο που ο καθηγητής κάθε λίγο αναστέναζε: «Αχ! Αυτοί οι Έλληνες!».

Μια φορά του θύμισα διακριτικά: «Μα κι εγώ Έλληνας είμαι!». Η απάντησή του: «Α! όχι! Εσείς δεν είστε σαν κι αυτούς. Είστε Ευρωπαίος!»

Δεν είχε άδικο. Ένιωθα την Ευρώπη σαν την ευρύτερη πατρίδα μου και την Ελλάδα σαν τον ιδιαίτερο τόπο μου. Πώς λέει ένας Κρητικός: «Είμαι Έλληνας από την Κρήτη»;

Κι αυτό για να ξεχωρίζω από τους διάφορους συνάδελφους που ήταν Τούρκοι, Αιγύπτιοι, Ρώσοι αλλά και Έλληνες… που φοιτούσαν μεν σε Ευρωπαϊκά Πανεπιστήμια ή Πολυτεχνεία, αλλά αυτό δεν τους έκανε Ευρωπαίους.

Τι τους ξεχώριζε;

Πρώτα από όλα  η γλώσσα. Η γλώσσα διαμορφώνει την εθνικότητα. Οι περισσότεροι έφταναν εκεί χωρίς να έχουν μάθει τη γλώσσα. Προσπαθούσαν με δυσκολία να διαβάσουν τον κατάλογο των φαγητών στο εστιατόριο κι όταν δεν έβγαζαν άκρη, παραγγέλνανε πάντα το ίδιο φαγητό, για να είναι σίγουροι.

Πολλοί από αυτούς τους φοιτητές είτε παρατούσαν τις σπουδές τους γιατί ουδέποτε κατάφερναν να μάθουν τη γλώσσα – είτε, με θαυμαστό τρόπο κατάφερναν να αποφοιτήσουν χωρίς να μάθουν την γλώσσα. Αυτοί ήταν συνήθως του Πολυτεχνείου. Αποστήθιζαν μόνο τους τύπους και τις φόρμουλες της επιστήμης τους – αλλά δεν ήταν σε θέση να κάνουν μία συζήτηση για ένα «εξωσχολικό» θέμα: π.χ. πολιτικό ή οικονομικό.

Εκτός από τη γλώσσα μεγάλο ρόλο έπαιζε και η γενική τους σχέση με τον τόπο που ζούσαν. Δεν γνώριζαν την ιστορία της χώρας, δεν διάβαζαν τοπικές εφημερίδες, δεν ήξεραν πως ονομάζεται ο δήμαρχος της πόλης ή και ο πρωθυπουργός της χώρας, δεν έκαναν παρέα με ντόπιους (εκτός από κοπέλες για ευνόητους λόγους). Σύχναζαν μόνιμα σε εστιατόρια και καφενεία που σερβίριζαν φαγητά της πατρίδας τους.

Θυμάμαι την έκπληξή μου όταν με επισκέπτονταν επισκέπτες από την Ελλάδα, και το πρώτο πράγμα που μου έλεγαν ήταν: «Ξέρεις καμιά καλή Ελληνική ταβέρνα να φάμε το βράδυ; (Είχαν ταξιδέψει 3000 χιλιόμετρα για να φάνε αυτό που μαγείρευε η μάνα τους!)

Ε! λοιπόν αυτοί οι άνθρωποι ουσιαστικά δεν ήταν ευρωπαίοι. Ήταν αθεράπευτοι ξένοι: Βαλκάνιοι, Ανατολίτες, Αφρικανοί. Είχε δίκιο ο Huntington όταν τράβηξε μία συνοριακή γραμμή που χώριζε τις Ορθόδοξες χώρες από τις Καθολικές και τις Διαμαρτυρόμενες. Άλλωστε ένας βασικός λόγος της διαφοράς μας ήταν η εκκλησία μας. Ο Λούθηρος δεν πέρασε από εδώ… Η Ορθόδοξη εκκλησία παραμένει βράχος ακλόνητος και αμεταρρύθμιστος.

Τι τα θυμήθηκα όλα αυτά; Μα γιατί βλέπω πως από τότε δεν άλλαξαν πολλά. Απορούν ξένοι φίλοι πώς υπάρχουν τόσοι Έλληνες που υπερασπίζονται τον Πούτιν. Πολύ φυσικό: Γιατί δεν είναι Ευρωπαίοι. Γιατί γι αυτούς δεν έχουν επισυμβεί η Μεταρρύθμιση, ο Διαφωτισμός, η Γαλλική Επανάσταση, δεν έχουν θεσπισθεί τα Ανθρώπινα Δικαιώματα. Ούτε έχουν καταλάβει τι σημασία είχε το Ολοκαύτωμα, τα Γκούλαγκ και η Σερμπρένιτσα.

Ο πόλεμος που γίνεται στην Ουκρανία – είναι ΕΥΡΩΠΗ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΒΑΡΒΑΡΩΝ. Που χωρίς να σέβονται ούτε τους βασικούς κανόνες του πολέμου (αυτούς της Γενεύης) σκοτώνουν αμάχους στη μέση του δρόμου.

Λυπάμαι που αποκαλώ έτσι την χώρα του Πούσκιν, του Γκόγκολ, του Ντοστογιέφσκη του Τσέχωφ και του Τολστόι. Άλλωστε πιστεύω πως, αν ζούσαν τώρα, οι περισσότεροι από αυτούς θα πολεμούσαν με την Ουκρανία! Την οριακή χώρα, που επέλεξε να γίνει δημοκρατική Ευρώπη.


Κυριακή, Απριλίου 03, 2022

Πολεμική άνοιξη

 Είχαμε τον πόλεμο. Είχαμε την πανδημία. Να’ σου τώρα και τα χελιδόνια!

Ο πόλεμος και η πανδημία, πήγαιναν μαζί. Σκότωναν ανθρώπους. Αλλά η άνοιξη – τι δουλειά έχει μαζί τους;

Όσο κρατούσε ο Μάρτης ήμασταν κι εμείς εδώ μία παγωμένη Ουκρανία. Με θύματα, καταστροφές και άφθονο χιόνι. Δεν θυμάμαι στα χρόνια μου να κρύωσα τόσο πολύ. Αφού δεν πίστευα πια πως θα έρθει η άνοιξη. Ποτέ!

(Και τι να πει κανείς για τις τιμές του ηλεκτρικού και του αερίου;)

Α, όχι, δεν τα σκηνοθέτησε καλά ο Πούτιν. Έπρεπε να βγάλει εντελώς την Άνοιξη από το σενάριο. Εκεί που σταματάνε οι πύραυλοι, να κελαηδάνε πουλιά; Αδιανόητο!

Λέτε να γίνει το θαύμα; Λέτε να νικήσει η άνοιξη;

Κι όμως έχει νικήσει τόσες φορές. Μετά από όλες τις μεγάλες μάχες, τα αηδόνια κελάηδησαν. Αν όχι τον ίδιο χρόνο, τον επόμενο.

Μέχρι τώρα πάντα νικούσε η φύση.

Όμως στην Χιροσίμα έκανε καιρό να φανεί. Και στο Τσερνόμπιλ.

Η άνοιξη κοιτάει από το παράθυρο, μέσα στις αίθουσες συσκέψεων. Και κάνει τα δικά της σχέδια.

Στρατηγοί και ναύαρχοι, πτέραρχοι και υπασπιστές, συνεδριάζουν και σχεδιάζουν. Και η Άνοιξη χαμογελάει. Ξέρει ότι εκείνη θα νικήσει στο τέλος.

Αλλά γιατί – σκέπτεται η άνοιξη – να είναι οι άνθρωποι τόσο ανόητοι; Γιατί να προκαλούν τόσο πόνο, τόσες καταστροφές, όταν τελικά, κάποια στιγμή, θα έρθουν και η άνοιξη και η ειρήνη;

Και τι κερδίζει ένας στρατηλάτης με το να καταστρέψει μία χώρα δέκα και είκοσι φορές μικρότερη από την δική του. Όση φήμη και όσο κύρος αποκτά ένας παλαιστής που νίκησε ένα ανθρωπάκι. Ενώ ο Δαβίδ; Ακόμα τον θυμούνται, που κέρδισε τον γίγαντα Γολιάθ!

Τον Γολιάθ που φώναξε: «Ιδού εγώ ωνείδισα την παράταξιν Ισραήλ σήμερον, εν τη ημέρα ταύτη. Δότε μοι άνδρα και μονομαχήσομεν αμφότεροι. Και ήκουσαν Σαούλ και πας Ισραήλ  τα ρήματα του αλλοφύλου ταύτα και εξέστησαν και εφοβήθησαν σφόδρα». Αλλά ο Δαυίδ δεν φοβήθηκε. Πήρε μία πέτρα την έβαλε στη σφεντόνα του «και εσφενδόνησεν και πάταξεν τον αλλόφυλον επί το μέτωπον αυτού».

Τα δύσκολα δοξάζουν και αναδεικνύουν τον άνθρωπο, πρόεδρε Πούτιν. Ενώ εσύ, έχεις ήδη χάσει το παιχνίδι από τον πρώτο μήνα, έστω κι αν κερδίσεις κάτι στο τέλος…

Αυτά σκέπτεται η Άνοιξη και τώρα νοιάζεται, ακόμα και μέσα στα ερείπια, να βρει γωνιές για να στήσουν φωλιές τα χελιδόνια.

Ενώ κάποια στιγμή, ακόμα και μέσα στα χαλάσματα, ένα ζευγάρι ερωτευμένων  θα αγκαλιαστεί για να ξαναρχίσει ο κόσμος.

Κυριακή, Μαρτίου 27, 2022

Εθνικιστές και πατριώτες

Στο βάθος η τηλεόραση παίζει Ουκρανία. Πύραυλοι, βόμβες, καταστροφές, νεκροί, νεκροί, νεκροί.

Κι ανάμεσά τους άνθρωποι πανικόβλητοι που προσπαθούν να δραπετεύσουν από την κόλαση. Γυναίκες με παιδιά στην αγκαλιά, κι άλλες, κι άλλες.

Ο σπήκερ λέει: «Μέχρι σήμερα τρία εκατομμύρια άμαχοι έχουν εγκαταλείψει την χώρα».

Μπροστά μου ένα βιβλίο. Τίτλος: «Η έξοδος». Υπότιτλος: «Μαρτυρίες από τις επαρχίες των δυτικών παραλίων της Μικρασίας». Έκδοση του «Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών».

Διαβάζω σελίδες από το βιβλίο, βλέπω εικόνες από την τηλεόραση, και ξαφνικά γίνονται ένα. Οι αφηγήσεις των Ουκρανών αμάχων, οι αναμνήσεις των Μικρασιατών Ελλήνων, σχεδόν συμπίπτουν. Οι ίδιοι φόβοι, οι ίδιες πληγές, ο ίδιος πανικός. Οι πρόσφυγες είναι όλοι ίδιοι.

Και ακόμα χειρότερα, όταν συνειδητοποιώ ότι τους Ουκρανούς τους διώχνει ο Πούτιν, αλλά τους Έλληνες τους διώξαμε εμείς. Η απόφαση των λαμπρών στρατηγών μας να μην αρκεστούμε στην Σμύρνη, που την εποπτεία της μας είχαν αναθέσει οι Σύμμαχοι, αλλά με ένα στρατό ήδη κουρασμένο από τους Βαλκανικούς πολέμους, να εκστρατεύσουμε για τα ενδότερα. Τον Σαγγάριο, την Άγκυρα και την …Κόκκινη Μηλιά!

Ηττηθήκαμε κατά κράτος, υποχωρήσαμε ραγδαία, καταστρέφοντας κάθε χωριό που συναντήσαμε, εκδηλώνοντας την αγανάκτηση και την απογοήτευσή μας με περιττές θηριωδίες. Φυσικό ήταν οι Τούρκοι να απαντήσουν με τον ίδιο τρόπο και οι Έλληνες να χάσουν μία ολόκληρη πατρίδα με βάθος χρόνου τριών χιλιάδων ετών. (Αρχαία Ιωνία!). Πράγμα που ολοκληρώθηκε μερικά χρόνια αργότερα με την ανταλλαγή πληθυσμών.

Κάθε φορά που μιλάμε για την Μικρασιατική Καταστροφή πρέπει να θυμόμαστε ότι εμείς είμαστε υπεύθυνοι γι αυτήν. Είναι κακό ναρκωτικό ο εθνικισμός.

Θυμάμαι έναν Τούρκο ιστορικό που μου έλεγε: «Μα γιατί λέτε πάντα ότι εμείς είμαστε επιθετικοί απέναντί σας; Η τελευταία φορά που σας επιτεθήκαμε εμείς ήταν το 1453. Ενώ εσείς μας επιτεθήκατε πέντε φορές: το 1821, το 1897, το 1912, το 1922, και το 1974 στην Κύπρο». (Αχ Ιωαννίδη, τι μας έκανες!)

Η αλήθεια είναι πως ο Τούρκος είχε πιεί μερικά ποτηράκια παραπάνω στο γεύμα μετά το συνέδριο – κι έτσι δεν άνοιξα συζήτηση.

Πίσω στην Ουκρανία. Μια συμπαθή και ξεκάθαρη χώρα, που υποφέρει τα πάνδεινα γιατί θέλει να ζήσει δημοκρατικά και ελεύθερα. Οι δικαιολογίες του Πούτιν είναι  κλασικές «προφάσεις εν αμαρτίαις». Μέχρι που βάφτισε Ναζί τον πρόεδρο  Ζελένσκι που είναι …εβραίος. Εβραίο Ναζί δεν είχε ακόμα δει η υφήλιος.

Πώς οι άνθρωποι παρασύρονται από αυτό το τοξικό ποτό, τον εθνικισμό. Τι θα κερδίσει ο Πούτιν; Αυτό που κέρδισαν ο Χίτλερ, ο Στάλιν, ο Μάο και οι ακόλουθοί τους: Τον τίτλο του «Χασάπη των Λαών». Κι αν ακόμα νικήσει σε αυτόν τον πόλεμο, οι Ουκρανοί ποτέ δεν θα τον αποδεχθούν. Και με την πρώτη ευκαιρία θα επαναστατήσουν.

Και επειδή συχνά συναντώ την σύγχυση ανάμεσα στους τίτλους «εθνικιστής» και «πατριώτης», ας ξαναγράψω άλλη μία φορά την διαφορά. Και οι δύο αγαπούν την πατρίδα τους. Με την διαφορά πως ο πατριώτης την αγαπάει όχι επιθετικά αλλά τρυφερά: σαν την δική του γωνιά, την δική του γειτονιά σε αυτή τη γη – ενώ αποδέχεται και τις άλλες πατρίδες. Αντίθετα ο εθνικιστής την θεωρεί ανώτερη από όλες τις άλλες, και μάχεται για να τις κατανικήσει και να τις υποτάξει, αποδεικνύοντας την ανωτερότητά της.

Με άλλα λόγια ο Ζελένσκι είναι πατριώτης ενώ ο Πούτιν εθνικιστής.

Και τι γίνεται με αυτούς που ενώ ανήκουν σε άλλη πατρίδα, μάχονται να αποδείξουν την ανωτερότητα μιας τρίτης. Ξέρω Έλληνες που είναι εθνικιστές …της Ρωσίας.

Ε, αυτοί θα συνοδέψουν τον Πούτιν, στον παράδεισο των σφαγέων… 

Κυριακή, Μαρτίου 20, 2022

Αλήθεια, είμαι τόσο φθονερός;

«Φθόνος: ζήλια και μίσος που αισθάνεται κάποιος, λόγω της υπεροχής, της ευημερίας ή των επιτευγμάτων άλλου προσώπου».

Επειδή δεν ήμουν σίγουρος για τον ορισμό της λέξης «φθόνος» κατέφυγα στο χρηστικό λεξικό της Ακαδημίας. Η φράση που παραθέτω είναι κατά λέξιν ο επίσημος ορισμός.

Ένας άνθρωπος που εκτιμώ και διαβάζω από χρόνια (ο Ανδρέας Δρυμιώτης, σύμβουλος επιχειρήσεων και τακτικός συνεργάτης της «Καθημερινής»), στο φύλλο της 13ης Μαρτίου δημοσίευσε άρθρο με τίτλο «Αλήθεια γιατί είμαστε τόσο φθονεροί;» Ο πληθυντικός ήταν προσχηματικός: τελικά αφορούσε εμένα.

Έμεινα κατάπληκτος. Ο φθόνος είναι ένα από τα ελάχιστα συναισθήματα που δεν έχω νιώσει ποτέ μου (γι΄ αυτό και έψαχνα τον ορισμό). Τα «επιτεύγματα των άλλων  προσώπων» δεν τα ζήλεψα ποτέ – μου αρκούσαν τα δικά μου. Και φυσικά δεν ένιωσα ποτέ μίσος (τι βαριά λέξη!) για οποιονδήποτε άνθρωπο. Απέχθεια, περιφρόνηση, αποτροπιασμό – ναι, σπάνια. Αλλά μίσος;

Ποιος ήταν ο λόγος που κατηγορήθηκα;

Όταν ανακοινώθηκε η ανάθεση της οργάνωσης του εορτασμού των 200 χρόνων από το 21 είχα γράψει ένα άρθρο (εδώ στο «Βήμα») αναφέροντας αυτά που φοβόμουνα ότι μπορεί να συμβούν. (14.8.19). Φυσικά ήξερα πως η κυρία Αγγελοπούλου είχε πετύχει θαύματα στην οργάνωση των Ολυμπιακών – αλλά φοβόμουνα ότι ο κλασικός εθνο-θρησκευτικός ενθουσιασμός των Ελλήνων, θα την παρέσυρε σε μία γιορτή «φουστανέλας». Άλλο οι Ολυμπιακοί – άλλο η μεγάλη εθνική επέτειος.

Δεν υπήρχε κανένας φθόνος στο κείμενό μου – μόνο μία παραίνεση. Φυσικό να  προέρχεται από έναν άνθρωπο που όπως όλοι οι Έλληνες, έχει κουραστεί να ακούει πανηγυρικούς και να υφίσταται ανύπαρκτους μύθους σαν την Αγία Λαύρα και το Κρυφό Σχολειό.

Όταν έληξαν οι εορτασμοί έγραψα ένα άρθρο με τίτλο «Κακός προφήτης – ευτυχώς». Το οποίο ουσιαστικά ήταν μία παραδοχή του ότι είχα πέσει έξω ή είχα εισακουσθεί, στο πρώτο άρθρο. Και ότι ο εορτασμός (βοήθησε κι ο κορονοϊός) ήταν σεμνός, ουσιαστικός και  (το μεγαλύτερο κέρδος) μας άφησε πίσω νέα, πολύτιμα ιστορικά βιβλία Ελλήνων και ξένων.

Δεν θα συγκρουσθώ με τον κ. Δρυμιώτη για τον ρόλο της εκκλησίας στην επανάσταση. Μπορεί ο Απόστολος Παύλος να έγραψε εδώ και δύο χιλιάδες χρόνια το περίφημο: «Ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ Έλλην…» αλλά το Πατριαρχείο, τα χρόνια πριν την επανάσταση, χαρακτήριζε τον Σουλτάνο σαν πατέρα μας και την σκλαβιά μας σαν οδό σωτηρίας». Ας διαβάσει ένα βιβλίο για τον «Ελληνικό Διαφωτισμό» (Π. χ. του κ. Πάσχάλη Κιτρομηλίδη).

Αυτό που δεν καταλαβαίνω είναι από που του προέκυψε ο «φθόνος» μου για την κυρία Αγγελοπούλου. Μάλλον με μπέρδεψε με άλλους που αναφέρει. Δεν έχω κανένα λόγο να την φθονώ – ίσα-ίσα που αναγνωρίζω και χαίρομαι τα επιτεύγματά της. Και το γεγονός (που δεν γνώριζα) ότι τα έξοδα του εορτασμού δεν επιβάρυναν τον Έλληνα φορολογούμενο είναι πραγματικός άθλος.

Αναγκάζομαι λοιπόν  να γράψω και τρίτο άρθρο για το ίδιο θέμα, διότι με ενόχλησε πολύ το ότι ένας άνθρωπος που εκτιμώ, με φόρτωσε με μία ιδιότητα που ουδέποτε ένιωσα: τον φθόνο. Αν κάθε κριτική – είτε προληπτικός σχολιασμός, είτε κατόπιν εορτής, θεωρείται θέμα φθόνου, τότε αυτό θα ήταν το τέλος της διανόησης και του διαλόγου στον τόπο μας. Βαριά λέξη, κάνει bullying στην ελεύθερη σκέψη.

Λίγο μετά την δημοσίευση του πρώτου άρθρου, η κυρία Γιάννα Αγγελοπούλου με πήρε τηλέφωνο και μου ζήτησε να συναντηθούμε. Δέχθηκα ευχαρίστως. Της απάντησα ότι είμαι στην διάθεσή της. Δεν μου ξανατηλεφώνησε.

Αλλά δεν την …φθόνησα, καθόλου γι αυτό.

 

Κυριακή, Μαρτίου 13, 2022

Ογδόντα χρόνια πίσω

Όλες αυτές τις μέρες του πολέμου, έχω γυρίσει πίσω, στην παιδική μου ηλικία.

Είμαι πέντε χρονών και ακούω τις πρώτες μου σειρήνες. Είναι οι ίδιες με αυτές που ουρλιάζουν στο Κίεβο. Ογδόντα χρόνια οι σειρήνες δεν έχουν αλλάξει καθόλου.

Ο πατέρας μου με τυλίγει σε μια κουβέρτα, με παίρνει αγκαλιά και με κατεβάζει στο «καταφύγιο». Καταφύγιο είναι το υπόγειο του σπιτιού μας, στην οδό Μιχαήλ Βόδα. Δίπατο, καινούργιο, χτισμένο με «μπετόν αρμέ» (πρώτη φορά ακούω αυτές τις λέξεις) έχει ονομαστεί καταφύγιο, από την Αεράμυνα. Έρχονται και άλλοι γείτονες.

Είναι απίθανο, αλλά ζω ταυτόχρονα δύο ζωές. Κρεμασμένος στην τηλεόραση παρακολουθώ όλο το δράμα της Ουκρανίας ενώ μέσα μου ξαναζώ τον παιδικό μου εφιάλτη. Σειρήνες, εκρήξεις («χτύπησαν καράβια στον Πειραιά!»), πόλεμος, ΠΟΛΕΜΟΣ!

Χιόνι στην Ουκρανία, πολύ χιόνι. Χιόνι και στην Αθήνα. Είμαι εξήμιση χρόνων και τα χέρια μου γεμάτα χιονίστρες. Ναι, χιονίστρες, με αίμα. Είναι ο χειμώνας του 1941, ο πιο βαρύς της Κατοχής. Σέρνονται άνθρωποι στα πεζοδρόμια και φωνάζουν: «Πεινάω». Ένας τέτοιος φώναζε όλη νύχτα έξω από το σπίτι μας. Κατέβηκε η μάνα μου και του έδωσε ένα κομμάτι ξερό ψωμί. «Δεν είχαμε τίποτα άλλο», μας είπε, γυρίζοντας.

Δεν κοιμήθηκα όλη τη νύχτα. Το πρωί έπαψε να φωνάζει και με πήρε ο ύπνος. Αργότερα έμαθα ότι τον βρήκαν νεκρό να κρατάει το ψωμί. Δεν μπόρεσε να το μασήσει, δεν είχε δύναμη.

ΠΟΛΕΜΟΣ. Δεκεμβριανά. Ακούω τους όλμους να περνάνε πάνω από το σπίτι. Κάνουνε ένα περίεργο ήχο σαν γλουγλούκιασμα. Σκάνε κοντά, ραγίζουν τζάμια. Τα κρατάνε οι ταινίες της συσκότισης.

Κι εγώ, δεκαπέντε μέρες τώρα, ζω στην Ουκρανία. Μου γράφουν σχόλια αναγνώστες (η στήλη αναδημοσιεύεται στο Facebook) και μου θυμίζουν διάφορα. Π. χ.: «το δράμα των Παλαιστίνιων». Λες και αυτό εξισορροπεί το δράμα των Ουκρανών. Βρίζουν την Δύση για να δικαιολογήσουν  τον Πούτιν.

Δεν έχουν ζήσει πόλεμο. Νομίζουν πως ο πόνος του ενός εξουδετερώνει τον πόνο του άλλου. Αυτά τα χιλιάδες παιδάκια που ξενιτεύονται για να γλυτώσουν, ποιος θα τα παρηγορήσει για τον τρόμο τους. Έτσι ένιωθα κι εγώ όταν με έστελναν σε άλλο σπίτι «για ασφάλεια». Τι ασφάλεια – ξένος χώρος: εκεί φοβόμουν περισσότερο!

Δεν υπάρχει καλός πόλεμος. Ούτε δίκαιος πόλεμος υπάρχει – ακόμα και ο αμυντικός σκοτώνει.

Ο άνθρωπος που αρχίζει ένα πόλεμο, έστω για να διορθώσει ένα άδικο, θα σκοτώσει, δημιουργώντας αμέσως ένα νέο άδικο. Όχι, δεν παίζουμε εδώ με μολυβένια στρατιωτάκια, που τα σηκώνουμε πάλι και τα στήνουμε μόλις πέσουν. Εδώ παίζουμε με ζωές ανθρώπων, που χάνονται για πάντα.

Δεν υπάρχει ανθρώπινο πρόβλημα που να μην μπορεί να λυθεί με διάλογο, με διαιτησία, με ανάλυση και καλή θέληση.

Αλλά φταίμε που έχουμε δημιουργήσει τον μύθο με τους δήθεν Μεγάλους στρατηλάτες. Όχι, ούτε ο Ναπολέων, ούτε ο Αλέξανδρος ήταν Μέγας επειδή κατέκτησαν ξένες χώρες δολοφονώντας εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους που δεν τους είχαν φταίξει σε τίποτα. Σβήστε τους από τα βιβλία της ιστορίας! Ακόμα χειρότερα: Στιγματίστε τους για τον πόνο και την δυστυχία που έφεραν στην οικουμένη!

Ο πόλεμος της Ουκρανίας είναι άλλο ένα δείγμα πως δεν έχουμε ακόμα ωριμάσει σαν ανθρωπότητα. Ίσως κάποτε λογικευθούμε και πάψουμε να παίζουμε με στρατιωτάκια.

Αλλά πολύ φοβάμαι πως δεν θα ζήσω αρκετά για να δω αυτό το θαύμα. 

Σάββατο, Μαρτίου 05, 2022

Τι να έγιναν οι 450 Ουκρανοί αναγνώστες μου;

Αυτό το blog ξεκίνησε στις 2 Ιανουαρίου του 2006. Πέρασε εποχές δόξας όπου κάθε μέρα είχε χιλιάδες αναγνώστες και εκατοντάδες σχόλια. Η επιτυχία του ήταν όμως και το μεγάλο του πρόβλημα. Μου κάλυπτε όλο τον διαθέσιμο χρόνο μου. Η πληθώρα των σχολίων είχε ενδιαφέρον αλλά σύντομα τράβηξε όλα τα τρολς και τους βωμολόχους. Αναγκάστηκα να βάλω φίλτρο – που σημαίνει να διαβάζω όλα τα σχόλια πριν δημοσιευθούν και να αποφασίζω ποια θα κοπούν. Δεν ένιωθα άνετα σαν λογοκριτής, έχανα πολύ χρόνο και τελικά έκοψα τελείως τα σχόλια. Αυτό βεβαίως έφερε και την παρακμή. Οι πολλές χιλιάδες αναγνώστες έγιναν λίγες και μετά εκατοντάδες. Αν θέλει κανείς να δει το μπλογκ στις δόξες του, μπορεί να βρει τα δύο πρώτα χρόνια του στις ιστοσελίδες μου http://ndimou.gr/el/blogs/ 

H Google φροντίζει σε κάθε blog να παραθέτει διάφορες στατιστικές (τα blogger και blogspot είναι δική της, δωρεάν υπηρεσία). Οι στατιστικές αναφέρον, για κάθε blog, πόσοι αναγνώστες το επισκέφθηκαν, από ποιο δίκτυο συνδέθηκαν, ακόμα και πόση ώρα έμεινε συνδεδεμένος ο κάθε επισκέπτης. Μελετώντας τις στατιστικές μαθαίνεις ότι σε διαβάζουν 1800 από τις ΗΠΑ, 600 από την Γαλλία, κλπ. Έλληνες φυσικά, μια και το κείμενο είναι στα Ελληνικά. 

Από ένα σημείο και πέρα μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση η παρουσία αναγνωστών από την Ουκρανία. Δεν ήξερα τίποτα γι αυτή τη χώρα, αλλά η σταθερή παρουσία υπερτετρακοσίων αναγνωστών, με ώθησε να μάθω. Έτσι πληροφορήθηκα ότι υπάρχει μεγάλη ελληνική παροικία στην νότια Ουκρανία, και ότι οι Έλληνες εκεί έχουν κρατήσει ζωντανή την γλώσσα τους, παρόλο που μερικοί είναι στην τρίτη και τέταρτη γενιά. 

Βέβαια και σε άλλη κράτη της Κεντρικής Ευρώπης υπάρχουν ελληνικές παροικίες, μερικές μάλιστα μεγαλύτερες, ανάλογα και με το μέγεθος του κράτους. Π.χ. στην Γερμανία υπάρχουν σαφώς περισσότεροι Έλληνες από ότι στην Ουκρανία – όμως οι στατιστικές της Google έδειχναν ότι οι Ουκρανοί αναγνώστες μου ήταν συνήθως περισσότεροι και κυρίως πιο σταθεροί. 

Τώρα που γράφω, διαβάζω σε άλλο παράθυρο της οθόνης του υπολογιστή: «Δορυφόρος κατέγραψε μεγάλη στρατιωτική φάλαγγα μήκους 70 χιλιομέτρων που κατευθύνεται προς στο Κίεβο».

Έτσι, ο δαιμόνιος Πούτιν. Αφού δεν του πέτυχε η αρχική έφοδος, κερδίζει χρόνο με δήθεν διαπραγματεύσεις, και ξεδιπλώνει την αριθμητική και τεχνολογική του υπεροχή. 

Ότι θα κερδίσει τον πόλεμο είναι σχεδόν σίγουρο. Ελπίζω όμως να χάσει την ειρήνη. Ανάγκασε όλη την ανθρωπότητα να ανατριχιάσει ακούγοντας την απειλή με τα πυρηνικά. Ούτε γι αστείο δεν προφέρεται πια αυτή η λέξη. Είναι η λέξη που θα σου χαρίσει μόνον εχθρούς. 

Η έννοια του γκάνγκστερ είναι βέβαια Αμερικάνικη επινόηση – αλλά ταιριάζει απόλυτα στον Πούτιν. Ψυχρός, ατάραχος, σου δίνει την απόλυτη σιγουριά ότι είναι ικανός για όλα. 

Τουλάχιστον οι «νονοί» της Μαφίας και της Cosa Nostra είχαν (έστω μεταξύ τους) μία θαλπωρή, μία οικογενειακή ζεστασιά – έστω κι αν ήταν ικανοί για το χειρότερο. Αυτός σε πείθει με την πρώτη ματιά ότι είναι φίδι – δηλητηριώδες. Ακόμα όμως και τα φίδια μπορεί να είναι χρήσιμα. 

Παρακολουθώντας την συνεδρίαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου όπου μίλησε ο Ζελένσκι, ανατρίχιασα. Να, είπα που υπάρχει η Ευρώπη, ενωμένη σαν μια γροθιά. Ιστορική στιγμή – ο κόσμος αλλάζει! 

Πάλι σκέπτομαι τους αναγνώστες μου. Μερικοί θα έφυγαν στην μαύρη προσφυγιά, με ένα μπόγο ρούχα. Άλλοι θα κάνουν πόλεμο, είτε σαν επιστρατευμένοι, είτε σαν ελεύθεροι σκοπευτές. Οικογένειες θα θάφτηκαν στα υπόγεια του σπιτιού τους, όπως εμείς στον Αλβανικό πόλεμο όταν χτυπούσαν οι σειρήνες. Ελπίζω να είναι ζωντανοί και υγιείς. 

Ξαφνικά τους νιώθω να μου λείπουν, να μου λείπουν πολύ, κι ας είχαμε μείνει χρόνια χώρια. Δεν νομίζω ότι κανένας από αυτούς θα διαβάσει αυτό το blog. 

Ίσως αργότερα όταν τελειώσουν όλα, να πέσει σε κάποιου Ελληνο-Ουκρανού τα χέρια. Θα ήθελα να του πω, ότι γράφοντας αρκετές φορές βούρκωσα.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 27, 2022

Ο μύθος του Mr. Put in

(Η λογοπαικτική πλευρά του ουκρανικού προβλήματος).

Υπήρξε κάποτε ένας ψυχρός και αδηφάγος ηγέτης, που η μόνη του επιθυμία ήταν να αποκτήσει γαίες και τόπους που η χώρα του είχε χάσει όταν διαλύθηκε. Ο λαός του δεν καλοπερνούσε αλλά ήταν συνηθισμένος – εβδομήντα χρόνια ήδη πεινούσε και καταπιεζόταν. Ίσα-ίσα που η καινούργια πείνα και καταπίεση, ήταν λιγότερη από την παλιά.

Από την αρχική του σταδιοδρομία του είχε μείνει το όνομα. Παλιός αγγλομαθής  καγκεμπίτης ότι έβρισκε διαθέσιμο το ζητούσε. Βάλτο μέσα έλεγε – στα αγγλικά. Put it in! Συντόμευση: Putin

Μια χώρα τον τραβούσε πολύ. Είχε το παρατσούκλι: «ο σιτοβολώνας της Ευρώπης». Σίτος, άρα ψωμί  για το λαό του.

Δυστυχώς η χώρα αυτή δυστυχούσε από έλλειψη εγκεφάλων. Κάτι σοκολατοβιομήχανοι κυβερνούσαν εκεί. Από την έλλειψη μυαλών της έβγαλαν το όνομα: «Ου κρανία».

Ο κύριος «Βάλτο Μέσα» έκανε πρώτα μία κρουαζιέρα στην Μαύρη Θάλασσα. Είδε μία χερσόνησο που του άρεσε. Η φήμη του είχε ήδη διαδοθεί και έτσι δεν χρειάστηκε πολλά. Είπε το όνομά του και αυτό αρκούσε για να την προσαρτήσει.

«Κρίμα» είπαν αυτοί που τον παρακολουθούσαν. Κρίμα να πάει έτσι άδοξα. Κι έτσι την ονόμασαν «Κριμαία».

Η ευκολία με την οποία προσαρτούσε χώρες ήταν απίθανη. Άρχισα να φοβάμαι κι εγώ. Το blog μου στο Διαδίκτυο, έχει το όνομα Doncat – πολύ συγγενές προς το Donbass το οποίο ήδη έχει καταλάβει. Λέτε να τα μπερδέψει κάποια στιγμή; Ας αφήσουμε που λίγο πιο κάτω υπάρχει το Donetsk. Κινδυνεύει ο γάτος μου ή το blog μου;

Ο κύριος Put in αρέσει στους Έλληνες. Στις δημοσκοπήσεις ξένων ηγετών έρχεται πρώτος. Αν πάρει αφορμή από αυτό, μπορεί ξαφνικά (έτσι τα σκηνοθετεί αυτός) να βρεθούμε μέσα στην παλιά ΕΣΣΔ. Εφιάλτης!

                                                               ********

Ας αφήσουμε τώρα τα λογοπαίγνια και τα καλαμπούρια κι ας προσπαθήσουμε να σοβαρευτούμε. Γράφω στις 22.2.22 και το ρολόι μου δείχνει 2 και 22. Οκτώ δυάρια μαζί – κάτι πρέπει να σημαίνουν…

Το κείμενο αυτό γράφτηκε από αμηχανία και αγανάκτηση. Ο άνθρωπος αυτός, ο κύριος Put in, μας δουλεύει όλους. Κρατώντας όλα τα χαρτιά στα χέρια του, μην έχοντας κανένα σοβαρό πολιτικό αντίπαλο (ο Ναβάλνι στην φυλακή, οι αντίθετοι δημοσιογράφοι επίσης – μερικοί, όπως η Πολιτκόφκαγια, είναι και στο χώμα).  Αραδιάζει ειρωνικά εξάμετρα τραπέζια συνεδριάσεων για …δύο άτομα (τι ρεζιλίκι ήταν αυτό με τον Μακρόν στο μακρόν τραπέζι!). Μπορεί ανά πάσα στιγμή να ξεκινήσει ένα πόλεμο, ακόμα και με πυρηνικά  όπλα και να εξολοθρεύσει την μισή οικουμένη. Παίζει με την τιμή του αερίου. Είναι ασύδοτος και ακαταλόγιστος. Και φυσικά, με απόλυτη μαεστρία, κερδίζει όλα τα παιχνίδια. Απορώ πώς υπάρχουν σχολιαστές που γράφουν κατεβατά αναλύσεων με σοβαρά επιχειρήματα την στιγμή που αυτός σπάει πλάκα.

Ακριβώς λοιπόν επειδή φοβάμαι μην γελοιοποιηθώ κι εγώ – έγραψα μόνον καλαμπούρια. Από κει και πέρα ο Θεός (αν υπάρχει) ας μας λυπηθεί…

Κυριακή, Φεβρουαρίου 20, 2022

Αυτός ήταν Διχασμός!

«Ο κ. Έ. Βενιζέλος δεν ηδυνήθη περισσότερον των τριών εβδομάδων ν’ανεχθεί τον Ελληνικόν λαόν αναπνέοντα.  Η αναπνοή του παρουσιάσθη προ των δεσποτικών του ομμάτων ως νέα πνοή «των ασκών του Αιόλου» ετοίμη να ανατρέψει εν μια νυκτί και μόνη το σύμπαν  και το καθεστώς. Ο κ. Ε. Βενιζέλος δεν εννοεί να επιτρέψει εις τον Ελληνικόν λαόν να αναπνεύσει, ειμή υπό έναν όρον – να θερμαίνει δια της πνοής του τον Βενιζελισμόν…».

Εφημερίδα «Καθημερινή», ημερομηνία Τρίτη, 19 Μαΐου 1920, κύριο άρθρο ανυπόγραφο – αλλά με τα στοιχεία και το ύφος του ιδρυτή και διευθυντή του φύλλου, Γεωργίου Αγγέλου Βλάχου, που αργότερα υπέγραφε με τα αρχικά Γ.Α.Β.

Η  σημερινή Καθημερινή ανατυπώνει και διπλώνει μέσα στο φύλλο ολόκληρες τετρασέλιδες εκδόσεις της πρώτης της εποχής. Φανατικός αντιβενιζελικός και βασιλόφρων, ο Βλάχος, πολεμάει τον Βενιζέλο με μία οξύτατη και φαρμακερή πένα. Ίσως να υπήρξε ένας από τους κύριους παράγοντες που οδήγησαν στην καταψήφιση του Κρητικού στις κοντινές εκλογές. Το τι επακολούθησε το ξέρουμε – και πενθούμε τώρα την μεγαλύτερη καταστροφή που υπέστη η χώρα μας στην σύγχρονη ιστορία της.

Ο πατέρας μου ήταν επίσης «βασιλόφρων» – κάτι που ποτέ μου δεν κατάλαβα. Ένας άνθρωπος έξυπνος, μορφωμένος, και με υψηλή θέση στην υπαλληλική ιεραρχία (έτσι που να αντιλαμβάνεται και αυτά που δεν βλέπουν οι απλοί πολίτες) και να τιμά αυτές τις άδειες στολές με τα πολλά παράσημα! Από τους ξενόφερτους βασιλιάδες μας, μόνον ένας άξιζε τον μισθό του – ο Γεώργιος ο Α΄ - που  συνεργάστηκε με τον Τρικούπη και τον βοήθησε να εκσυγχρονίσει (όσο μπορούσε) την χώρα. Οι υπόλοιποι έκαναν από μικρή ως μεγάλη ζημιά.

Φυσικά εγώ από αντίδραση έγινα (και έμεινα) σοσιαλδημοκράτης. Στη Γερμανία έγινα και μέλος του SPD. Μόνο που όταν γύρισα έψαχνα μάταια να βρω κάτι αντίστοιχο. (Το ΠΑΣΟΚ επί Σημίτη; Ίσως).

Μελετώντας τις εφημερίδες της εποχής, καθώς και τα ιστορικά βιβλία που αφηγούνται την τραγωδία του Διχασμού και της Μικρασιατικής Καταστροφής, μένεις άναυδος με την ποσότητα και ένταση του αδελφοκτόνου μίσους που είχε κατακλύσει τότε όλη την Ελλάδα. Ξαφνικά ένιωσα σαν να ζούσα τώρα σε κάποια ψυχρόαιμη χώρα σαν την Νορβηγία… Ευτυχώς, έχουμε προχωρήσει αρκετά. Τουλάχιστον δεν κάνουμε δολοφονικές απόπειρες σε πρωθυπουργούς, ούτε εκτελούμε στον δρόμο εκλεκτούς συμπολίτες, όπως τον αξέχαστο Ίωνα Δραγούμη. Αλλά θα πρέπει να προσέχουμε: κουβαλάμε γονίδιο διχασμού.

Όμως εκείνη την εποχή, ακόμα και τα μικρά σχόλια έσταζαν ειρωνεία και μίσος. Αντιγράφω από το ίδιο φύλλο σχόλιο με τον τίτλο «Υπόμνησις»: «Επειδή ο κ. Πρύτανης του Πανεπιστημίου, θα παρέλειψεν ίσως ν’ανακοινώσει εις τον κ. επί της Παιδείας Υπουργόν ότι ο καθηγητής της Χειρουργικής κ. Φωκάς απουσιάζει προ τριετίας της θέσεώς του, εξασκών εις ξένην γήν  τον βενιζελισμόν του, επιστολογράφος μας  μας παρακαλεί να υπενθυμίσωμεν την μικράν αυτήν απουσίαν εις τον κ. Υπουργόν. Το πράττωμεν εν πλήρει συνειδήσει ότι αύριον θα δημοσιεύσωμεν «δυνάμει του περί Τύπου Νόμου», ότι ο κ. Γ. Φωκάς, είναι μεν προ τριετίας εις Γαλλίαν, αλλά ουδέποτε απουσίασεν εξ Ελλάδος».

Ώστε ο κ. καθηγητής «ασκεί τον βενιζελισμόν του» και όχι την ιατρική! Και το άλλο καρφί στοχεύει στον «Περί Τύπου Νόμον» στον οποίο είναι αφιερωμένο και το κύριο άρθρο, απόσπασμα του οποίου παραθέσαμε στην αρχή.

Καλόν είναι να κοιτάμε και λίγο πίσω, όχι απλώς με διάθεση νοσταλγίας, αλλά και αποτροπιασμού. Ήδη γεμίζουν τα έντυπά μας με μελοδραματικά αφιερώματα στην Μικρά Ασία και την Σμύρνη ως «Χαμένο Παράδεισο». Αλλά αυτόν τον παράδεισο ΕΜΕΙΣ τον χάσαμε, με την δική μας υπεροψία, τα δικά μας εγκλήματα και λάθη. Κι αν δεν διδαχθούμε τίποτα από αυτά – τότε είμασταν άξιοι της τύχης μας. 

Κυριακή, Φεβρουαρίου 13, 2022

Η «στιχουργός»

Η Μαριανίνα Κριεζή πέθανε και οι εφημερίδες γράψανε: «Έφυγε η στιχουργός της Λιλιπούπολης».

Πόσο φτωχά λόγια για μία τεράστια παρουσία!

Και κατ’ αρχήν τι θα πει στιχουργός; Αυτός που γράφει στίχους και τους ταιριάζει στην μουσική. Στιχουργός – ας πούμε – ήταν ο Χαράλαμπος Βασιλειάδης, ο επιλεγόμενος «Τσάντας», επειδή κουβαλούσε πάντα μαζί του μία μεγάλη τσάντα γεμάτη στίχους και στιχάκια. Η ο Κώστας Βίρβος που τραγούδια του έχουμε όλοι τραγουδήσει. Και ο Απόστολος Καλδάρας είχε γράψει στίχους, και φυσικά ο Λευτέρης Παπαδόπουλος. Και η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου που έγραψε το φοβερό:

«Δυό πόρτες έχει η ζωή

Άνοιξα μία και μπήκα

Σεργιάνισα ένα πρωινό

Κι ώσπου ναρθεί το δειλινό

Από την άλλη βγήκα».

Στιχουργοί; Μήπως μιλάμε για ποιητές;

Ο Γκάτσος βέβαια δεν ονομάστηκε ποτέ στιχουργός, γιατί είχε γράψει μία ποιητική συλλογή (την «Αμοργό») και γι αυτό είχε το δικαίωμα να ονομάζεται ποιητής. Κι ο Μάνος Ελευθερίου το ίδιο. Αλλά η Λίνα Νικολακοπούλου είναι στιχουργός ή ποιήτρια;

- Μα οι στιχουργοί γράφουν ποιήματα για να τραγουδιούνται!

Το ίδιο έκαναν και οι μεγάλοι αρχαίοι ποιητές. Όταν μιλάμε για λυρική ποίηση εννοούμε ότι τραγουδιόταν με την συνοδεία λύρας.

Και οι μεγάλοι τροβαδούροι της εποχής μας; Ο Μπομπ Ντύλαν πήρε Νόμπελ Λογοτεχνίας! (Εγώ θα το έδινα στον Κοέν). Οι Γάλλοι Μπρελ, Μπρασένς, Μπαρμπαρά; Κι ο δικός μας, ο μοναδικός, Σαββόπουλος; Αν διαβάσεις το βιβλίο με τους στίχους του («Η Σούμα»: 673 σελίδες ποίηση!) σχεδόν ξεχνάς τη μουσική – οι στίχοι σε γεμίζουν ολοκληρωτικά.

Και  η Μαριανίνα Κριεζή ήταν ποιήτρια – σημαντική ποιήτρια. Με τα τραγούδια της «Λιλιπούπολης» έφτιαξε έναν ολόκληρο παραμυθένιο κόσμο. Τραγούδια με διάφορα χρώματα. Τι είπατε; Για παιδιά; Μα τα παιδιά είναι το πιο δύσκολο ακροατήριο. Αν γοητέψεις τα παιδιά έχεις κερδίσει το υψηλότερο έπαθλο.

Άλλωστε αυτό φάνηκε και από τα άλλα τραγούδια που έγραψε μετά την Λιλιπούπολη. Το «Σαμποτάζ» με την Πλάτωνος. Τα «Ήσυχα βράδια» με τον Λάκη Παπαδόπουλο. «Ακόμα κι αν φύγεις για την άκρη του κόσμου…» πάντα αντηχεί στ’ αυτιά μου η φωνή της Αρλέτας. 

Να μην ξανακούσω την λέξη «στιχουργός!» Ριμάρει με το υπουργός και το πελαργός αλλά δεν έχει κανένα νόημα. Η ανεβαίνει ο στίχος στην ποίηση – ή το έργο δεν υπάρχει. Η στιχουργία, σκέτη, είναι απλώς φτηνή και εύκολη ποίηση.

Ναι, η Μαριανίνα. Όταν την γνώρισα ήταν σαν ξωτικό, τόσο όμορφη που σε ζάλιζε. Κάναμε παρέα με την άλλη ιδιοφυία – την Λένα Πλάτωνος. Όταν αποφάσισε η Μαριανίνα να παντρευτεί, ζήτησε όλοι οι προσκεκλημένοι να φοράνε ρούχα ροζ. Γύρισα όλη την Αθήνα για να βρω ένα ανδρικό ροζ πουκάμισο.

Θαμπωμένος από την γοητεία της έγραψα κι εγώ ένα διήγημα στο οποίο πρωταγωνιστούσε. Μπορείτε να το διαβάσετε στο Διαδίκτυο, στις δικές μου σελίδες. http://ndimou.gr/el/keimena/oloklira_vivlia «Οι κομμένες λέξεις».

Τι να πω άλλο για την Μαριανίνα; Εκτός από ποιήτρια ήταν και Μούσα. Ο Ελύτης έγραψε γι αυτήν το ωραιότερο ελληνικό ερωτικό ποίημα. Το «Μονόγραμμα» έχει στο εξώφυλλό του τα αρχικά της: «Μ. Κ.»

Κυριακή, Φεβρουαρίου 06, 2022

Ελληνική Διανόηση και Βήμα

Στο περασμένο φύλλο δεν με είχε ειδοποιήσει η Σύνταξη ότι υπήρχε Κοινό Θέμα (Διανόηση) κι έτσι έμεινα απέξω. Ωστόσο είναι μία ευκαιρία να το συνδυάσω με τα 100χρονα του «Βήματος».

Η αυθόρμητη απάντησή μου στο ερώτημα που έθεσε η εφημερίδα είναι: «Ναι, η Ελληνική Διανόηση υπάρχει αλλά περνάει κρίση».

Γιατί; Ο κύριος λόγος είναι πως δεν υπάρχει ο χώρος της διανόησης. Θα τον ονόμαζα Αγορά, θυμίζοντας τον Σωκράτη, τον παππού όλων μας.

Πού και πώς ξεδιπλώνεται η διανόηση; Σε ένα χώρο όπου κυκλοφορούν οι ιδέες, οι σκέψεις, οι θεωρίες, τα ερωτήματα, οι αντιρρήσεις – όλα αυτά που οδηγούν στον Διάλογο.

Το Βήμα, για 100 χρόνια, υπήρξε ένας τέτοιος χώρος. Η πιο «διανοούμενη» εφημερίδα της χώρας, με συνεργάτες που θα γέμιζαν ένα κατάλογο της ελληνικής διανόησης.

Η λειτουργία και παρουσία της διανόησης προϋποθέτει τον διάλογο. Μονόλογοι υπάρχουν αρκετοί αλλά, όταν δεν έχουν απήχηση, σχεδόν δεν ακούγονται.

Το πρόβλημα με τον διάλογο στην Ελλάδα είναι πως στο 90% των περιπτώσεων αρχίζει ή (συνήθως) τελειώνει, μέσα σε απόλυτη αντιπαράθεση. Είμαστε η χώρα του δογματικού διχασμού. Σε αυτή την περίπτωση ο διάλογος γίνεται αδιέξοδος και αυτοακυρώνεται.

Το δεύτερο πρόβλημα μετά την έλλειψη χώρου και ζυγισμένου διαλόγου, είναι το εύρος της ανάπτυξης. Μία μικρή χώρα, όπως η Ελλάδα δεν μπορεί μόνη της να συντηρήσει την ανταλλαγή απόψεων. Η Αγορά έχει πια μεγαλώσει, είναι παγκόσμια. Γράφουμε και μιλάμε μία γλώσσα που είναι άγνωστη στο 999 τοις χιλίοις. Και ο Σωκράτης, αν ζούσε σήμερα, δεν θα είχε ακροατήριο. Η φωνή των Ελλήνων συγγραφέων, των Ελλήνων διανοουμένων δεν περνάει τα σύνορα της χώρας.

Ας υποθέσουμε πως ο Τhomas Piketty ήταν Έλληνας και έγραφε Ελληνικά. Πόσες πιθανότητες είχε το πασίγνωστο τώρα βιβλίο του («Το κεφάλαιο στον 20ο αιώνα») να μεταφραζόταν και να εξαπλωνόταν σε όλες της χώρες του κόσμου; Ο διάσημος Γιουβάλ Νώε Χαράρι, προέρχεται από μία μικρή χώρα, αλλά γράφει Αγγλικά. Έτσι έγινε οικουμενικός διανοούμενος.

Πριν από αρκετά χρόνια η Ολλανδία πήρε μία τολμηρή απόφαση. Να ανακηρύξει δύο «εθνικές γλώσσες» με ίσα δικαιώματα. Την παραδοσιακή (πανδύσκολη) φλαμανδό-ολλανδική και την Αγγλική και να σπάσει έτσι την γλωσσική απομόνωση της χώρας. (Ήδη οι περισσότεροι Ολλανδοί μιλούσαν και έγραφαν Αγγλικά). Κάποιος (νομίζω πως ήταν η κυρία Διαμαντοπούλου) τόλμησε να προτείνει κάτι το ανάλογο για την Ελλάδα. Θύελλα! Σώπασε αμέσως (δεν θυμάμαι αν ζήτησε και …συγγνώμη).

Δεν παύει όμως να ισχύει ο κανόνας ότι μία χώρα γλωσσικά απομονωμένη δεν έχει ελπίδες να συμμετέχει στον παγκόσμιο διάλογο. Η Αγορά έχει μεγαλώσει πάρα πολύ. Και οι τοπικοί διάλογοι μοιάζουν με το κουτσομπολιό της γειτονιάς.

Αν ρωτήσετε έναν μορφωμένο Ευρωπαίο: «Ποιος φιλόσοφος έχει ασχοληθεί με την φιλοσοφία της επικοινωνίας;» θα απαντήσει σίγουρα: Ο Habermas. Και θα έχει δίκιο, έστω κι αν δέκα χρόνια πριν από τον σημαντικό Γερμανό, ένας Έλληνας είχε γράψει τρία μικρά βιβλία επάνω στο ίδιο θέμα.

Κι αν ρωτήσετε ένα μορφωμένο Αμερικανό (ναι, υπάρχουν και τέτοιοι!) ποιος ιστορικός της φιλοσοφίας έγραψε πρόσφατα ένα βιβλίο με τίτλο «Ο Έλληνας Βούδας» θα σας απαντήσει: ο καθηγητής Christopher Beckwith στις εκδόσεις του Princeton. Έστω και αν, τριάντα ένα χρόνια πριν από τον Beckwith, ένας Έλληνας είχε εκδώσει ένα βιβλίο με τον ίδιο τίτλο και το ίδιο θέμα.

(Είναι δύσκολο να αποδείξει κανείς ότι ο Beckwith αντέγραψε το βιβλίο. Πραγματεύεται βέβαια το ίδιο θέμα, αλλά με άλλη σειρά και άλλα λόγια. Όταν ρωτήθηκε, δήλωσε άγνοια, άλλωστε δεν ήξερε Ελληνικά).

Τώρα, αν το αρχικό βιβλίο είχε γραφτεί και τυπωθεί στα Αγγλικά… Περιέργως, το ίδιο ισχύει και για άλλα κείμενα – δικά μου και άλλων Ελλήνων.

Πώς θα ξεπεράσουμε το φράγμα της (ένδοξης) γλώσσας μας, για να συμμετέχουμε στον διεθνή διάλογο;

Μία πρόταση: Τόσα ένθετα έχει το «Βήμα». ‘Ένα ακόμα, αγγλόφωνο, με ελληνικές μελέτες επίλεκτες και διεθνούς ενδιαφέροντος, που θα κυκλοφορούσε και διαδικτυακά – κάτι σαν αγγλόφωνες «Εποχές». Θα ήταν μεγάλο δώρο εκατονταετίας…

Κυριακή, Ιανουαρίου 30, 2022

Μερικά αυτοβιογραφικά για το χιόνι


Μέχρι που έφυγα από την Ελλάδα για σπουδές στην Γερμανία, δεν είχα αντιμετωπίσει χιόνι σε μεγάλες ποσότητες. Εκείνη την εποχή (1954) δεν υπήρχαν στην Ελλάδα χιονοδρομικά κέντρα ούτε χειμερινά σπορ.

Ο προορισμός μου ήταν το Μόναχο.

Το Μόναχο βρίσκεται σε μεγάλο υψόμετρο (700 μ.) και οι Άλπεις του κλείνουν τον αέρα της Μεσογείου.

Στο Μόναχο κάνει πολύ κρύο.

Ένα Φλεβάρη - νομίζω ήταν του 58 - για ένα ολόκληρο μήνα είχαμε θερμοκρασίες πολύ κάτω από το μηδέν. Που σε ορισμένα προάστια έφθαναν και τους -20°.

Και βέβαια κάθε χειμώνα είχαμε μόνιμο χιόνι.

Κι όταν λέμε χειμώνα εννοούμε την εποχή ανάμεσα στον Οκτώβριο και τον Απρίλιο.

Από την Ελλάδα είχα φέρει μία ρομαντική εικόνα για το χιόνι. Το ήξερα κυρίως από τις καρτ-ποστάλ και τις Χριστουγεννιάτικες ζωγραφιές. Κάτι ψιλές νιφάδες στην Αθήνα δεν ήταν παρά υποσχέσεις βορινής ατμόσφαιρας. Στο Μόναχο όμως γνώρισα το χιόνι στην καθημερινή του παρουσία. Και αυτή δεν ήταν καθόλου ρομαντική.

Βέβαια ψηλά στις Βαυαρικές Άλπεις το χιόνι ήταν όμορφο. Έλαβα μέρος σε ένα διεθνές σεμινάριο στο Sudelfeld στα 1660 μέτρα υψόμετρο (καλές επιδόσεις στην συζήτηση, άθλιες  στο σκι), ανέβηκα στην Zugspitze, (3000μ.) επισκέφθηκα με χιόνι τα κάστρα του Λουδοβίκου Β΄(του Βαγνερόπληκτου παράφρονος) και το Berchtesgaden  με την μαγευτική λίμνη Königsee. Υπέροχα.

Αλλά στην πόλη είναι αλλιώς τα πράγματα. Εκεί το χιόνι σπάνια μένει λευκό και εκτυφλωτικό. Σύντομα βρομίζει - γίνεται αυτό το μίγμα χιονιού και λάσπης που οι Γερμανοί ονομάζουν matsch. Η αν κάνει πολύ κρύο, κρουσταλλιάζει και γίνεται πάγος. Δεν είναι πια όμορφο αλλά μόνο επικίνδυνο.

Επιπλέον γλιστράει, μπαίνει μέσα στα παπούτσια και βρέχει τις κάλτσες (ακόμα και τα μποτάκια δεν σε σώζανε), κλείνει τις πόρτες και τους δρόμους, μουσκεύει τα ρούχα και τα μαλλιά. Εξη μήνες χιόνι το χρόνο είναι αρκετοί για να σε κάνουν να το μισήσεις.

Από τότε μου έχει μείνει μία αντίδραση στο χιόνι που δεν την καταλαβαίνουν οι Έλληνες φίλοι. Οι οποίοι εξακολουθούν να ζουν στην εποχή των καρτ-ποστάλ.

Φυσικά αυτά που συνέβησαν εδώ, πριν μερικές ημέρες,  δεν τα αντιμετώπισα ποτέ τα έξη χρόνια που έζησα στη Γερμανία. Και να σκεφθεί κανείς ότι αυτή ήταν η φτωχή και μισοερειπωμένη μεταπολεμική Γερμανία, πριν από το «οικονομικό θαύμα» (Wirtschaftswunder) του Adenauer και του Erhardt. Υπήρχαν παντού εκχιονιστικά – για να μην κλείνουν ποτέ οι δρόμοι και «αλατιέρες» για τον πάγο.

Τα αυτοκίνητα εκεί αλλάζουν λάστιχα κάθε Οκτώβρη και χρησιμοποιούν «ελαστικά χειμώνα» (άλλο μείγμα ελαστικού) και για τους «παγοδρόμους» επιπλέον μικρά καρφάκια στην επιφάνεια. Τον Απρίλη επιστρέφουν τα χειμερινά (τα οποία παραδίδουν προς φύλαξη στο βουλκανιζατέρ τους) και φοράνε τα καλοκαιρινά – ή «παντός καιρού». Αλυσίδες σπάνια χρησιμοποιούν και έχουν δίκιο. Είναι απλό να διατάζει το κράτος εδώ να φοράνε όλοι αλυσίδες – αλλά σε μια χώρα όπου χιονίζει ελάχιστες φορές, αποτελούν σημαντική δαπάνη και μεγάλο μπελά. (Έχετε δοκιμάσει ποτέ να τις περάσετε σε ένα αυτοκίνητο;)

Ευτυχώς μερικοί Έλληνες έχουν χιούμορ. Είδα στο κινητό μου τηλέφωνο μεγάλες επιγραφές στα κάγκελα της Αττικής Οδού να διαφημίζουν «Εδώ Ημιδιατροφή: 4€» «Ημιδιαμονή 5», παρακάτω: «Εδώ κουβέρτες 2, Νερό 1€». Δεν είναι για γέλια – μάλλον για κλάματα. Ένα δρόμο υψηλών προδιαγραφών κατασκευάσαμε στην Αττική και με το πρώτο γερό χιόνι τα κάναμε θάλασσα. Αλλά εδώ θα  μου πείτε πως έκλεισε η …Κηφισίας!

Κυριακή, Ιανουαρίου 23, 2022

Αφορισμοί και αφορεσμοί.


Αντιγράφω από την στήλη του Μιχάλη Μητσού στην τελευταία σελίδα των «Νέων» (27.12.21): «Λίγες ημέρες πριν από το Πάσχα του 2014, στην κατακλείδα ενός άρθρου του στο Protagon.gr,  o Νίκος Δήμου έγραφε: «Όσο πλησιάζει το Πάσχα και σκέπτομαι πως πάλι θα ξοδέψουμε χρήματα για να φέρουμε το (δήθεν) Αγιο Φως και να το υποδεχθούμε με τιμές αρχηγού κράτους, γίνομαι εμμανής αντικληρικός». Έγινε χαμός Ο τότε βουλευτής Βασίλης Κικίλιας ζήτησε εξηγήσεις, η Λιάνα Κανέλλη χαρακτήρισε τον Δήμου: «Πασχαλινή ατραξιόν», ο Μητροπολίτης Αμβρόσιος παρακάλεσε το Θεό «να σαπίσει το στόμα» του γνωστού συγγραφέα, ενώ ακόμα και ο Σταύρος Θεοδωράκης δήλωσε πως «δεν είναι σωστό να παίζουν οι πολιτικοί με το θρησκευτικό συναίσθημα – προκαλώντας την αποχώρηση του Δήμου από το Ποτάμι».

Πολύ σωστά τα θυμάται όλα ο καλός συνάδελφος, πλην ενός. Πέρα από τις κατάρες («να σαπίσει το στόμα μου») ο Αμβρόσιος με αφόρισε! Το θυμήθηκα αυτό όταν πιο πρόσφατα ο ίδιος ιεράρχης αφόρισε τον καθηγητή Ηλία Μόσιαλο και τον συγγραφέα Χρήστο Χωμενίδη για ένα αστείο που είπε ο πρώτος σχετικό με τον Κρίνο που μύρισε η Παναγία και το οποίο επανέλαβε ο δεύτερος.

Έχοντας προβάδισμα σχεδόν οκτώ χρόνων στον αφορισμό, μόλις έμαθα το νέο ετοιμάστηκα να υποδεχθώ τους νέους αφορισμένους στα κάπως άβολα διαμερίσματα (κάτι σαν κελιά) που επιφυλάσσονται γι αυτούς. Τον Χρήστο Χωμενίδη τον γνώριζα ήδη, τον Μόσιαλο μόνον από την τηλεόραση.

Ενώ σκεπτόμουνα και περίμενα, αναλογιζόμουνα πόσοι έχουν προηγηθεί από μας. Βέβαια δεν είναι όλοι πλήρως αφορισμένοι – μόνον ένας, ο Λασκαράτος, για κάτι στιχάκια που ούτε για σημερινή επιθεώρηση δεν κάνουν. Προσπαθούσα να δω σε τι κατάσταση είναι τα παπούτσια του. (Είναι γνωστό πως όταν ρώτησε τι θα του συμβεί μετά θάνατον τώρα που τον αφόρισαν, του απάντησαν «Δεν θα λιώσεις!». Και τότε παρακάλεσε στον αφορισμό να συμπεριληφθούν και τα παπούτσια του, για να μην λιώνουν κάθε λίγο οι σόλες).

Άλλοι, που παραλίγο να αφορισθούν, όπως ο Ροΐδης και ο Καζαντζάκης, την γλύτωσαν παρά τρίχα – την τελευταία στιγμή.

Αυτός όμως που θα έπρεπε να είχε αφοριστεί πρώτος, είναι ο μεγάλος δάσκαλος του Γένους ο Αδαμάντιος Κοραής. Στην μελέτη που είχε γράψει με τίτλο: «Περί του εν Ιεροσολύμοις Αγίου Φωτός» γράφει πράγματα μεγάλης αξίας. Ο ίδιος τον αποκαλεί: «αληθή διαμαρτυρίαν κατά της ζώσης και παρούσης γενεάς». Ο εκδότης των «Απάντων του», Γιώργος Βαλέτας, την χαρακτηρίζει τόσο  τολμηρή  ώστε, όπως φρονεί ο συγγραφέας, «μόνον οι μεταγενέστεροι, όταν μορφωθούν θα μπορέσουν να τον καταλάβουν και να δικαιολογήσουν την πατριωτική πρόθεσή του, ενώ όλοι οι συγκαιρινοί θα τον πουν άθεο. Ο διάλογος λοιπόν,  με όλο τον συγκαλυπτικό θεολογικό του τίτλο, είναι κήρυγμα διαφωτιστικό από τα σημαντικότερα του Κοραή, σάλπισμα πολεμιστήριο ενάντια στους λυμεώνες του λαού και του αληθινού χριστιανισμού».

Και πραγματικά είναι ένα θερμό χριστιανικό κείμενο – που βέβαια απορρίπτει την απάτη του «Αγίου Φωτός», αλλά θυμίζει έναν ιδανικό Χριστιανισμό – σύμφωνο με την ουσία της επί του Όρους Ομιλίας. Ανατρέπει με στοιχεία όλες τις μαρτυρίες και στιγματίζει όλους όσοι εκμεταλλεύονται την πίστη του λαού για το κέρδος.

Με την αφορμή του αφορισμού μου ξαναδιάβασα τότε τον διάλογο που έχει στήσει ο Κοραής μεταξύ δύο προσώπων (Φώτιος και Καλλίμαχος) και θαύμασα το θάρρος του γέροντος να πει αλήθειες που και σήμερα ακόμα θα ξεσήκωναν πραγματική θύελλα. Γράφει: «Απόστολος επιθυμώ να γίνω, εμποδίζων τους επιθυμούντες την θέαν του αγίου φωτός, να εξοδεύωσιν είς μάτην…». Θα άξιζε τον κόπο να μεταφραστεί στην καθομιλούμενη γλώσσα (η καθαρεύουσα του Κοραή είναι κομμάτι δυσνόητη) και να διδάσκεται στα σχολεία!

Αλλά που τέτοια τόλμη. Θα τον αφόριζαν μετά θάνατον!

Τελικά μάταια περίμενα να προσέλθουν στα Τάρταρα οι αφορεσμένοι, να κάνουμε καμιά ωραία συζήτηση. Πρέπει να δραστηριοποιηθεί περισσότερο ο Αμβρόσιος για να μεγαλώσει η παρέα…

Κυριακή, Ιανουαρίου 16, 2022

Κυνηγός και κυνηγημένος βιβλιοφάγος…

Πέρασα όλη τη ζωή μου κυνηγώντας βιβλία – και τώρα που γέρασα με κυνηγάνε αυτά.

Μανιακά μάζευα βιβλία από τα 14 μου χρόνια. Όλοι οι συγγενείς και οι φίλοι της οικογένειας ήξεραν τι να μου χαρίσουν σε γιορτές και γενέθλια. Όταν έφυγα για σπουδές στην Γερμανία, άφησα ήδη έναν μεγάλο τοίχο (κάπου 6 μέτρα) γεμάτο ως το ταβάνι.

Αλίμονο! Κάθε φορά που γύριζα έβρισκα κενά και τρύπες. Ωστόσο φρόντιζα να φέρνω μαζί μου καινούργια ύλη για να καλύψω τα κενά. (Τα οποία ήταν έργο δύο μικρών δαιμόνιων ανεψιών που κυριολεκτικά ήταν βιβλιοφάγοι. Όταν κατέβαζαν ένα βιβλίο για να το διαβάσουν η τύχη του ήταν ήδη αποφασισμένη. Ή δεν θα επέστρεφε καθόλου, ή θα γύριζε σε τέτοια κατάσταση που θα χρειαζόταν βιβλιοδέτη).

Η άλλη πληγή – που έφερε μεγάλες ζημιές – ήταν οι φίλοι. Ούτε ένας στους 3 δεν επέστρεφε το βιβλίο που του είχα δανείσει.

Μέχρι που αναγκάστηκα να αναρτήσω μία επιγραφή που έγραφε: «ΛΥΠΑΜΑΙ ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΔΑΝΕΙΖΩ ΒΙΒΛΙΑ!». Κάθε φορά που μου ζητούσε κάποιος, του έδειχνα σιωπηλά την επιγραφή με σεβασμό – σαν να την είχε γράψει κάποιος νομοθέτης.

Κι από κει και πέρα η βιβλιοθήκη αποφάσιζε σε ποιο σπίτι θα μένουμε, τι έπιπλα θα αγοράζαμε, τι πίνακες θα κρεμούσαμε. Ώσπου κάποτε βρήκε τον δικό της οριστικό χώρο. Ένα χαοτικά μεγάλο υπόγειο που δεν είχε παράθυρα (μόνον ένα φεγγίτη για λίγο φως και αερισμό. (Ξέρετε – οι βιβλιοθήκες μισούν τα παράθυρα). Φυσικά και τα άλλα δωμάτια του σπιτιού είχαν το καθένα την βιβλιοθήκη του. Και κάποτε χρειάστηκε να επιτάξω χώρους του πατρικού μου, γιατί απλά η μεγάλη βιβλιοθήκη ξεχείλισε.

Από πού κρατούσαν όλα αυτά τα βιβλία; Στην αρχή ήταν δώρα – μερικά συγκινητικά. Ένας οικογενειακός φίλος, έμπορος στο επάγγελμα, στις 6 Δεκεμβρίου του 1950 μου χάρισε 25 τόμους: όλους τους γάλλους κλασικούς, και τα άπαντα του Βύρωνα και του Σαίξπηρ. Δεν ήξερε καμιά ξένη γλώσσα, πρέπει να συμβουλεύτηκε κάποιον, που όμως έκανε εξαίρετη επιλογή.

Μετά άρχισαν οι ανταλλαγές βιβλίων. Έστελνα τα πρωτόλειά μου σε γνωστούς συγγραφείς και λόγιους. Στην αρχή δεν έπαιρνα καμία απάντηση (ούτε ένα απλό ευχαριστώ σε μία κάρτα). Τόσο που οργιζόμουνα: «καλά χρόνο δεν έχουν, αλλά ούτε ένα ευχαριστώ;» Που να φανταστώ πως κάποτε θα βρισκόμουν στη θέση τους… Ιδιαίτερα τώρα τις γιορτάρες μέρες έρχονται πέντε-πέντε και δέκα- δέκα – ταχυδρόμοι τα φέρνουν και κούριερ, συνήθως για λογαριασμό του εκδότη. Υπάρχουν εκδοτικοί  οίκοι που αναλαμβάνουν όχι μόνο την έκδοση αλλά και την κατάρτιση καταλόγων με παραλήπτες – και την αποστολή.

Νόμιζα πως αφού έκλεισα συμφωνία με την Εθνική Βιβλιοθήκη να της κληροδοτήσω όλα τα βιβλία μου και αφού άρχισα τις πρώτες αποστολές θα ησύχαζα. Αδιανόητο. Εκατό βιβλία έστελνα, διακόσια ελάμβανα. Απορούσαν οι συνεργάτες της Βιβλιοθήκης: «Μα πριν 15 μέρες αδειάσαμε 6 ράφια – πού είναι το κενό;»

Ας μιλήσουμε όμως λίγο  και για συγκεκριμένα βιβλία: Με μεγάλη συγκίνηση πήρα προχθές στα χέρια μου, μετά από αναμονή δώδεκα χρόνων, την ολοκλήρωση της δεύτερης τριλογίας, της μάγισσας των γραμμάτων μας, αυτού του περίεργου ξωτικού, που ονομάζεται Ζυράννα Ζατέλη. Δεν θα πω τίποτα, κολυμπάω μέσα στο όνειρό της.   

Από δίπλα ο άλλος μάγος των λέξεων, Αχιλλέας Κυριακίδης, μας δίνει στο μικρό αλλά τόσο βαθύ και σοφό βιβλίο: «Ελγκαρ», λύσεις για ένα μουσικό αίνιγμα που βαστάει χρόνια. Ο Φαίδων Ταμβακάκης στο στοιχείο του – τη θάλασσα – μας ταξιδεύει με το «Τελευταίο Ποστάλι».

Ποίηση: Γιώργου Βέη «Βράχια», Παυλίνα Παμπούδη:  «Νυχτολόγιο».  Δυνατές μεταφράσεις από την Aldina (Gutenberg): Don de Lillo: «Americana», Kevin Barry: «Νυχτερινό Πλοίο για Ταγγέρη», John Williams: «Το πέρασμα του μακελλάρη». Και δύο παράξενα βιβλία για την «αυλή» του Χίτλερ και την μοίρα των ζώων στο εθνικοσοσιαλισμό. (Καημένες γάτες!).

Σημαντικό: Samuel Beckett: Happy Days (Μετάφραση Διονύση Καψάλη).

Το ωραιότερο: ένα τετράφυλλο από γαλάζιο χαρτόνι, με τυπωμένη μία Χριστουγεννιάτικη ιστορία γραμμένη από τον Joseph Conrad, τον Πολωνό καπετάνιο που έγινε Άγγλος στυλίστας. Μετάφραση: Χαρά Παπαθεοδώρου, αποστολέας το βιβλιοπωλείο: «Σηματολόγιον» από την Σίκινο.

Κυριακή, Ιανουαρίου 09, 2022

Το δεύτερο μεγαλύτερο πρόβλημα

Φυσικά, προς το παρόν, το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι η υγεία. Αλλά ελπίζουμε πως αυτό, με την βοήθεια της επιστήμης, θα ξεπεραστεί. Μετά τι γίνεται;

Μόλις ξεμπλέξουμε από τον κορονοϊό, θα βρεθούμε αντιμέτωποι με ένα σύνθετο θέμα που θα απειλεί ακόμα και την επιβίωση της χώρας.

Θα είναι ένας συνδυασμός του δημογραφικού με το παραγωγικό.

Οι στατιστικές είναι εφιαλτικές. Αν συνεχίσουμε έτσι το 2050 θα είμαστε μια πολύ μικρή χώρα. Από την τρίτη θέση στα Βαλκάνια θα έχουμε πέσει στην πέμπτη.

Αυτό θα οφείλεται στην υπογεννητικότητα, (30% των νέων ζευγαριών δεν σκοπεύει να κάνει παιδιά – (ΔιαΝΕΟσις) στην μετανάστευση επιστημόνων προς το εξωτερικό και στην ανυπαρξία εμπλουτισμού του πληθυσμού με επιλογή ανάμεσα στους πρόσφυγες και τους μετανάστες.

Το τρίτο αυτό θέμα είναι ίσως το πιο καίριο. Τα πανεπιστήμιά μας παράγουν άχρηστους θεωρητικούς πτυχιούχους με προορισμό την ανεργία. Μέσες σχολές για τεχνικούς ελάχιστες και χαμηλού επιπέδου. Έτσι που ενώ έχουμε δεκάδες χιλιάδες ανέργους, οι ελληνικές επιχειρήσεις έχουν δεκάδες χιλιάδες κενές θέσεις!

Η αγορά υποφέρει. Την δεκαετία της κρίσης (2000-2010) πολλοί ξένοι τεχνίτες που εργάζονταν στην Ελλάδα έχασαν την δουλειά τους. Ξαναγύρισαν στην πατρίδα τους. Αυτή τη στιγμή θα ψάχνετε για καιρό αν χρειάζεστε έναν ηλεκτρολόγο ή ένα πλακά.

Έχω υπόψη μου ένα ζευγάρι. Ήρθαν στην Ελλάδα στην αρχή της δεκαετίας του 1990. Ο άνδρας ήταν σπουδαγμένος ηλεκτρολόγος-μηχανολόγος, αλλά γι αυτόν ίσχυσε η αρχή: «δεν αναγνωρίζουμε πτυχία από την Αλβανία». Η σύζυγος είχε σπουδάσει δασκάλα. (Τώρα μιλάει άψογα Ελληνικά). Έκαναν όλες τις ενέργειες για να ενσωματωθούν. Βαφτίστηκαν Χριστιανοί, έκαναν θρησκευτικό γάμο. Με τις οικονομίες τους αγόρασαν ένα διαμέρισμα (τώρα το εξοφλούνε στην Τράπεζα). Στα δύο αγόρια τους – Έλληνες υπήκοοι χάρη στον ΣΥΡΙΖΑ – έδωσαν αρχαία Ελληνικά ονόματα. Ο μεγαλύτερος ήδη τελείωσε τη στρατιωτική θητεία του. Πριν είχε αποφοιτήσει από ανώτερη σχολή ναυτιλιακών σπουδών.

Και οι δύο σύζυγοι είχαν κάνει αίτηση πριν έξη χρόνια στον Δήμο Αθηναίων για να πάρουν την ιθαγένεια. Τελικά η σύζυγος έλαβε μέρος …τον περασμένο Μάιο στον διαγωνισμό για την απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας. Πήρε βαθμολογία 95% (αμφιβάλλω αν οιοσδήποτε Έλληνας θα ξεπερνούσε το 70%). Από τότε οι τελικές αποφάσεις εκκρεμούν. Επρόκειτο να δώσουν και προφορικές συνεντεύξεις, αλλά τελικά ο κ. Βορίδης, (υπεύθυνος υπουργός) άλλαξε γνώμη και μάλλον δεν θα δοθούν. Εν τω μεταξύ πληρώνουν όλοι οι υποψήφιοι τέλος πολιτογράφησης – σαν άδεια παραμονής.

Αυτό σαν ένα μικρό παράδειγμα του πώς μεταχειρίζεται το Ελληνικό Κράτος τους ανθρώπους που θέλουν να γίνουν πολίτες του. Είναι χαρακτηριστικό πως ο σύζυγος του ζεύγους δεν ενδιαφέρθηκε πια να δώσει εξετάσεις – μετά από 22 χρόνια – γιατί  αισθάνεται ότι τους κοροϊδεύουν.

Αλλά θα μου πείτε πως εδώ καταφέραμε να διώξουμε ένα ταλαντούχο Αλβανό συγγραφέα που έμαθε άπταιστα Ελληνικά, στα οποία έγραψε τα βιβλία του, που μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες. Όπως είπε ο ίδιος (σε μία συνέντευξη στη Lifo): «Το αν βίωσα ή δεν βίωσα τον ρατσισμό αφορά μόνο εμένα. Το γιατί δεν έχω πάρει την ελληνική υπηκοότητα μετά από 25 χρόνια νόμιμης ζωής και εργασίας και δημιουργίας, πληρώνοντας φόρους και παράβολα, αυτό, νομίζω, δεν αφορά μόνο εμένα αλλά όλους όσοι θέλουν ακόμα να λέγονται πολίτες αυτής της χώρας».

Ο Γκάζμεντ Καπλάνι (το όνομά του) βρίσκεται τώρα στις ΗΠΑ προσκεκλημένος του Harvard. Εύκολα θα πάρει την Αμερικανική υπηκοότητα. Διαβάστε το «Μικρό Ημερολόγιο Συνόρων»…

Κάτι πρέπει να αλλάξει στην πολιτική του Ελληνικού κράτους αν θέλουμε να επωφεληθούμε από την τρίτη αυτή πηγή πληθυσμού. Οι Γερμανοί, που δέχθηκαν ένα εκατομμύριο ξένους, έχουν ήδη ενσωματώσει πάνω από τους μισούς. 

Και μην ξεχνάμε: εκατοντάδες εκατομμύρια άνθρωποι οφείλουμε τη σωτηρία μας σε δύο Τούρκους μετανάστες, που σπούδασαν στην Γερμανία, βρήκαν την φόρμουλα του εμβολίου RNA, και την έδωσαν στην Pfizer, (χωρίς να έχουν ακόμα υπογράψει συμβόλαιο…).

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 31, 2021

Πρωτοχρονιάτικο 2022

-       Άλλος ένας χρόνος!

Άλλος ένας. Πού είναι η εποχή όπου βιαζόμαστε να μεγαλώσουμε; Να προσθέσουμε ένα χρόνο στην ηλικία μας, να γίνουμε Μεγάλοι… (Που να ξέραμε τα χάλια των μεγάλων…)

Βέβαια ήταν πιο δύσκολοι οι χρόνοι εκείνοι. Κατοχή, εμφύλιος, κρύο, πείνα και των γονέων…

-             -     Γιατί φέτος τι είναι; Πανδημία, να σε κυνηγάνε όλα τα γράμματα του αλφαβήτου!  Και κάθε πρόσθετος χρόνος, τώρα βαραίνει την πλάτη σου και το βήμα σου. Γεράματα!

-               -    Α – να σου πω. Δεν θα κλάψουμε τώρα την μοίρα μας. Ευτυχώς είμαστε και οι δύο υγιείς τρισεμβολιασμένοι και τα έχουμε τετρακόσια. Άντε, και καλή χρονιά!

Ο αυθεντικός αυτός διάλογος έγινε προχθές, παραμονή ανάμεσα σε μένα κι ένα παλιό συμμαθητή – έναν από τους ελάχιστους που έχουν απομείνει. Για κάποιο περίεργο λόγο, η τάξη μας δεν είχε καλή τύχη. Σχεδόν τα τρία τέταρτα έχουν αποδημήσει εις Κύριον. Και οι υπόλοιποι έχουν εξαφανιστεί. Η αλήθεια είναι πως από την αρχή είχε υπάρξει μεγάλη διασπορά και κάθε φορά που συναντούσαμε κάποιον, γινόταν μάθημα γεωγραφίας.

-          Πού ζεις τώρα εσύ;

Και καλά αν ήταν σε κάποιο κράτος ευρωπαϊκό. Αλλά οι αθεόφοβοι είχαν οργώσει την Αφρική, την Βραζιλία, την Κίνα, τον Καναδά – μέχρι και την άκρη του κόσμου που ονομάζεται Νέα Ζηλανδία.  Και ούτε καν στις πρωτεύουσες ζούσαν – αλλά σε μικρές πόλεις που δεν τις έβρισκες ούτε στον Άτλαντα.

Δύο – τρεις συναντήσεις (Class reunions) που είχαμε οργανώσει μεσοδρομίς ούτε το ένα τρίτο δεν συγκέντρωσαν. Άσε που σχεδόν δεν αναγνωρίζαμε ο ένας τον άλλον. Είχαμε την κακή έμπνευση να καλέσουμε και τις συμβίες, οι οποίες αποτελούσαν ένα μικρό ΟΗΕ και άκουγες γύρω σου περίεργους φθόγγους. (Χάθηκε να πάρουν παπούτσι από τον τόπο τους;).

Πέρασαν μερικά χρόνια, κι όταν κάποιοι προσπάθησαν να αναβιώσουν τις συναντήσεις, δεν έβρισκαν κανένα. Παραιτήθηκαν.

Έτσι λοιπόν χάθηκαν οι παλιοί φίλοι. Γιατί πού γίνονται οι φιλίες; Στη γειτονιά, στο σχολείο, στο στρατό. Άντε και στο πανεπιστήμιο (για όσους σπούδασαν).

Ήδη και με μας είχε αρχίσει να συμβαίνει αυτό που σύντομα θα γίνει ο κανόνας. Στη ζωή μας αλλάζαμε δουλειές, αλλάζαμε περιβάλλον, αλλάζαμε συζύγους… Μεγάλη κινητικότητα. Παλιά οι άνθρωποι ζούσαν σε ΕΝΑ τόπο, έκαναν ΜΙΑ δουλειά (που συνήθως κληρονομούσαν από τον πατέρα) παντρεύονταν την γειτονοπούλα ή την συμμαθήτρια και ήταν σταθερά προσηλωμένοι στο κόμμα που ψήφιζαν, την ομάδα που υποστήριζαν, την παρέα όπου σύχναζαν.

Οι νέες γενιές, όπως λένε οι ειδικοί, στην διάρκεια της ζωής τους, θα αλλάζουν δύο και τρία επαγγέλματα, τόπους διαμονής, άντε και οικογένειες.

Με τρεις γάμους πίσω μου, δύο διαζύγια, διάφορες ειδικότητες, άλλες σπουδές για άλλες δουλειές, είμαι ήδη κι εγώ ένας από αυτούς. Μόνο σταθερό: το γράψιμο. Αλλά έχει διαφορά αν γράφεις ποιήματα, διαφημιστικά κείμενα, σενάρια, διηγήματα, δοκίμια, επιφυλλίδες, blog, μελέτες ή σάτιρες. Πολλές φορές αρχίζεις και μοιάζεις με αυτό που γράφεις – διαμορφώνεσαι μαζί του.

Και τώρα περιμένουμε πώς θα μας φερθεί ο καινούργιος χρόνος. Το μόνο σίγουρο είναι ότι μετά από μας θα μιλάνε για την «εποχή της πανδημίας». Αυτοί που θα έχουν μείνει πίσω… όσοι βεβαίως επιβιώσουν.

Ελπίζουμε οι νέες ποικιλίες ιών να μας φερθούν ηπιότερα. Ήδη η «Όμικρον» απαιτεί πενθήμερη καραντίνα (αντί της δεκαήμερης) εφόσον δεν εκδηλωθούν βαριά συμπτώματα.

Καλή χρονιά, αναγνώστες! Εύχομαι πάντα δύο πράγματα: Υγεία και Τύχη!