Κυριακή, Ιουλίου 05, 2020

Ο Μεγάλος Περίπατος του Μονάχου

Το 1972, η πρωτεύουσα της Βαυαρίας, το Μόναχο, είχε αναλάβει να διοργανώσει τους θερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες.

Πέντε χρόνια πριν, άρχισαν οι Γερμανοί να ετοιμάζονται.

Με την ευκαιρία των Ολυμπιακών άλλαξαν ριζικά την πόλη τους.

Το Μόναχο είναι η δεύτερή μου πατρίδα. Έζησα εκεί έξη χρόνια – από το 1954 ως το 1960 κάνοντας τις σπουδές μου στο Πανεπιστήμιο. Μετά, με μία παύση τριών ετών (υπηρετούσα στο Ναυτικό) επισκεπτόμουν την πόλη σχεδόν κάθε χρόνο. Είχα εκεί πιο πολλούς γνωστούς και φίλους από ότι στην Αθήνα.

Έτσι από το 1968 και πέρα παρακολουθούσα την εξέλιξη των έργων που μεταμόρφωναν την πόλη.

Η πρώτη αλλαγή ήταν ότι η πόλη απέκτησε μετρό. Όχι πολλές γραμμές (η έκτασή της είναι μικρή, τότε είχε γύρω στο ένα εκατομμύριο κατοίκους). Το μετρό περνούσε στην μία κατεύθυνση κάτω από τις μεγαλύτερες εμπορικές αρτηρίες της πόλης (KaufingerNeuhauser Strasse) που ένωναν τις δύο κύριες πλατείες της (Marienplatz και Karlsplatz – ή Stachus – με τον σιδηροδρομικό σταθμό). Η επιφάνεια ανάμεσα στις δύο πλατείες έγινε ένας τεράστιος πεζόδρομος μήκους περίπου 3 χιλιομέτρων και κυρίως πλάτους μεταξύ 300 και 600 μέτρων. Στον πεζόδρομο υπήρχαν παγκάκια και τεράστιες ζαρντινιέρες με εξωτικά φυτά. Ανάμεσά τους κυκλοφορούσαν ποδήλατα.

Αλλά – εδώ είναι η διαφορά – κάτω από τον πεζόδρομο υπήρχε και υπόγειος δρόμος για αυτοκίνητα και μηχανές. Και κατά μήκος αυτού του δρόμου υπήρχαν και πάρκινγκ. Όπου μπορούσες να αφήσεις το αυτοκίνητό σου και να ανέβεις κατευθείαν στο κατάστημα που ήθελες να πας.

Αυτή είναι η βασική διαφορά ανάμεσα στους δικούς μας πεζόδρομους και τους γερμανικούς. Όταν οι Γερμανοί φτιάχνουν ένα πεζόδρομο, τον συνοδεύουν και με ένα χώρο στάθμευσης. Έτσι παραμένει πεζόδρομος, ενώ οι δικοί μας γίνονται χώροι πάρκινγκ αυτοκινήτων.

Και φυσικά ο κύριος πεζόδρομος δεν γινόταν αφορμή για μποτιλιάρισμα – μια και υπήρχε ο υπόγειος δρόμος για όσους ήθελαν να προσπεράσουν το κέντρο της πόλης.

Άλλο ένα επίτευγμα: οι πολεοδόμοι σχεδίασαν 3 δακτύλιους υπερυψωμένους που περιτριγύριζαν την πόλη: τον εξωτερικό που συνέδεε τα προάστια, τον μεσαίο που συνέδεε τις συνοικίες και τον εσωτερικό που περιτριγύριζε το κέντρο. Στους δακτύλιους αυτούς οι συνθήκες οδήγησης ήταν όπως στις autobahn – μεγάλες ταχύτητες και κανονικές ιπτάμενες είσοδοι και έξοδοι. Έτσι για να πας από ένα προάστιο στο άλλο δεν περνούσες από το κέντρο αλλά από την περιφερειακή άουτομπαν.

Την τελευταία φορά που επισκέφθηκα το Μόναχο, πριν δύο χρόνια, τα έργα αυτά λειτουργούσαν άψογα κι ας είχαν περάσει 45 χρόνια από την κατασκευή τους.. Βέβαια είχαν προστεθεί και άλλες γραμμές στο μετρό, αλλά οι δακτύλιοι εξακολουθούσαν να εξυπηρετούν χιλιάδες αυτοκίνητα και τα ποδήλατα είχαν πολλαπλασιαστεί ενώ υπήρχαν ποδηλατόδρομοι σε όλους τους δρόμους.

Το πάρκο του «Αγγλικού Κήπου» έχει 14 χιλιόμετρα μήκος και διασχίζει την πόλη από βορρά προς νότο. Είναι πάντα ένα ειδυλλιακό τοπίο με λίμνες και πολλούς παραπόταμους του κεντρικού ποταμού Ιζαρ.

Ναι, ο μεγάλος περίπατος του Μονάχου είναι πολύ μεγαλύτερος και πλουσιότερος από τον δικό μας. Και δεν είναι μόνο θέμα κόστους – αλλά σωστής μελέτης και εκτέλεσης.

Κάθε φορά που ξαναγύριζα, έβλεπα την πόλη να λειτουργεί πιο αρμονικά, την κίνηση να ρέει πιο άνετα. Η απόλαυση ήταν μεγαλύτερη όταν το 79 ανέβηκα στο Μόναχο με το αυτοκίνητό μου. Δεν ήταν που η πόλη είχε μεταμορφωθεί για τους πεζούς – είχε γίνει και πιο φιλική για τα αυτοκίνητα. Παντού ευκαιρία να παρκάρεις, πουθενά μποτιλιαρίσματα.

Εμείς, προς το παρόν, χρωματίζουμε την άσφαλτο. Για να δούμε, πού θα μας βγάλει αυτό…


Κυριακή, Ιουνίου 28, 2020

Διονύσιος ο Μέγας

Απεχθάνομαι την λέξη «Μέγας» επειδή έχει επικρατήσει να χρησιμοποιείται σαν επίθετο για κατακτητές και πολέμαρχους. Πόσο «μέγας» είναι ένας τέτοιος άνθρωπος, όταν τον δεις με την ματιά του κατακτημένου και του δούλου; Το επίθετο αυτό θα έπρεπε να αφορά μόνο ευεργέτες της ανθρωπότητας. Μέγας Παστέρ – ναι. Μέγας Ναπολέων – όχι.

Ανάμεσα στους ευεργέτες θα αριθμούσα και τους δημιουργούς: Μέγας Αισχύλος, Μέγας Μπετόβεν, Μέγας Σαίξπηρ, Μέγας Μιχαήλ Άγγελος.

Προσωπικά έχω βαφτίσει (και μάλιστα, για πρώτη φορά) δύο Μεγάλους – και είμαι υπερήφανος γι’ αυτό.

Ο πρώτος ήταν ο Διονύσης Σαββόπουλος. Το 1975, όταν ήταν ακόμα ένας αμφιλεγόμενος και αμφισβητούμενος  τραγουδοποιός, σε μία υποσημείωση του νέου (τότε) βιβλίου μου: «Η Δυστυχία του να είσαι Έλληνας», σχολιάζοντας το τραγούδι του «Σαν τον Καραγκιόζη», έγραψα: «Και δαγκώθηκα που ο μεγάλος (σε στίχο και μουσική) Σαββόπουλος έκλεισε σε μία φράση όσα προσπάθησα να πω σε πολλές σκέψεις». Το βιβλίο πούλησε χιλιάδες αντίτυπα εντός και εκτός Ελλάδος, και η υποσημείωση ταξίδεψε παντού.

Η δεύτερη φορά που χρησιμοποίησα αυτή τη λέξη ήταν στα τέλη της δεκαετίας του 80 μιλώντας στο ραδιόφωνο για την άγνωστη τότε ποιήτρια Κική Δημουλά, είπα ότι είναι: «Η μεγαλύτερη Ελληνίδα ποιήτρια μετά την Σαπφώ». Λίγο αργότερα έγραψα και την πρώτη μελέτη για το έργο της που μεταφράστηκε και σε άλλες γλώσσες.

Αλλά εδώ θέλω να μιλήσω για τον Διονύση.

Τον είδα προχθές στην μοναχική συναυλία που έδωσε διαδικτυακά από το Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος, μόνος, αμήχανος, τρακαρισμένος από την έλλειψη ακροατηρίου, αλλά τόσο γλυκός, τόσο συμπαθής, τόσο οικείος. Επίτηδες, πιστεύω, διάλεξε πολλά από τα πρώτα τραγούδια του, τα πιο προσιτά – θα ήταν δύσκολο μέσα στον άδειο Θόλο-στούντιο να ακουστεί το φοβερό εκείνο: «Με αεροπλάνα και βαπόρια…».

Αν θυμάμαι καλά, για πρώτη φορά τον άκουσα το 1963, σε ένα υπόγειο στην οδό Βουλής, που είχε ανοίξει ο Κώστας Χατζής – «Η ρουλότα του Τσιγγάνου».  Δεν θα έμεινε εκεί πολύ - ύστερα τον άκουγα σχεδόν κάθε βράδυ στο «Συμπόσιο» στην Πλάκα, όπου τραγουδούσε μετά τον Γιώργο Μούτσιο («Ένα μύθο θα σας πω…») και την Ντόρα Γιαννακοπούλου («Ο κήπος έμπαινε στη θάλασσα…»). Ο Διονύσης έλεγε το «Ήλιε Ήλιε Αρχηγέ!», το «Βιετνάμ γιε γιε», την «Σωματική Ανάγκη» και τα άλλα, του «Φορτηγού».

Οπαδός από παλιά αυτής της μικτής τέχνης του τραγουδοποιού (στίχοι, μουσική και εκτέλεση), μανιακός θαυμαστής του Brassens, του Brel, και της Barbara, είχα βρει τον δικό μου τραγουδοποιό. Βέβαια αργότερα ήρθαν στην ζωή μου ο Bob Dylan και ο Leonard Cohen, που τον είχα γνωρίσει στην Ύδρα ως ποιητή και συγγραφέα (πώς λυπήθηκα που δεν πήρε αυτός το Νόμπελ!).

Αν τα Ελληνικά ήταν μία διεθνής γλώσσα, αυτό το Νόμπελ θα μπορούσε να το είχε κερδίσει επάξια ο Διονύσης Σαββόπουλος. Αλλά η τέχνη του τραγουδοποιού είναι αμετάφραστη όπως και η καλή ποίηση. Φυλλομετρώ τις 680 σελίδες της «Σούμας», του βιβλίου που φιλοξενεί τους περισσότερους στίχους του Διονύση (μέχρι το 2003 που εκδόθηκε – τώρα θα χρειαζόταν αρκετές σελίδες ακόμα) και διαπιστώνω άλλη μία φορά πως τα τραγούδια του Σαββόπουλου είναι ποιήματα αυτοδύναμα – και κακώς δεν υπάρχουν στις ανθολογίες.

Μία ολόκληρη ζωή, Μεγάλε Διονύση Σαββόπουλε, αφέντη τσουτσουλομύτη, εκατοντάδες χιλιάδες  Έλληνες την περάσαμε μαζί σου. Εγώ, που έχω ένα ημερολόγιο και γράφω τα δικά μου, να μη σου πω εδώ ένα Μεγάλο Ευχαριστώ;


Κυριακή, Ιουνίου 21, 2020

Μία ολέθρια πρόταση


Διάβασα πριν από δύο εβδομάδες ένα άρθρο του ιστορικού Γιώργου Θ. Μαυρογορδάτου, στο οποίο πρότεινε να διδάσκεται στα σχολεία μας η καθαρεύουσα. Με την πρόταση αυτή συμφώνησε, σε δικό του άρθρο, και ο συγγραφέας Τάκης Θεοδωρόπουλος. 

Θεωρώ την πρόταση αυτή ολέθρια και επικίνδυνη. Αν εφαρμοζόταν θα ήταν σαν να ανασταινόταν ξαφνικά η διγλωσσία. Θα προκαλούσε σύγχυση στους μαθητές – αλλά και στους καθηγητές. Σκεφθείτε το τυπικό μας σχολείο που δυσκολεύεται να διδάξει σωστά μία γλώσσα (την «νεοελληνική κοινή», αυτή που μιλάμε και γράφουμε όλοι σήμερα) να πρέπει να διδάξει δύο ή και τρεις εκδοχές της. (Αρχαία, Καθαρεύουσα και Κοινή). 

Άλλωστε το «γλωσσικό ζήτημα» λύθηκε από την στιγμή που οι περισσότεροι χρήσιμοι όροι της καθαρεύουσας εντάχθηκαν στην δημοτική και αφομοιώθηκαν. Και αντί να ενισχύσουμε αυτή την τάση, θα προσπαθήσουμε να την αντιστρέψουμε; 

Έχω κληρονομήσει από τον πατέρα μου διάφορα λεξικά. Μεταξύ τους και το «Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης», έκδοση Πρωίας, 1933. Σε δύο τόμους, 2664 σελίδων, θεωρήθηκε τότε το πιο σοβαρό πριν από το επίτομο του Δημ. Δημητράκου (1957). Πρόλογος και υπομνήματα στην καθαρεύουσα. Ωστόσο πολύ περισσότερες από τις μισές λέξεις έχουν, μπροστά στο λήμμα, έναν αστερίσκο. Η επεξήγηση είναι ότι οι λέξεις αυτές ανήκουν στην δημοτική γλώσσα. (Ήδη λοιπόν, το 1933, η δημοτική υπερτερούσε).

Ανήκουν; Δημιουργήθηκαν; Στο υπέροχο λεξικό «Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών από της Αλώσεως μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων» του Στέφανου Α. Κουμανούδη βρίσκει κανείς εκατοντάδες λέξεις που έχουν λόγια προέλευση αλλά έγιναν μέρος της καθομιλούμενης (ή αν θέλετε «δημοτικής») γλώσσας.

Π. χ.: η λέξη «λεωφορείο» είναι δημοτική ή καθαρεύουσα; Καθαρεύοσα βέβαια, αρχαϊκή, σύνθετη (λεώς = λαός και φέρω = φορείον) αλλά δεν υπάρχει πια άλλη λέξη στη δημοτική για να αναφερθεί κανείς στο αντικείμενο αυτό. (Η υπέργηρη θεία μου προπολεμικά το ονόμαζε «μπούσι», προφανώς από το εγγλέζικο bus).

Η σημερινή ελληνική γλώσσα είναι πια μία και ενιαία. Σαφώς υπάρχουν μέσα της στοιχεία αρχαΐζοντα αλλά αυτό αποτελεί τον πλούτο της. Θα ήμουν σύμφωνος να προστεθούν στα σχολικά βιβλία κείμενα του Παπαδιαμάντη, του Ροΐδη, του Βιζυηνού, για να φανεί ο πλούτος της γλώσσας και η ειδική χρήση της (π.χ. για την σάτιρα στον Ροΐδη). Άλλωστε δεν είναι τυχαίο πως οι τρεις μεγαλύτεροι στυλίστες, πεζογράφοι μας και ο πιο ιδιότυπος ποιητής μας, (Κ.Π. Καβάφης) έγραφαν στην καθαρεύουσα. Η τεχνητή αυτή γλώσσα προσφέρεται για ειδικές χρήσεις.

Μεγάλωσα μέσα στην καθαρεύουσα. Τα πρώτο βιβλία που διάβασα ήταν οι μεταφράσεις του Ιουλίου Βερν, εκδόσεις Σιδέρη, μεγάλο σχήμα, σε άπταιστη καθαρεύουσα. (Αργότερα την μιμήθηκε πιστά ο Ανδρέας Εμπειρίκος).  Η εφημερίδα που ερχόταν κάθε μέρα στο σπίτι μας ήταν η «Καθημερινή».  Οι μεταφράσεις στις βιβλιοθήκες του σπιτιού ήταν και αυτές στην καθαρεύουσα. (Θυμάμαι τον «Παύλο και Βιργινία»). Τέλειωσα τη μέση παιδεία το 1954. Όλα τα σχολικά εγχειρίδια στην καθαρεύουσα. Σπάνια μας άφηνε ο φιλόλογος να γράψουμε έκθεση στην δημοτική.

Αλλά δεν χρειαζόμουν να μου διδάξουν την δημοτική – ήταν η γλώσσα που άκουγα, που μιλούσα και που διάβαζα. (Είχα πια αποκτήσει και την δική μου βιβλιοθήκη).

Η γλώσσα είναι ένα ζωντανό πράγμα – δεν επιδέχεται παρεμβάσεις και καθοδηγήσεις (που συνήθως αποτυγχάνουν οικτρά). Ξαφνικά ένα μάθημα καθαρεύουσας θα μπέρδευε μαθητές και δασκάλους. (Κι αλήθεια πόσοι καθηγητές θα ήταν σε θέση να την διδάξουν;) Εγώ, καθαρευουσιάνος από κούνια, δηλώνω αδυναμία να γράψω κάτι στην καθαρεύουσα. Θα μου έβγαινε αυτόματα σε παρωδία.

Ας αφήσουμε την γλώσσα μας να ακολουθήσει τον δρόμο της. Η καθαρεύουσα δημιούργησε πολλά προβλήματα. Τελικά χρησίμευσε σαν μεταβατικό στάδιο από την αρχαία, μας δώρισε γλωσσικό πλούτο, μερικούς μεγάλους συγγραφείς και ήδη χάνεται στο βάθος της ιστορίας. Ας την αφήσουμε στην ησυχία της.

Κυριακή, Ιουνίου 14, 2020

Σκαλαθύρματα 3


 1.    Αυτό θα πει Άγιον Πνεύμα! Επειδή γιόρταζε την Δευτέρα, δεν κυκλοφόρησαν εφημερίδες ούτε το Σάββατο (απογευματινές) ούτε την Κυριακή (πρωινές) ούτε την Δευτέρα (απογευματινές) ούτε την Τρίτη (πρωινές). Πολύ πνεύμα χάθηκε αυτές τις μέρες…  

2.  Αναρωτιέμαι γιατί ερίζουν τόσα κράτη (κι εμείς) για τους υδρογονάνθρακες (κατά Καμμένον: υδατάνθρακες) της Μεσογείου. Τουρκία, Ελλάδα, Κύπρος, Αλβανία, Ιταλία, Λιβύη και άλλοι γείτονες. Εντωμεταξύ οι τιμές του πετρελαίου έχουν καταρρεύσει και οι περισσότερες υπάρχουσες θαλάσσιες πλατφόρμες άντλησης δεν λειτουργούν πια, γιατί το κόστος είναι υψηλότερο από την τιμή του προϊόντος. Για νέες υποθαλάσσιες γεωτρήσεις δεν συζητάει πια κανείς εχέφρων άνθρωπος.   
   
3.  Σπουδαία η συμφωνία με την Ιταλία, αλλά εγώ προτείνω να επιτρέψουμε στην Τουρκία να κάνει όσες γεωτρήσεις θέλει και να στήσει πλατφόρμες όπου θέλει. Είναι που είναι σχεδόν χρεοκοπημένη – αυτός είναι ένας σίγουρος τρόπος να χρεοκοπήσει οριστικά. Άλλωστε, μέχρι να ολοκληρωθεί το πρόγραμμά της, τα ορυκτά καύσιμα θα έχουν παύσει να χρησιμοποιούνται και όλοι θα έχουν αναπτύξει ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Δεν καταλαβαίνω γιατί προσπαθούμε με κάθε τρόπο να την εμποδίσουμε να χρεοκοπήσει;

4.   Όπως δεν καταλαβαίνω γιατί επιμένουμε να ξοδεύουμε χρήματα (και μερικές ανθρώπινες ζωές) για να υπερασπιζόμαστε μία παρανομία που μας εκθέτει και διεθνώς. Μιλάω για τα περίφημα δέκα μίλια ελληνικού εναέριου χώρου που κάποιος είχε εμπνευσθεί το 1931. Όμως το διεθνές δίκαιο, το οποίο επικαλούμαστε συχνά, ορίζει ότι ο εναέριος χώρος καθορίζεται από την αιγιαλίτιδα ζώνη – και άρα εφόσον τα χωρικά μας ύδατα είναι έξη μίλια, τόσος πρέπει να είναι και ο εναέριος χώρος μας. Είμαστε το μόνο κράτος στον κόσμο με αυτή την πρωτοτυπία, που μας κοστίζει αρκετά χρήματα σε καύσιμα (όταν αντιδρούμε στις «παραβιάσεις» των Τούρκων – που βέβαια δεν είναι συνήθως παραβιάσεις. Γίνονται όμως συχνά, γιατί η αίσθηση ότι έχουν δίκιο, τους ωθεί και σε παρανομίες). Τους δίνει και την δυνατότητα να μας εμφανίζουν ως παρανομούντες σε όλα τα διεθνή φόρα.      

5.  Γενικά πρέπει να πω ότι η Ελληνική εξωτερική πολιτική επηρεάζεται πολύ από το εθνικιστικό μας φρόνημα και συνήθως εμφανίζεται πολύ επιθετική (π.χ. πως χειριστήκαμε το θέμα των Σκοπίων επί 20 χρόνια). Θα μπορούσε να είχε λυθεί φιλικά σε 2 χρόνια με το πακέτο Πινέιρο. Η διπλωματία δεν είναι τσαμπουκάς. Είναι και πονηριά, ελιγμός, στρατηγική. Διαβάστε Μακιαβέλι, Ταλλεϋράνδο, Μέτερνιχ…
    
    6.  Με τον κορονοϊό δεν τα πάμε καλά. Οι μισοί Έλληνες πιστεύουν ότι πάει, έφυγε πια, τον τελείωσαν ο Τσιόδρας και ο Χαρδαλιάς. Οι άλλοι μισοί πιστεύουν ότι δεν υπήρξε ποτέ – ήταν εφεύρεση του Μπιλ Γκαίητς και του Σόρος. Όμως η σεζόν ξεκίνησε, έρχονται οι ξένοι και να που έχουμε πάλι νούμερα. Μήπως να προσέξουμε λίγο; Δεν αστειεύεται καθόλου το μικρό τέρας!  
    
     7.  Οι περισσότεροι από τους αναγνώστες (και μη) που μου στέλνουν βιβλία τους, φαντάζομαι ότι περιμένουν κάτι από μένα. Πρώτα-πρώτα να τα διαβάσω. Δεύτερον να τους γράψω ένα ευχαριστώ και κάποια γνώμη. Τρίτον (ενδεχομένως) να γράψω κάτι σχετικό στη στήλη. Το τρίτον ξεχάστε το – αν αρχίσω να γράφω για βιβλία και μόνο τους τίτλους να παραθέσω θα γεμίζει η μισή στήλη. Επιπλέον το «Βήμα» έχει ολόκληρο ένθετο για βιβλία – ούτε μπορώ ούτε θέλω να το ανταγωνιστώ.
    
    8.   Η πολιτική της στήλης απέναντι στα βιβλία είναι η εξής: Επειδή ξέρω την πίκρα του κάθε συγγραφέα (ιδιαίτερα του νέου) για κάποια απήχηση (την νιώθω ακόμα – μήπως νομίζετε πως γράφουν για τα δικά μου βιβλία;) έχω την τακτική να ανοίγω κάθε βιβλίο που μου στέλνουν και να διαβάζω μερικές σελίδες. Πόσες; Αυτό εξαρτάται από το βιβλίο, αν θα με πείσει. Πάντως τουλάχιστον 20. Αν – κατά τη γνώμη μου – αξίζει τον κόπο, του γράφω δύο λόγια. Υπό έναν όρο: να έχει ηλεκτρονική διεύθυνση. Δεν σκοπεύω να επιστρέψω στο παρελθόν και να πάω, γέρος άνθρωπος, στο ταχυδρομείο να κάτσω στην ουρά για (πανάκριβα πλέον) γραμματόσημα…

Σάββατο, Ιουνίου 06, 2020

Σκέψεις και προτάσεις για τον εορτασμό των 200 χρόνων από το ‘21

1.  Έχουμε συνηθίσει να γιορτάζουμε κάθε εθνική επέτειο εθνικιστικά. Από τον καιρό του σχολείου και του στρατού, εθνική εορτή σημαίνει και εθνικιστική έξαρση   .

   2. Το πρόβλημα είναι πως έχουμε έτσι ανατραφεί. Από τις έρευνες και της δημοσκοπήσεις συνάγεται ότι είμαστε ο πιο εθνικιστικός λαός της Ευρώπης. (άνω του 90% των Ελλήνων είναι υπερήφανοι που είναι Έλληνες – ενώ άλλοι, μεγαλύτεροι λαοί κινούνται στο 40-50%).

   3.   Ο εθνικισμός ήταν μία χρήσιμη ιδεολογία τον 19ο αιώνα, όταν διαμορφώνονταν τα σημερινά έθνη. Σήμερα είναι όχι απλώς ξεπερασμένος αλλά εμπόδιο για την διεθνή συνεργασία και φιλία. Πρέπει να περάσουμε από τον εθνικισμό στον πατριωτισμό. Ο πατριώτης αγαπάει την πατρίδα του χωρίς να την θεωρεί ιδιαίτερη και ανώτερη από τις πατρίδες των άλλων.

   4. Αν δεν απαλλαγούμε από τον εθνικισμό, κινδυνεύουμε ο εορτασμός να γίνει μία εθνική φιέστα (σαν αυτές της δικτατορίας) που μπορεί να μας κάνει ρεζίλι.

    5. Προτείνω ο εορτασμός να μην επικεντρωθεί στην επανάσταση αυτή καθ’ αυτή αλλά στα διακόσια χρόνια που πέρασαν και που μας διαμόρφωσαν σαν έθνος.

    6. Γιατί αν μείνουμε στην επανάσταση, θα πρέπει να αποσιωπήσουμε πολλές σκοτεινές πλευρές της. Έχω στα χέρια μου μία μελέτη του Νίκου Ι. Μέρτζου, εκλεκτού Έλληνα, με τίτλο «Εμφύλιοι πόλεμοι μέσα στον Ιερό αγώνα» που αποδεικνύει ότι τα τελευταία έξη χρόνια της επανάστασης δεν υπήρξε ημέρα χωρίς εμφύλια διαμάχη. Όπως έχω ξαναγράψει, πιο πολύ πολεμούσαν οι Έλληνες μεταξύ τους, παρά με τους Τούρκους. Τόσο που στο τέλος η επανάσταση ουσιαστικά αυτοκτόνησε – και ο Ιμπραήμ αλώνιζε έχοντας υποχείρια την Ελλάδα.

    7. Εξ ου και δεν ελευθερωθήκαμε – μας απελευθέρωσαν οι Μεγάλες Δυνάμεις. Με την κοινή τους απόφαση και την ναυμαχία στο Ναυαρίνο. Αυτό δεν ταιριάζει καθόλου με την εθνική μας υπερηφάνεια. Όπως και η δολοφονία του Καποδίστρια επειδή δεν υπέκυπτε στους τσιφλικάδες.

    8. Αντίθετα στα χρόνια που ήρθαν μετά, κάναμε αξιόλογα πράγματα. Καταφέραμε να αποκτήσουμε σύνταγμα πριν από πολλά άλλα ευρωπαϊκά κράτη. Καταφέραμε να πολλαπλασιάσουμε την έκταση της χώρας. Μορφές όπως ο Τρικούπης, ο Βενιζέλος και ο Καραμανλής, μεγάλωσαν και εκσυγχρόνισαν την Ελλάδα.

    9. Αυτά πρέπει να γιορτάσουμε στα γενέθλια του έθνους μας. Χωρίς να αποκρύπτουμε τις σκιές και τα λάθη, να δώσουμε έμφαση στα θετικά σημεία και στα επιτεύγματα.                                
1 10. Να προβάλουμε τις μορφές των δημιουργών μας. Πόσα κράτη με το δικό μας μέγεθος και την σύντομη ιστορία μας, έχουν μία Κάλας, ένα Μητρόπουλο, ένα Σκαλκώτα, ένα Θεοδωράκη, ένα Χατζηδάκη, ένα Σαββόπουλο, ένα Vangelis, ένα Ροΐδη, ένα Παπαδιαμάντη, ένα Καβάφη, ένα Σεφέρη, ένα Ρίτσο, έναν Ελύτη, μία Δημουλά, και τόσους άλλους ποιητές, συνθέτες, εικαστικούς, στοχαστές, επιστήμονες διεθνούς φήμης.

1  11.  Δεν χρειάζεται, για μία ακόμη φορά να στεφανώσουμε τους ανδριάντες των ηρώων του 21. Καλύτερα να μελετήσουμε ψύχραιμα και επιστημονικά εκείνη τη δύσκολη περίοδο, κερδίζοντας γνώση και πείρα για το μέλλον. Αν καταλάβουμε καλύτερα και τις σκοτεινές μας πλευρές, μπορεί να προχωρήσουμε περισσότερο προς την ωριμότητα. Είμαστε νέο κράτος, από τα νεότερα στην Ευρώπη κι έχουμε πολλά να μάθουμε ακόμα. Ο τίτλος του μικρού βιβλίου του Γιώργου Δερτιλή: «Επτά πόλεμοι, τέσσερεις εμφύλιοι, επτά πτωχεύσεις» δίνει μία συνοπτική αφήγηση τον 200 ετών που γιορτάζουμε, από την αρνητική της πλευρά. Η μεγάλη του μνημειώδης «Ιστορία της νεότερης και σύγχρονης Ελλάδας» όπως και το βιβλίο του Κώστα Κωστή «Τα κακομαθημένα παιδιά της Ιστορίας» θα έπρεπε να είναι υποχρεωτικά αναγνώσματα για όλα τα μέλη της επιτροπής. Πιστεύω πως πολλά μέλη της θα συμμερίζονται τις απόψεις τους.

1 12.  Έτσι μόνο θα μπορούσαμε να γιορτάσουμε μία ρεαλιστική αλλά και αυθεντική 200ετία…

Κυριακή, Μαΐου 31, 2020

Η γραφειοκρατία του Κορονοϊού

Λέγαμε ότι με την χρήση των ψηφιακών και ηλεκτρονικών μέσων επιταχύνθηκαν οι διαδικασίες στο δημόσιο και κερδίζουμε χρόνο και κόπο. Μερικοί, όπως εγώ, που επί είκοσι χρόνια φωνάζω, γράφω, δημοσιογραφώ για την ψηφιοποίηση (και όχι ψηφιακοποίηση όπως διαβάζω συχνά) του κράτους έσπευσαν να χαιρετίσουν με ενθουσιασμό τις αλλαγές – έστω κι αν έγιναν υπό την απειλή της πανδημίας. Εξελίξεις όπως η ψηφιακή συνταγή που την γράφει ο γιατρός και την στέλνει στο κινητό του ασθενούς από όπου την διαβάζει και την εκτελεί ο φαρμακοποιός, είναι πράγματα μαγικά που ούτε σε μυθιστορήματα επιστημονικής φαντασίας δεν τα είχαμε συναντήσει. Ο ιδιώτης γιατρός βέβαια ζημιώνεται από αυτή την διαδικασία – αλλά είναι θέμα δικό του να πείσει τον ασθενή ότι και η ψηφιακή εξυπηρέτηση πρέπει να αμείβεται. Και βέβαια κινδυνεύει να χαθεί η σχέση γιατρού αρρώστου – πώς θα τον εξετάσει και θα του πάρει την πίεση ηλεκτρονικά;

Όμως η γραφειοκρατία ποτέ δεν πεθαίνει. Αναδιπλώνεται και μετά πάλι επελαύνει.

Η πρώτη ένδειξη που είχα, ήταν όταν χρειάστηκα μία βεβαίωση του γνήσιου της υπογραφής μου. Υπόθεση λεπτών, το ΚΕΠ της περιοχής μου είναι κοντά, πας με την ταυτότητά σου και σε τρία λεπτά έχεις τελειώσει.

Αμ δε! Δεν μπορείς πια να πας, να χτυπήσεις το κουδούνι και να μπεις. Πρέπει να κλείσεις τηλεφωνικό ραντεβού. Και εκεί όπου τελείωνες σε τρία λεπτά, πρέπει να περιμένεις τρεις ημέρες. Αν είσαι τυχερός, όπως ήμουν εγώ. Άλλοι χρειάστηκαν να περιμένουν μία εβδομάδα.

Γιατί άραγε μία διαδικασία που χρειαζόταν πραγματικά τρία λεπτά (επίδειξη ταυτότητας, υπογραφή, σφραγίδα με συμπλήρωση στοιχείων και τέλος) τώρα χρειάζεται μία εβδομάδα;

Θα σας απαντήσουν ότι έτσι αποφεύγεται ο συνωστισμός μέσα στο ΚΕΠ που είναι ιατρικά επικίνδυνος. Κι επειδή δεν μπορούν (ή δεν θέλουν) να ξέρουν τι θέμα σας απασχολεί, βάζουν ένα ραντεβού ανά μισή ώρα, για να είναι σίγουροι.

Φυσικά οι έρευνες δείχνουν πως μειώθηκε σημαντικά η παραγωγικότητα στα ΚΕΠ μετά από αυτές τις ρυθμίσεις.

Και το βασικό ερώτημα  είναι: ενώ ήδη από το τέλος Απριλίου υπάρχει ο θεσμός της ηλεκτρονικής υπογραφής, γιατί τα στελέχη του ΚΕΠ δεν την υποδεικνύουν στον πολίτη. Σε τρία ΚΕΠ που τηλεφώνησα δεν μου το είπε κανείς. Και γιατί δεν την προβάλει η κυβέρνηση; Διότι τελικά η ψηφιοποίηση ξεκινάει από την εκπαίδευση του κοινού.

Μερικά παλιά συμπτώματα απαντούν ακόμα σε πολλές κρατικές και δημοτικές υπηρεσίες. Προσπαθώ από μέρες να εξηγήσω στην δημοτική μου αρχή ότι τα δέκα τετραγωνικά που μου ανήκουν στο κοινόχρηστο γκαράζ της πολυκατοικίας όπου διαμένω, δεν ηλεκτροδοτούνται ξεχωριστά. Υπάρχει ένας γενικός φωτισμός που τροφοδοτείται από το ρολόι των κοινοχρήστων (το οποίο όμως τροφοδοτεί και τους ανελκυστήρες και τις εισόδους). Όμως η «Διόρθωση τιμών ακινήτων» ως προς τον χώρο στάθμευσης απορρίφθηκε (του διαμερίσματος ολοκληρώθηκε) και επί δύο μέρες ψάχνω να βρω μία λύση. Μιλώντας με τον αρμόδιο του Δήμου κατάλαβα ότι το πρόβλημα οφείλεται στην λάθος σύνδεση της δήλωσης με το Ε9. Έτσι όλα τα μη ηλεκτροδοτούμενα (αποθήκες, γκαράζ) απορρίπτονται αυτομάτως. Η απάντηση της αρμόδιας του Υπουργείου Οικονομικών: «Δεν μ’ ενδιαφέρει εμένα τι πρόβλημα έχουν οι Δήμοι». Γιατί κανείς δεν διορθώνει το σφάλμα και υποχρεώνονται όλοι να κάνουν καινούργια δήλωση και να πληρώνουν διπλά; 

Επίσης το να κάθεσαι υπό βροχήν στην ουρά έξω από ένα ταχυδρομείο περιμένοντας (ένας μπαίνει - ένας βγαίνει) δεν είναι ό,τι πιο ευχάριστο. Δεν θα μπορούσαν να αυτοματοποιηθούν μερικές διαδικασίες (π.χ. πώληση γραμματοσήμων) για να μειωθεί η ταλαιπωρία.

Ωραία η ψηφιοποίηση του κράτους, αλλά κινδυνεύει από την έλλειψη ενημέρωσης και προώθησης. Κύριε Πιερρακάκη, έχετε κάνει σπουδαίο έργο – αλλά πρέπει να το «πουλήσετε» στο κοινό. Αλλιώς κινδυνεύει να χαθεί.


Κυριακή, Μαΐου 24, 2020

Ένας λογικός άνθρωπος


Στον κόσμο της πολιτικής υπάρχουν λογής-λογής άνθρωποι. Φιλόδοξοι (άφθονοι από δαύτους) υπερόπτες, εμπαθείς και φανατικοί, δολοπλόκοι και διαπλεκόμενοι, ικανοί και ανίκανοι, ιδεαλιστές και ρεαλιστές, συκοφάντες και διαβάλλοντες, ειλικρινείς και ψεύτες, εργατικοί και τεμπέληδες, κόλακες και υβριστές.

Όλοι έχουν ένα κοινό γνώρισμα: λατρεύουν την εξουσία – κάθε εξουσία από την ανώτερη μέχρι την ταπεινή, του σαδιστή μικροϋπάλληλου. Υπάρχουν για να ασκούν εξουσία, αυτή τους τρέφει, αυτή τους κινεί. Όταν βρίσκονται εκτός εξουσίας (π.χ. στην αντιπολίτευση) παθαίνουν μαρασμό και κατάθλιψη.

Το κακό είναι πως αυτός ο κόσμος της πολιτικής είναι ο κόσμος που διοικεί μία χώρα. Και πως, από μια περίεργη σύμπτωση, μέσα σε αυτό τον κόσμο θα βρεις ελάχιστους κανονικούς και ισορροπημένους ανθρώπους, από αυτούς που συναντάς σε όλες τις πλευρές της ζωής. Είτε η πολιτική ζωή ασκεί έλξη σε μη κανονικούς ανθρώπους – είτε αλλοιώνει και παραμορφώνει τα χαρακτηριστικά των ανθρώπων που προσφεύγουν σε αυτή.

Έτσι, μετά από πολλά χρόνια εμπειρία αυτού του χώρου, έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο ιδανικός πολιτικός είναι ένας απλός, κανονικός άνθρωπος. Δεν είναι ανάγκη να είναι μεγαλοφυής, ούτε καν ιδιοφυής. Ούτε χαρισματικός. Οι χαρισματικοί είναι επικίνδυνοι αν χρησιμοποιούν το χάρισμά τους λανθασμένα. Οι οραματιστές επίσης – εκατομμύρια υπήρξαν τα θύματά τους τον τελευταίο αιώνα.

Όχι – ένας απλός καθημερινός άνθρωπος, κοινός, συνηθισμένος αλλά με μία διαφορά. Ότι θα πίστευε στον εαυτό του, στις κοινές αλλά υγιείς απόψεις του, και ότι θα είχε σαν βασικό κανόνα και σύμβουλο την λογική. Την απλή λογική – ή αν ακόμα θέλετε τον κοινό νου (common sense, που λένε οι Άγγλοι).

Αλίμονο: οι κοινός νους είναι το λιγότερο κοινό πράγμα στον κόσμο. Αλλά είναι σωτήριος. Είναι το άσφαλτο κριτήριο του σωστού και του λάθους. Δεν σε αφήνει να παρασύρεσαι προς ιδεοληψίες που μπορεί να γοητεύουν, αλλά συνήθως καταστρέφουν.

Αν αναλύσετε την ιστορία της πατρίδας μας θα βρείτε πολλά παραδείγματα. Και θα απορήσετε. Τι είδους κοινό νου είχαν οι άνθρωποι που έκαναν πράγματα εντελώς παράλογα όπως ο πόλεμος του 1897, η Μικρασιατική Εκστρατεία, ή το Πραξικόπημα του 74 στην Κύπρο.

Όλα αυτά τα γράφω επειδή, για πρώτη φορά μετά από τόσες περιπέτειες και δοκιμασίες, επί κεφαλής του Ελληνικού Κράτους υπάρχει ένας άνθρωπος απλά λογικός. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν είναι χαρισματικός ηγέτης, ούτε συναρπαστικός ρήτωρ, ούτε γοητευτικός αρχηγός. Είναι ένας σωστός, μετρημένος και πρακτικός άνθρωπος. Έχει την παιδεία που χρειάζεται ένας σύγχρονος καταρτισμένος πολιτικός, ξέρει να επιλέγει συνεργάτες, έχει επεξεργαστεί αρκετά μεταρρυθμιστικά σχέδια και αντέχει τα δύσκολα. Το είδαμε στην πράξη μέσα στην πανδημία.

Ακούω φωνές: πως είμαι δεξιός, φασίστας, νεοφιλελεύθερος, κλπ. Πρέπει να πω ότι ουδέποτε στη ζωή μου ψήφισα Δεξιά (εκτός από τις τελευταίες εκλογές). Πάντα ήμουν κεντρώος. Στις πρώτες και τις δεύτερες εκλογές μετά την Μεταπολίτευση υπήρξα σύμβουλος του Γεώργιου Μαύρου (ο οποίος σπάνια ακολουθούσε τις συμβουλές μου). Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής με τιμούσε με την φιλία του, αλλά ήξερε πως ποτέ δεν τον είχα ψηφίσει. Αργότερα ακολούθησα τον Στέφανο Μάνο στις ατυχείς του εξορμήσεις γιατί είχε σωστά σχέδια για απαραίτητες μεταρρυθμίσεις – αυτές που 
τόσο φοβούνται οι Έλληνες. (Γιατί άραγε;)

Είναι πολύ νωρίς ακόμα για να κρίνει κανείς τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Η αρχή της πολιτείας του ξεκίνησε με εφιάλτη, αλλά εξελίχθηκε σε εντυπωσιακό επίτευγμα. Πάντως η παρουσία του με κάνει να νιώθω σιγουριά: ότι επικεφαλής του κράτους μας υπάρχει ένας λογικός άνθρωπος. Και σε μία χώρα που κυβερνούσε συχνά ο παραλογισμός – αυτό είναι μία μεγάλη παρηγοριά.

Μαζί με την εξαίρετη νέα μας πρόεδρο – εξίσου λογική, αλλά ίσως πιο τολμηρή – αποτελούν ένα σπάνιας ποιότητας ηγετικό συνδυασμό. Ας τους ευχηθούμε καλή τύχη, για το καλό όλων μας.

Κυριακή, Μαΐου 17, 2020

Ποιος ενισχύει τους Έλληνες συγγραφείς;


Ακούγοντας την κυρία Μενδώνη να μιλά για τους άνεργους (και συνεπώς άφραγκους) καλλιτέχνες που έπληξε ο κορονοϊός: Ηθοποιούς, μουσικούς, χορευτές, τραγουδιστές, σκηνοθέτες, σκηνογράφους, εικαστικούς… σκέφθηκα το δικό μου συνάφι – τους συγγραφείς.

Γι’ αυτούς δεν ακούσαμε τίποτα. Αυτοί δεν παράγουν πολιτισμό; Τα Νόμπελ από ποιητές τα πήραμε. Το πιο διεθνές μας όνομα είναι ο Καβάφης.

Θα μου πείτε πως μέσα στην καραντίνα, τα δικτυακά βιβλιοπωλεία πουλούσαν άνετα.

Αλλά ό,τι και να πουλούσαν, τα έσοδα ενός συγγραφέα στην Ελλάδα είναι αστεία. Οι ποιητές μάλιστα (η μεγάλη μας δόξα) όχι μόνο δεν κερδίζουν αλλά οι περισσότεροι πληρώνουν για να εκδοθούν. Έτσι αναγκάζονται να ασκούν κι άλλο επάγγελμα που τους εξασφαλίζει τα προς το ζην. Δεν γνωρίζω κανένα σοβαρό Έλληνα συγγραφέα που να ζει από τα βιβλία του.

(Εκτός από κάτι ροζ κυρίες…γι’ αυτό διευκρίνισα: ‘σοβαρό συγγραφέα’).

Θέλετε να μάθετε τι κερδίζει ένας επιτυχημένος μας συγγραφέας; Η μέση λιανική τιμή ενός βιβλίου στην Ελλάδα είναι 15€. Το συγγραφικό δικαίωμα ήταν 15% αλλά με την κρίση οι περισσότεροι εκδότες το κατέβασαν στο 12%. Άρα από κάθε βιβλίο που πωλείται, ο συγγραφέας παίρνει 1,8€.

Ας δεχθούμε τώρα ότι το βιβλίο πετυχαίνει και κάνει πολλές εκδόσεις (το σωστό είναι «ανατυπώσεις»). Ας πούμε ότι πουλάει 10.000 αντίτυπα. (11 εκδόσεις των 800 + 1200 η πρώτη). Σύνολο εσόδων 18.000€.

Ο μέσος χρόνος για την συγγραφή ενός βιβλίου, για έναν άνθρωπο που ασκεί και άλλο επάγγελμα, είναι περίπου δύο χρόνια. Άρα επιμεριζόμενη, η αμοιβή του συγγραφέα είναι 750 το μήνα. Κι αν θέλει ασφάλιση και αργότερα σύνταξη, θα πρέπει να αφαιρέσουμε τουλάχιστον 250€.  Οικογένεια με 500€ το μήνα;

Και εδώ μιλάμε για ένα επιτυχημένο βιβλίο. Ελάχιστα σοβαρά βιβλία πουλάνε 10.000 αντίτυπα. Τα περισσότερα αγωνίζονται να φτάσουν στην δεύτερη έκδοση…

Άρα, επάγγελμα! Δικηγόρος, γιατρός, διπλωμάτης, διαφημιστής, αρχιτέκτων, δημοσιογράφος… και όλίγον συγγραφεύς.

Ένα προσωπικό παράδειγμα: Όπως σχεδόν όλοι οι συγγραφείς, τα πρώτα μου βιβλία τα πλήρωσα από την τσέπη μου – ήταν ποίηση και δοκίμια, άνευ εμπορικού ενδιαφέροντος. Μετά ήρθε το πιο επιτυχημένο μου βιβλίο, γνωστό σε πολλούς,  (βρίσκεται τώρα στην 39η ανατύπωση). Από την 1η, μέχρι την 13η (και λόγω ζήτησης, οι ανατυπώσεις τότε ήταν των 10.000 ή 5000 αντιτύπων) δεν είχα εισπράξει δραχμή! 

Κάποτε ο δεύτερος εκδότης μου, δέησε να μου δώσει μία μεταχρονολογημένη επιταγή ενός εκατομμυρίου δραχμών. (Αντιστοιχούσε στο μισό του χρέους). Όταν πήγα να την εισπράξω, ήταν ακάλυπτη! Την έχω φυλάξει για ενθύμιο.

Δεν είναι λοιπόν μόνο που δεν αμείβονται καλά οι συγγραφείς μας – συχνά δεν εισπράττουν, είτε εγκαίρως, είτε καθόλου. Και μην νομίζετε πώς είναι μόνον ελληνικό έθιμο. Το ίδιο βιβλίο μου μεταφράστηκε σε δέκα γλώσσες. Κριτικές διθύραμβοι, αλλά χρήμα μηδέν. 

Από τους δέκα μεγάλους ξένους εκδότες μόνον ο Γερμανός στέλνει κάθε χρόνο λογαριασμό. Ο Γάλλος, εκτός από την πρώτη έκδοση έβγαλε και δεύτερη σε σχήμα τσέπης για περίπτερα και αεροδρόμια – αλλά ούτε φράγκο! Ο Ιταλός κλάφτηκε ότι πούλησε μόνο 172 αντίτυπα. (Η Ιταλία έχει 18000 βιβλιοπωλεία και όπως μου είπε η  Ελληνολάτρις συγγραφέας Andrea Marcolongo  για χρόνια το βιβλίο ήταν στις βιτρίνες). Στην Κολομβία και στην Χιλή το βιβλίο πήρε διακρίσεις, αλλά ο Ισπανός εκδότης (ο μεγαλύτερος) που καλύπτει και την Νότια Αμερική, ισχυρίζεται ότι δεν πούλησε τίποτα.

Έξω, βεβαίως, οι ξένοι συγγραφείς εκπροσωπούνται από ατζέντηδες, μεγάλα οργανωμένα γραφεία με δικηγόρους, που ελέγχουν εκδότες και βιβλιοπωλεία. Τα δικαιώματα τους είναι ιερά και απαραβίαστα (και όχι «κλοπυράιτ», που έλεγε η Ελένη Βλάχου). Άλλωστε οι ξένοι έχουν και άλλα έσοδα. Μία σειρά διαλέξεις σε Αμερικανικά πανεπιστήμια μπορεί να σε θρέψει δύο χρόνια. Οι συνεντεύξεις πληρώνονται αδρά, όπως και οι συνεργασίες σε έντυπα.

Ενώ εδώ: Το ελληνικό κράτος βάζει κείμενά μας στα σχολικά βιβλία, μεταδίδει έργα μας από το κρατικό ραδιόφωνο – και όχι μόνο δεν πληρώνει… Ούτε ζητάει άδεια – ούτε καν μας ενημερώνει!

Πριν μερικά χρόνια έστησε το ΕΚΕΒΙ (Ελληνικό Κέντρο Βιβλίου) που έμεινε  στις καλές του προθέσεις.

Να ενισχυθούν εκατό φορές όλες οι τέχνες. Αλλά  μην ξεχνάτε και το βιβλίο, αυτό το αποπαίδι του Ελληνικού Πολιτισμού...

Κυριακή, Μαΐου 10, 2020

Το θαύμα της Λιλιπούπολης

Μπορεί να ξεκίνησε σαν παιδική ραδιοφωνική εκπομπή, αλλά βαθμιαία η Λιλιπούπολη έγινε κάτι άλλο: το πιο αξιόλογο συλλογικό καλλιτεχνικό έργο που δημιουργήθηκε στην Ελλάδα τα τελευταία πενήντα χρόνια.

Πρώτη φορά σε αυτή τη χώρα του Εγώ, τόσοι σημαντικοί δημιουργοί συνεργάστηκαν αρμονικά, σαν ένας άνθρωπος, και έχτισαν ένα έργο που ξεχειλίζει από ταλέντο, ποίηση, ευρηματικότητα και φαντασία. Πράγμα που οφείλεται και στον Μάνο Χατζιδάκι – αν δεν ήταν αυτός διευθυντής του Τρίτου – δεν θα είχε μακροημερεύσει η εκπομπή.

Προσέξτε τα ονόματα:
Τέσσερεις συνθέτες: Λένα Πλάτωνος, Νίκος Κυπουργός, Δημήτρης Μαραγκόπουλος, Νίκος Χριστοδούλου, μελοποιούσαν τα υπέροχα τραγούδια της Μαριανίνας Κριεζή (όλοι οι στίχοι δικοί της) που τα τραγουδούσαν οι Σπύρος Σακκάς, Σαβίνα Γιαννάτου, Αντώνης Κοντογεωργίου, Νένα Βενετσάνου, Μαριέλλη Σφακιανάκη και άλλοι, με διευθυντή ορχήστρας τον Βύρωνα Φιδετζή. Τα κείμενα ήταν συνεργασία πολλών αλλά ξεχώριζαν το χιούμορ της Άννας Παναγιωτοπούλου και η μαγεία της Μαριανίνας. Ηθοποιοί: Βασίλης Μπουγιουκλάκης, (αθάνατος Χαρχούδας!) Άννα Παναγιωτοπούλου, Σταμάτης Φασουλής, Λευτέρης Βογιατζής, Σαπφώ Νοταρά, Λυδία Κονιόρδου, Αλέκα Παΐζη, Μίρκα Παπακωνσταντίνου, Ράνια Οικονομίδου, Πέπη Οικονομοπούλου, Μίνα Αδαμάκη, Θόδωρος Μπογιατζής, Νίκος Τσιλούνης, Σταύρος Μερμήγκης, Λάμπρος Τσάγκας και Μίμης Χρυσομάλλης – όλοι σε μία βασική ιδέα της Ελένης Βλάχου και της Ρεγγίνας Καπετανάκη..

Τόσο ταλέντο. Τόσο ταλέντο χώρεσε σε μία εκπομπή!

Αυτά τα έγραφα το 2013 – όταν μερικοί αποφάσισαν να «αναβιώσουν» την εκπομπή, πράγμα που φυσικά δεν πέτυχε. Τα θαύματα δεν επαναλαμβάνονται.

Ήμουν μάλλον ο πρώτος που την πήρε στα σοβαρά, ο πρώτος που έγραψε γι αυτήν το 1979: «Οι στίχοι των λυρικο-ονειρικών τραγουδιών της Λιλιπούπολης αποτελούν μέγιστο γεγονός για τη νεότερη ποίηση μας. Ελληνικότατη — σε δεύτερη Χατζιδακική γενιά — και ή γοητευτική μουσική τους, πού προεκτείνει την παράδοση του νέου ελληνικού Lied. [] Και πέρα από την ποιητική φαντασία, ένα διαβολεμένο σατιρικό πνεύμα παρωδεί και διασύρει τα πάντα».

Αυτό το σατιρικό πνεύμα ήταν βόμβα στα θεμέλια του θαύματος. Οι Νέο-Έλληνες δεν αντέχουν την σάτιρα. Ιδιαίτερα την πολιτική.
Κι όταν σταμάτησε πριν 40 χρόνια (δεν τον άντεχαν πιά τον Χατζιδάκι, ακόμα και οι προστάτες του) έγραψα κάτι άλλο:

Στην αρχή ένιωθα περίεργα μόνος. Ήταν το αντίστροφο ενός ταξιδιού. Δεν είχα αφήσει πίσω μου έναν κόσμο — με είχε εγκαταλείψει εμένα ένας ολόκληρος κόσμος.

Ή απουσία γινόταν κάθε μέρα και πιο οδυνηρή. Δεν μου έλειπαν μόνον οι άνθρωποι — μου έλειπαν οι δρόμοι, οι πλατείες, τα αντικείμενα, τα τοπία. Νοσταλγούσα το Λιλιγρό, το δάσος Άρες Μάρες Κουκουνάρες, τον Φίστικο, τη λεωφόρο της Γαλάζιας Πεταλούδας — ως και αυτον τον Σιδερομάσσα.

Βέβαια πιο σκληρή ήταν ή απουσία των ηρώων μου: Πώς να αντικαταστήσω τον Χαρχούδα, τον Δυστροποπιγγα, τον Δόκτορα Δρακατώρ; Ως και την κυρία Φωτεινή (πού κάνει σούπα κοκκινή) και την Κινέζα της μαγιονέζας είχα επιθυμήσει. Για να μη μιλήσουμε για τον Παπαγάλο ή τον Μπέμπαντα...

Ναι, μου έλειπε ή Λιλιπούπολη ! Ή στέρηση της με είχε απορυθμίσει εντελώς. Δεν είχα πια που να ξεφορτώσω τα νεύρα μου ή τα όνειρά μου. Για καιρό ένιωθα σαν θεριακλής πού του κόψανε το τσιγάρο.

Είχα πάθει εθισμό με αυτή την εκπομπή. Πρώτη φορά στη ζωή μου παρατούσα τα πάντα για να την ακούσω.

Μέχρι που κατάλαβα πως η Λιλιπούπολη είχε ήδη αλλάξει τον κόσμο για μένα. Δεν την νοσταλγώ πια – την ζω. Αυτοί πού την πολέμησαν, χάθηκαν. Αυτοί πού τη σταμάτησαν θα έχουν καιρό ξεχαστεί όταν τα τραγούδια της Λιλιπούπολης θα τραγουδιούνται ακόμη ! Αλλά οι τύποι που δημιούργησε κυκλοφορούν ακόμα γύρω μας, αιώνιοι!

Ναι, Δήμαρχε! Ναι, Μπίξ-Μπίξ! Ναι, Γλυκόσαυρε! Κερδίσατε! Εσείς το τραγουδήσατε, δεν το πιστέψαμε, μα τώρα το ζούμε:

Γύρισα, ταξίδεψα πολύ
κι όλος ο κόσμος, είναι για μένα,
μια Λιλιπούπολη...

Ναι, Δυστροπόπιγγα, ναι, Πιπινέζα, ναι, Δρακατώρ: χάρη σε σας το τραγούδι βγήκε αληθινό. Όλος μου ο κόσμος έγινε μια Λιλιπούπολη!

(Ευχαριστίες στον κ. Γιώργο Αλλαμανή που μου θύμισε την επέτειο).

Κυριακή, Μαΐου 03, 2020

«Για μας κελαηδούν τα πουλιά…»*


Προβλέπω, με το τέλος της «Καραντίνας» (δεν προφέρεται καραdiνα – κάποτε θα γράψω ένα μικρό δοκίμιο για προφορές όπως σαbάνια, στούndιο, κλπ. αφιερωμένο στην μνήμη του Τάκη Χορν, που ανατρίχιαζε στο άκουσμά τους) προβλέπω λοιπόν πως οι συζητήσεις θα έχουν το λάιτ-μοτίφ των διακοπών: «Εσείς, πώς τα περάσατε;»

Όπως και στις διακοπές, οι απαντήσεις θα είναι ως επί το πλείστον ανειλικρινείς. Ούτε για τους καυγάδες θα μιλάνε, ούτε για τα μαλλιοτραβήγματα. Ούτε για τον έξαλλο πατέρα ο οποίος κόντεψε να βιαιοπραγήσει στον γιό, που του έκλεβε την ευρυζωνική συχνότητα στο streaming, ούτε για την μητέρα που βρήκε τα καλλυντικά της ρημαγμένα από τις απόπειρες της κόρης να μεταμορφωθεί σε μακιγιέζ από τα έντεκα χρόνια της.

«Ωραία περάσαμε, διαβάζαμε βιβλία, παίζαμε παιχνίδια επιτραπέζια, πηγαίναμε περιπάτους…»  Στην πραγματικότητα έβλεπαν τηλεόραση από πολλές πηγές: κινητό, τάμπλετ, λάπτοπ – ενίοτε και τον δέκτη.... Περίμεναν με ανυπομονησία να ακούσουν τον Τσιόδρα και το πολεμικό ανακοινωθέν (απολογισμό των θυμάτων της μάχης με το κορόνο-τέρας). Έχασαν αρκετά από τα πρώτα ανακοινωθέντα ψάχνοντας να βρουν την συχνότητα της ΕΤ1 που είχαν χρόνια να την ανοίξουν…

(Χρόνια είχε να δει η Κρατική Τηλεόραση τέτοιες μετρήσεις θεαματικότητας  - ίσως μόνο πριν ξεμυτίσουν τα ιδιωτικά κανάλια). Αλλά ο Τσιόδρας έγινε σούπερ-σταρ. Οι άνθρωποι όταν μιλάνε γι αυτόν νιώθουν δέος. Πιστεύω ότι αυτό οφείλεται σε ένα συνδυασμό κύρους, ικανότητας και σεμνότητας, που δεν έχει ξαναφανεί σε ελληνικό κανάλι.

Ίσως η γνωριμία με έναν τέτοιον άνθρωπο να αποτελεί το πιο σημαντικό μάθημα που θα μας αφήσει η πανδημία. Το δεύτερο είναι η αίσθηση της αβεβαιότητας και παροδικότητας, που θα μας κατέχει για καιρό. Γράφω αυτό το κείμενο την Τρίτη 28 Απριλίου και δεν ξέρω αν θα είμαι σε θέση και διάθεση να το διαβάσω την Κυριακή 3 Μαΐου, που θα δημοσιευθεί.

Κι όσο θα ελευθερώνονται οι άνθρωποι, κι όσο θα αποκαθίσταται η «κανονικότητα» (τι λέξη!) τόσο θα αυξάνει και η αβεβαιότητα. 

Μέσα στους τέσσερεις τοίχους του σπιτιού σου, περιβαλλόμενος από αντισηπτικά και άλλα προφυλακτικά, ένιωθες ασφαλής. Αλλά ο κόσμος έξω είναι γεμάτος μυριάδες ανθρώπους και κάθε ένας τους είναι ύποπτος. Η ονομασία «ασυμπτωματικός φορέας»  μου θυμίζει την Κατοχική φράση: «Συνεργάτης των Γερμανών». Δηλαδή κάποιος που μπορούσε να σε στείλει στον χαμό σου.

Τι θέλω να κρατήσω από την καραντίνα: το κελάηδημα των πουλιών. Κάθε μέρα περπατούσαμε  δύο με τρία χιλιόμετρα μέσα σε άλσος. (Λόγος εξόδου: Κωδικός 6). Τα πουλιά, όλη μέρα, τρελαμένα. Ποτέ δεν τα έχω ακούσει να κελαηδάνε τόσο πυκνά και τόσο δυνατά. Σε ζάλιζε αυτό το ξέφρενο κελάηδημα. 

Ναι, ήταν άνοιξη, ναι κάθε άνοιξη κελαηδούν τα πουλιά – αλλά αυτή τη φορά ήταν διαφορετικά. Σαν κάτι να ήξεραν τα πουλιά, σαν κάτι να ήθελαν να μας πουν.

Σαν να μας έλεγαν: «Ακούστε μας καλά. Μπορεί αυτή να είναι η τελευταία σας άνοιξη. Στον άλλο κόσμο, μάλλον θα έχει μόνο σιωπή». Σιωπή και σκοτάδι – δηλαδή το μηδέν.

Α, ναι – διάβασα και κάτι βιβλία – ούτε τα μισά από όσο σκόπευα να διαβάσω. Άκουσα και μουσική – πολλή μουσική. Αλλά έχω (ελπίζω να έχω) καιρό. Δεν μας βλέπω να κάνουμε διακοπές φέτος. 

Τα ανίψια μας, για τα οποία είχαμε νοικιάσει μαζί ένα σπίτι σε νησί, δεν θα αποτολμήσουν να κάνουν το πιο μακρινό αεροπορικό ταξίδι.

Ελπίζω όμως τα πουλιά να τραγουδάνε ακόμα. Και να τα ξαναχαρώ κι άλλες χρονιές.

Ξέρετε: έχω ακούσει φέτος τόσες φορές πως είμαι "ευάλωτος και ευπαθής", που κοντεύω να το πιστέψω…

*(Το τραγούδαγε, όταν ήμουν παιδί, ο Νίκος Γούναρης. Στίχοι: Νίκος Φατσέας, Μουσική: Μιχάλης Σουγιούλ)

Κυριακή, Απριλίου 26, 2020

Η αμηχανία των πιστών


Όλες αυτές τις μέρες της πανδημίας και της καραντίνας σκέπτομαι τους πιστούς των διαφόρων θρησκειών. Οι άνθρωποι αυτοί πιστεύουν ότι ζούνε μέσα σε ένα οργανωμένο σύμπαν το οποίο δημιούργησε και κυβερνάει ένα υπέρτατο όν. Που έχει πολλά διαφορετικά ονόματα, αλλά ορισμένες σαφείς ιδιότητες: είναι παντοδύναμο, είναι πάνσοφο, και, στις περισσότερες περιπτώσεις, πανάγαθο.

Τώρα, πώς συμβιβάζεται ένα τέτοιο σύμπαν, με τον κορωνοϊό; Ο οποίος σκοτώνει, με φρικτό τρόπο, εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους σε αυτόν τον πλανήτη. Μία τέτοια κατάσταση μας επιστρέφει στα θρανία του γυμνασίου όπου το βασικό ερώτημα στον καθηγητή της Θεολογίας ήταν τα απλοϊκό αλλά άλυτο: «Αφού ο Θεός είναι παντοδύναμος και πανάγαθος, πώς επιτρέπει την ύπαρξη του Κακού στον κόσμο; Είτε δεν μπορεί να το καταργήσει (οπότε δεν είναι παντοδύναμος) είτε δε θέλει (οπότε δεν είναι πανάγαθος)».

Φιλοσοφία σπούδασα, και άρα ξέρω τις περισσότερες απαντήσεις που έχουν δώσει σοφοί θεολόγοι και φιλόσοφοι για πολλούς αιώνες. («Για να μας δοκιμάσει», «για να μας τιμωρήσει», κλπ.). 

Ολόκληρος κλάδος της φιλοσοφίας ονομάζεται «Θεοδικία» (Δίκη του Θεού) με κορυφαίο το ομώνυμο σύγγραμμα του Leibnitz (1710) που κορόιδευε ο Βολταίρος. Εκεί ο Leibnitz υποστηρίζει ότι ο Θεός έφτιαξε «τον καλύτερο των δυνατών κόσμων» όπου τα Δεινά ήταν απαραίτητα για την ανάδειξη του Καλού. Καμία από αυτές τις θεωρίες δεν με έχει πείσει – ιδιαίτερα εκείνη που μιλάει για τιμωρία στις αμαρτίες μας. Δεν καταλαβαίνω καν την έννοια της αμαρτίας. Είναι μία εφεύρεση Ιουδαϊκή (ειδικά το «προπατορικό αμάρτημα», που υποδουλώνει όλους τους ανθρώπους). Οι αρχαίοι έλληνες δεν γνώριζαν την λέξη με αυτή την έννοια.

Γι αυτό και το μόνο που μπορώ να κάνω, είναι να αμφιβάλλω. Δεν με πείθει η ιδέα ενός σύμπαντος που δημιουργήθηκε από ένα υπέρτατο ον, το οποίο και ευθύνεται για την (καλή ή κακή) λειτουργία του. Είμαι άθεος; Όχι, απαραιτήτως. Είμαι αγνωστικιστής: δηλαδή ένας σκεπτόμενος άνθρωπος, που έχει μόνο ερωτήματα για τα μυστήρια της ζωής και του σύμπαντος. Όχι τα επιστημονικά (αυτά σιγά σιγά τα απαντάμε) αλλά τα ερωτήματα περί του νοήματος. Αυτά για τα οποία ο Camus γράφει: «Ο άνθρωπος ρωτάει, το σύμπαν δεν απαντάει».

Ποιο είναι το νόημα μια ζωής που, όπως κι αν την ζήσεις, θα τελειώσει απαρέγκλιτα με θάνατο. («Καμιά ζωή δεν έχει Happy End»). Ποιο είναι το νόημα ενός σεισμού,  ενός τσουνάμι, ενός καρκίνου, μιας πανδημίας;

Πώς είναι δυνατόν οι ίδιες οι θρησκείες να αποτελούν κίνητρο πολέμων και σφαγών, όταν όλοι οι θεοί τους διδάσκουν την καλοσύνη. Και ακόμα χειρότερα: πώς γίνεται οι οπαδοί της ίδιας θρησκείας να αντιμάχονται μεταξύ τους (Μουσουλμάνοι: Σιίτες και Σουνίτες, Χριστιανοί: Καθολικοί και Διαμαρτυρόμενοι – ποιος ξεχνά την «Νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου;») Ακόμα και οι πιο ειρηνόφιλοι πιστοί, οι Βουδιστές, πήραν όπλα και διαπράττουν γενοκτονίες!

Και οι τρεις θρησκείες οι συγγενικές, που μοιράζονται τους Αγίους Τόπους τους,  ερίζουν και πολεμάνε; (Σταύρος Ζουμπουλάκης: «Άσπονδοι Αδελφοί»!)

Κάτι δεν πάει καλά με την ανθρωπότητα. Σίγουρα φταίμε κι εμείς, που δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε και να συμφωνήσουμε σε βασικά θέματα όπως η κλιματική αλλαγή. Αλλά ο κόσμος είναι σε άθλια κατάσταση, πέρα από τις δικές μας διαφωνίες. Κι ενώ χάρη στην επιστήμη και την τεχνολογία έχουμε νικήσει δεκάδες αρρώστιες, έχουμε διπλασιάσει το προσδόκιμο επιβίωσης του ανθρώπου, προχωρούμε προς την εξάλειψη της πείνας και της απόλυτης φτώχειας – η τύχη (ή ο Θεός;) μας στέλνουν μία πανδημία που όμοιά της δεν έχει γνωρίσει η ανθρωπότητα.

Προσπαθώ να μπω στη θέση ενός πιστού Χριστιανού που προσεύχεται στον Θεό του. Τι του ζητάει; Να τον προστατέψει από την πανούκλα; Αλλά από πού και γιατί προέκυψε αυτή;

Γι αυτό και συμπάσχω, εγώ ο άπιστος, με όλους τους πιστούς, στην εναγώνιά τους αμηχανία.

Σάββατο, Απριλίου 18, 2020

Το Πάσχα, η Πόρσε και η πρώτη πίτσα


(Μια παλιά ιστορία που αφιερώνω σε όσους δεν θα απολαύσουν φέτος τον οβελία τους).

Εξήντα χρόνια πίσω. Είμαι στην Γερμανία. Ο φίλος μου Bodo B., σκηνοθέτης πολύ επιτυχημένος στον τομέα των ντοκιμαντέρ και βιομηχανικών ταινιών, έχει αποκτήσει την πρώτη του Πόρσε. Είναι το κλασικό πια μοντέλο 356 A, κάμπριο, αυστηρά διθέσιο και θορυβώδες. Στην πραγματικότητα είναι ένα διασκευασμένος και «πουσαρισμένος» αερόψυκτος Φολκσβάγκεν σκαραβαίος. (Κι αυτός δημιούργημα του δόκτορος Πόρσε).

Μια Κυριακή πρωί με παίρνει τηλέφωνο. Η φίλη του απουσιάζει (λίγο καιρό αργότερα τους πάντρεψα) είναι ωραία ημέρα, έχει κέφι για βόλτα και θέλει παρέα. Είμαι για μία περιήγηση στις Άλπεις;

Αν είμαι λέει! Πετάω την σκούφια μου!

«Πάρε μαζί και το διαβατήριό σου», μου λέει, «μπορεί να μπούμε στην Αυστρία».

Η Αυστρία από το Μόναχο απέχει περίπου 90 χιλιόμετρα. Ωραίος δρόμος, autobahn, η περιοχή εκτός από γραφικά χωριά διαθέτει το υψηλότερο βουνό των Γερμανικών Άλπεων (Zugspitze, τρεις χιλιάδες μέτρα) και ένα περιώνυμο καζίνο στο Garmisch-Partenkirchen όπου μερικοί Έλληνες φοιτητές έχαναν τα δίδακτρα που με κόπο τους έστελναν οι οικογένειες.

Φεύγουμε, ο καιρός είναι θαυμάσιος, μια ηλιόλουστη ανοιξιάτικη μέρα, αλλά ψυχρός λόγω υψομέτρου (ήδη το Μόναχο είναι στα 520 μέτρα και τα χωριά που λέμε να επισκεφθούμε είναι πάνω από 900 μέτρα). Ευτυχώς πρόλαβα να πάρω ένα σκούφο διότι ο Bodo επιμένει να έχει το κάμπριο ανοιχτό – και έχει δίκιο. Άμα κλείνεις την κουκούλα γίνεται αρκετά κλειστοφοβικό.

Συνειδητοποιώ ότι στην Ελλάδα είναι Κυριακή του Πάσχα και το λέω στον συνοδηγό μου ο οποίος δεν έχει ιδέαν από γιορτές και δεν ξέρει αν το δικό τους Πάσχα έχει ήδη περάσει ή έρχεται. (Έτσι κι αλλιώς το Πάσχα στην Γερμανία περνάει σχεδόν απαρατήρητο, αντίθετα με τα Χριστούγεννα, που είναι η μεγάλη γιορτή του χρόνου).

Φτάνουμε κάποτε στο ωραίο χωριό Ehrwald μέσα στο χιόνι, παρκάρουμε, παίρνουμε το τελεφερίκ και ανεβαίνουμε στην ψηλότερη κορφή του βουνού. Υπέροχο το πανόραμα όλων σχεδόν των Άλπεων.

Κατεβαίνουμε, είναι πια μεσημέρι, ψάχνουμε να βρούμε κάπου να φάμε. Ο φίλος ξέρει ένα καλό μαγαζί λίγο έξω από το χωριό. Μπαίνουμε στο αυτοκίνητο, αλλά το αυτοκίνητο δεν παίρνει μπρος. Βλάβη σε καινούργιο αμάξι;

Εγώ υποθέτω ότι επειδή μόνο δύο εβδομάδες το έχει ο Bodo, προφανώς δεν το ξέρει καλά και κάνει κάποιο λάθος. Ξεχνάμε το εστιατόριο, (το στομάχι μου όχι) και ψάχνουμε να βρούμε συνεργείο.

Ένα μόνο υπάρχει στο χωριό, όπως μαθαίνουμε, αλλά λόγω Κυριακής είναι κλειστό. Ο Bodo είναι έξαλλος και πανικόβλητος. 

Αρχίζουμε να ρωτάμε τους περαστικούς αν ξέρουν από Porsche. Αλλά πού να ξέρουν, είναι καινούργια μάρκα και νέο μοντέλο.

Προτείνω να τσιμπήσουμε κάτι και να συνεχίσουμε μετά την έρευνα – αλλά ο δυστυχής κάτοχος του αυτοκινήτου δεν ακούει τίποτα. Έχει περιπέσει σε βαθιά κατάθλιψη.

Κάπου στις πέντε το απόγευμα, ενώ αρχίζει να πέφτει το σούρουπο, κάνει άλλη μία προσπάθεια – και ω! του θαύματος το αμάξι παίρνει μπροστά. «Φεύγουμε» λέει ο οδηγός, «δεν ρισκάρω να το σβήσω, μπορεί πάλι να μπλοκάρει». Κοντεύω να λιποθυμήσω από την πείνα.

Στον δρόμο, είκοσι χιλιόμετρα πιο κάτω, υπάρχει ένα μεγάλο συγκρότημα με βενζινάδικο, μίνι μάρκετ, καφενείο και μικρό συνεργείο.

«Σταμάτα» του λέω, «εδώ έχει και συνεργείο αν χρειαστεί». Σταματάει, κατεβαίνουμε και ψάχνουμε τι μπορούμε να φάμε. Κανονικά η κουζίνα έχει κλείσει, αλλά ο Ιταλός σερβιτόρος μας προτείνει να μας φτιάξει μία πίτσα μεγάλη, για δύο. «Τον φούρνο για τις πίτσες δεν τον σβήνουμε όλη μέρα» μας λέει.

Κι έτσι έγινε, που εκείνο το Πάσχα, αντί για οβελία, έφαγα την πρώτη μου πίτσα. (Στο Μόναχο σπάνιζε ακόμα τότε η ιταλική κουζίνα – ήταν εξωτική και απρόσιτη για πτωχούς φοιτητές).

Ποτέ δεν μάθαμε γιατί μπλοκάρησε η Πόρσε… Ούτε το ξανάκανε.

Χρόνια Πολλά. Και του χρόνου ελεύθεροι!

Κυριακή, Απριλίου 12, 2020

Ο ταχυδρόμος πέθανε;


Δεν πρόκειται για το ωραίο τραγούδι του Μάνου Χατζιδάκι (που έγραψε ειδικά για την παράσταση του έργου «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε» - Πιραντέλλο, από τον θίασο Μυράτ) αλλά για τον ταχυδρομικό διανομέα της περιοχής μου, που έχω πολύ καιρό να τον δω.

Γνωρίζω πως τα ΕΛΤΑ βρίσκονται σε άθλια κατάσταση, πως τα χρέη τους είναι υπέρογκα και πως – θεωρητικά – περνάνε μία περίοδο εξυγίανσης και αναδιοργάνωσης. Αλλά μάλλον βρίσκονται σε φάση διάλυσης. Τραγικό βέβαια αυτό, γιατί ακριβώς αυτή η περίοδος του αποκλεισμού θα τους έδινε μία λαμπρή ευκαιρία να ανακάμψουν και να ανακτήσουν την παλιά τους αίγλη.

Σχεδόν οι μόνες εταιρίες που σήμερα προσλαμβάνουν προσωπικό και ανοίγονται είναι τα ιδιωτικά ταχυδρομεία. Έχω μήνες να συναντήσω ταχυδρόμο αλλά σχεδόν κάθε μέρα χτυπάει το κουδούνι ένας κούριερ – καμιά φορά και δύο. Εντελώς φυσικό, μία και σήμερα το μόνο εμπόριο που δουλεύει (εκτός από τα σούπερ-μάρκετ και τα φαρμακεία) είναι το ηλεκτρονικό. «Διπλασιάστηκαν οι αγορές μέσω Διαδικτύου» γράφουν οι εφημερίδες.

Αντίθετα τα ΕΛΤΑ κλείνουν τα καταστήματά τους και υπολειτουργούν. Εκεί που έπαιρνα 4-5 φακέλους την ημέρα, τώρα παίρνω ένα την εβδομάδα. Επιπλέον, ξαφνικά τριπλασίασαν τις τιμές τους! (Το απλό γράμμα που κόστιζε 0,72 λεπτά, ανέβηκε στα 2 ευρώ!). Στην περιοχή μου έκλεισε το κύριο κατάστημα χωρίς καμία ανακοίνωση και χωρίς να μας παραπέμψουν αλλού.  

Δύο παραδείγματα εξωφρενικά. Στις τρεις Μαρτίου ο φίλος νευρολόγος (αλλά και λογοτέχνης) Νώντας Τσίγκας μου έστειλε από την Θεσσαλονίκη ένα μικρό δέμα με ένα βιβλίο. Το χαρακτήρισε μάλιστα ως «επείγον». Σήμερα που γράφω είναι 7 Απριλίου και το δέμα… μόλις ήρθε. Σκεφθείτε να μην ήταν επείγον! Και με ταχυδρομική χελώνα να έφευγε από την Θεσσαλονίκη, θα είχε φτάσει πιο γρήγορα.

Σε ερώτησή μου γιατί άργησε τόσο πολύ πήρα την απάντηση: «απέλυσαν τον ταχυδρόμο» (εξ ου και η ερώτησή μου, μήπως πέθανε).

Όλο αυτό το μήνα το ταχυδρομείο Θεσσαλονίκης έλεγε πως το δέμα βρίσκεται στον προορισμό του – στο Ταχυδρομείο Ψυχικού. Το Ταχυδρομείο Ψυχικού έχει κλείσει. Το Ταχυδρομείο Νέου 
Ψυχικού δεν απαντούσε.

Άλλο παράδειγμα: Είμαι εδώ και 40 χρόνια συνδρομητής του αιωνόβιου εβδομαδιαίου Αγγλικού Περιοδικού TLS (Times Literary Supplement). Μέχρι πριν από πέντε μήνες ερχόταν τακτικά, με καθυστέρηση μιας εβδομάδος. Ξαφνικά έπαψε να έρχεται. Εντελώς. Μετά από δύο μήνες απουσίας έγραψα στην Αγγλία όπου με διαβεβαίωσαν ότι η αποστολή συνεχίζεται κανονικά. Εδώ, όταν ρώτησα, δεν ήξεραν τίποτα.

Ευγενέστατοι οι Άγγλοι μου ξανάστειλαν σε πακέτο όλα τα τεύχη που είχα χάσει. Και μετά, πάλι, δύο μήνες σιωπή. Ντρέπομαι να ξαναγράψω στην Αγγλία.

Μαζί με το TLS εξαφανίστηκαν και όλα τα άλλα περιοδικά. Αναρωτιέμαι: τι τα κάνουν; Τα πετάνε;

Ήδη πριν τον κορωνοϊό, φίλος γιατρός μου έλεγε πως όταν χρειάστηκε να στείλει  παραπεμπτικά του ΕΟΠΥ στους ασθενείς του μέσω ταχυδρομείου, μέχρι να φτάσουν είχε παρέλθει η προθεσμία εκτέλεσής τους.

Όταν συζητάω το θέμα με γνωστούς και φίλους, χαμογελάνε ειρωνικά. «Μα καλά, περιμένεις ο,τιδήποτε από τα ΕΛΤΑ;» είναι η συνηθισμένη τους αντίδραση.

Όχι πια, σκέπτομαι. Ο ταχυδρόμος τέλειωσε. Και φυσικά ποτέ δεν θα μάθεις ποια και πόσα γράμματα ΔΕΝ έλαβες.

Θα μου πείτε: εδώ έχουμε τόσα φλέγοντα προβλήματα – με τα ΕΛΤΑ ασχολείσαι; Ναι, αλλά ένα κράτος χωρίς ταχυδρομείο, είναι χωλό. Και θυμώνω όταν σκέπτομαι ότι χάνεται μία μοναδική ευκαιρία να επωφεληθούν από τον COVID-19 και να διαπρέψουν στο ηλεκτρονικό εμπόριο.

Μόλις λήξει (ελπίζω σύντομα) η πανδημία, θα πρέπει να βοηθηθούν όλες τις επιχειρήσεις που έχουν πληγεί από το κλείσιμο, για να ανακάμψουν. Ε, τα ΕΛΤΑ πραγματικά δεν θα δικαιούνται καμία βοήθεια. Δεν ξέρω αν φταίει η διοίκηση, η διαχείριση, ή ο συνδικαλισμός, (είχαν και κάτι απεργίες) αλλά το ότι απέτυχαν εκεί που όλος ο κλάδος τους άνθισε, είναι μοναδικό κατόρθωμα!

Κυριακή, Απριλίου 05, 2020

Μετάλλιο στους Ολυμπιακούς της Ζωής


Σε όλη μου τη ζωή, χωρίς να το ξέρω, ετοιμαζόμουνα για αυτό το σημαντικό και έκτακτο γεγονός. Βέβαια όταν μάζευα μυριάδες βιβλία, δίσκους, ταινίες, δεν το έκανα για να αντιμετωπίσω μία …πανδημία. Ούτε μου πέρασε από το νου, κι ας είχα δει τόσες ταινίες επιστημονική φαντασίας.

Το έκανα για μία άλλη ανημπόρια, που ήξερα πως θα με επισκεπτόταν σίγουρα. Τα γηρατειά. Κάποια εποχή (σκεπτόμουνα) που θα γεράσεις και δεν θα κυκλοφορείς πια πολύ, να έχεις γύρω σου τα έργα που αγάπησες και να μπορείς κάθε στιγμή να ξαναδείς (για δέκατη φορά) την «Καζαμπλάνκα» ή να ακούσεις (για πολλοστή φορά) τις σουίτες για σόλο βιολοντσέλο του Μπαχ με τον Καζάλς. Και να μπορείς να το κάνεις αμέσως.

Έτσι το σπίτι (και το μεγάλο του υπόγειο) έγινε αποθήκη έργων τέχνης. Χιλιάδες κομμάτια που κάποια στιγμή άρχισαν να ασφυκτιούν. Βρήκα μία λύση για τα βιβλία, που ήδη ξεκίνησαν να μεταναστεύουν προς την Εθνική Βιβλιοθήκη, με βάση μία δωρεά που θα ολοκληρωθεί μετά από μένα. Αλλά και πάλι δύσκολα κυκλοφορείς ανάμεσα στις συλλογές. Κινδυνεύεις να γκρεμίσεις πυραμίδες από  CD και DVD ή κρεμαστά και αιωρούμενα ράφια με τόμους.

Εντωμεταξύ πέρναγαν τα χρόνια και εγώ …δεν γερνούσα. Ηλικιακά σίγουρα είχα φτάσει στις ευπαθείς κατηγορίες, που αναφέρει ο καθηγητής Τσιόδρας, μια και περπατούσα στα 85. Αλλά δεν ένιωθα ότι είχα φτάσει στην φάση όπου ήθελα να κλειστώ στο σπίτι και να ξαναδώ παλιές αγαπημένες ταινίες ή να ξαναδιαβάσω τα μυθιστορήματα που πρόχειρα και βιαστικά είχα καταναλώσει στην εφηβεία μου. Αντίθετα ακόμα κυνηγούσα το καινούριο, το πρωτότυπο, το επαναστατικό.

Μέχρι που ήρθε ο Κορονοϊός και τα αναποδογύρισε όλα. Μπορεί να μην ένιωθα γέρος αλλά ή φύση αυτής της αρρώστιας που οδηγεί σε ασφυξία, με τρόμαζε. Δεν με φόβιζε τόσο η προοπτική του θανάτου, όσο οι διαδικασίες που προηγούνται προσπαθώντας να σε σώσουν από αυτού του είδους την τελευτή – αναπνευστήρες, μονάδες εντατικής, διασωληνώσεις… Είχα οραματιστεί έναν ειρηνικό και ανώδυνο θάνατο, σαν ελαφρό ύπνο, σε βαθιά γεράματα. Όπως βλέπουμε σε κάτι πίνακες παλιούς, με όλη την οικογένεια γύρω από το μεγάλο οικογενειακό κρεβάτι, να αποχαιρετάει.

Ας ελπίσουμε πως τελικά δεν θα με μολύνει ο κορονοϊός και θα αξιωθώ ένα θάνατο σαν αυτόν που οραματιζόμουνα. (Πριν πενήντα χρόνια ένας ζητιάνος στην Κρήτη που τον ελέησα, μου τον ευχήθηκε: «Να έχεις έναν ωραίο θάνατο, παλληκάρι μου!»). 

Αλλά για να μην με μολύνει ο οξαποδώ, πρέπει να κάτσω σπίτι. Θα έλεγε κανείς ότι οι συνθήκες είναι ιδανικές. Υπάρχει όλος αυτός ο θησαυρός που μάζευα από παιδί, αλλά υπάρχουν και φρέσκα πράγματα. Παραδείγματος χάρη το Netflix (ήμουν από τους πρώτους Έλληνες συνδρομητές του – πριν καν αρχίσει να εμφανίζει υποτίτλους).

Έλα όμως που μέσα μου αντιδρούσα. Και βέβαια ήθελα κάποτε να ξαναδώ την «Καζαμπλάνκα», αλλά όχι αναγκαστικά. Σίγουρα ήθελα να ξανακούσω τις σουίτες του Μπαχ – αλλά όταν μου ερχόταν το κέφι. Και τώρα το κέφι μου ήταν να πάρω το αυτοκίνητό μου και να κάνω μερικές «Ειδικές Διαδρομές» του κλασικού Ράλι Ακρόπολις. Και για αυτό δεν υπάρχει πρόβλεψη στο 13033.

Ας είναι. Οι άλλοι αντιδρούν κάνοντας παράνομο περίπατο σε παραλίες και προβλήτες. Τους καταλαβαίνω. «Αεί παίδες», αιώνια παιδιά οι Έλληνες, όπως μας αποκάλεσαν οι αρχαίοι Αιγύπτιοι ιερείς. Και τι κάνουν τα παιδιά; Αντιδρούν σε όλα τα κελεύσματα των μεγάλων. Ακόμα κι όταν είναι πιο μεγάλα από τους μεγάλους.

Από ότι κατάλαβα όμως – με τον ιό αυτό δεν παίζεις. Θα κάτσω σπίτι (πού είσαι Λουκιανέ!) και θα ακολουθήσω όλες τις εντολές του μειλίχιου καθηγητή Τσιόδρα και του αυστηρού υφυπουργού Χαρδαλιά. Και σας παροτρύνω, αγαπητοί αναγνώστες, να κάνετε το ίδιο.

Ακόμα και για εθνικούς λόγους. Λίγο είναι να βλέπεις τις ολέθριες καμπύλες των άλλων να ανεβαίνουν και την δική μας να μένει χαμηλή; Σε αυτούς τους ιδιότυπους Ολυμπιακούς Αγώνες Ζωής, θα ήταν σπουδαίο να παίρναμε ένα μετάλλιο!


Κυριακή, Μαρτίου 29, 2020

ΣΚΑΛΑΘΥΡΜΑΤΑ 2


(“Σκαλάθυρμα” (το) πρόχειρο λογοτεχνικό ή επιστημονικό έργο: π.χ. στιχουργικό σκαλάθυρμα. Ετυμολογία: αρχική σημασία «μικρολεπτομέρεια» < σκαλαθύρω «σκάβω» < σκάλλω «σκαλίζω» + αθύρω «παίζω» (βλ. λ. Άθυρμα = παιχνίδι).

ΔΗΜΟΣΚΟΠΗΣΗ: Το 83% των Ελλήνων φοβάται τον ιό. Εγώ, πιο πολύ κι από τον ιό φοβάμαι αυτούς που (λένε ότι) δεν τον φοβούνται. Και επιδεικνύουν τον ηρωισμό τους κάνοντας χιούμορ όπως ο Τραμπ, ή η ξανθιά σφουγγαρίστρα από το Λονδίνο.

ΈΜΕΙΝΑ άναυδος όταν είδα (σε φωτογραφία) το σπίτι όπου μένει η Άνγκελα Μέρκελ. Μία ροζ πολυκατοικία, χωρίς μπαλκόνια από αυτές που έχτιζαν βιαστικά οι Γερμανοί μετά τον πόλεμο για να στεγαστούν και να γεμίσουν τα χαίνοντα οικόπεδα που είχαν αφήσει οι βομβαρδισμοί. (Σε κάθε τετράγωνα δύο ως τρία).

(Μάλιστα στο Μόναχο όπου έζησα και σπούδασα είχε συμβεί το εξής: επειδή υπήρχε έλλειψη ανδρών, οι γυναίκες συνασπίστηκαν, πήραν καρότσια που τα γέμιζαν με ερείπια και τα άδειαζαν εκεί που είναι σήμερα το Ολυμπιακό Στάδιο (και η έδρα της Μπάγερν) σχηματίζοντας ένα λόφο. Υπάρχει ακόμα καλυμμένος με πράσινο γρασίδι. Τις ονόμαζαν Schuttfrauen (οι γυναίκες των ερειπίων) και ο λόφος λεγόταν Schutthaufen.

Λοιπόν σε μία τέτοια πολυκατοικία χωρίς μπαλκόνια εμένα κι εγώ τρία χρόνια. Δεν είχε ούτε ασανσέρ και το μικρό μου διαμέρισμα ήταν στην σοφίτα – στον έκτο όροφο. Ανέβαινα μονορούφι τα σκαλιά με μίαν ανάσα…

(Σχόλιο της γυναίκας μου  όταν είδε την φωτογραφία: «Καλά, σε εργατική πολυκατοικία μένει;»).

ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗ ΓΕΡΜΑΝΙΑ:  Μιλώντας για τον κορονοϊό η Μέρκελ τον παρομοίωσε με τον δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο. Πολλά ειρωνικά σχόλια γράφτηκαν γι αυτή την παρομοίωση (π.χ. «ας μην τον κάνατε!»).

Προφανώς η Μέρκελ δεν ήταν οπαδός του Χίτλερ αφού γεννήθηκε δέκα χρόνια μετά τον θάνατό του κι έζησε τα νεανικά της χρόνια στην ανατολική Γερμανία. Όταν μιλούσε για τον δεύτερο παγκόσμια εννοούσε αυτά που έζησαν οι Γερμανοί μετά την ήττα τους.

Έχοντας ζήσει κι εγώ την κόλαση της μεταπολεμικής Γερμανίας με τα γκρεμισμένα σπίτια σε κάθε τετράγωνο, τους ανάπηρους πολέμου να ζητιανεύουν στις γωνίες, και την μαύρη αγορά να οργιάζει - είμαι βέβαιος ότι σε αυτή αναφερόταν η  Μέρκελ. 

Φτώχεια μεγάλη, άνθρωποι τρομαγμένοι. Δέκα χρόνια χρειάστηκαν ο Adenauer και ο Erhardt για να ξεκινήσουν το Wirschaftwunder (Οικονομικό θαύμα). Ο απλός λαός πλήρωσε ακριβά την παραφροσύνη της Ναζιστικής ηγεσίας του.

ΑΡΑΓΕ ΕΙΜΑΙ Ο ΙΟΥΛΙΟΣ ΒΕΡΝ; Πριν από είκοσι χρόνια είχα γράψει ένα βιβλίο στο οποίο περιέγραφα όλα αυτά που ζούμε σήμερα με τον εγκλεισμό μας λόγω κορονοϊού. Τηλεδιασκέψεις, μαθήματα από απόσταση, τηλε-εργασία, ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, ψηφιακές υπογραφές και πιστοποιητικά, κλπ. Το βιβλίο μου είχε τίτλο «Ψηφιακή Ζωή» και ήταν το πιο αποτυχημένο της συγγραφικής μου σταδιοδρομίας. (Το μόνο που δεν έκανε δεύτερη έκδοση). Κανείς δεν ενδιαφερόταν τότε για την ψηφιακή τεχνολογία και τις δυνατότητές της.

Εγώ είχα ξεκινήσει να «παίζω» με τους υπολογιστές από το 1986. Την δεκαετία του ’90 μπήκαν οι βάσεις για όλα αυτά που κάνουμε σήμερα. Ήμουν τότε τακτικός αρθρογράφος στο περιοδικό RAM (πρωτοποριακή έκδοση του Δημοσιογραφικού Οργανισμού Λαμπράκη) και με το διευθυντή του, τον πολυμήχανο Θόδωρο Σπίνουλα, μέχρι που συναρμολογούσαμε υπολογιστές.

Μπήκα στο Ιντερνέτ την εποχή που ήταν ένα μαύρο χάος με πράσινα γράμματα. Δεν υπήρχαν γραφικές παραστάσεις, και η δουλειά γινόταν με φραστικές εντολές σε γλώσσα UNIX.  Τα Graphics εμφανίστηκαν το 93-94. Το 1996 ανέβασα τον δικτυακό μου τόπο (ndimou.gr).

Και τώρα, χάρη σε έναν ιό, οι Έλληνες θα αποκτήσουν ψηφιακό πολιτισμό. Τι ειρωνεία…

Κυριακή, Μαρτίου 22, 2020

Η Πεπαλαιωμένη Ορθοδοξία μας


Τι θα γίνει με την Εκκλησία μας;

Δύο χιλιάδες χρόνια πέρασαν από την παρουσία του ιδρυτή της (και δεν εννοώ τόσο τον Ιησού Χριστό, όσο τον Απόστολο Παύλο) και παραμένει ακλόνητη, δογματική, παραδοσιακή και πεισματικά αντίθετη σε κάθε μεταρρύθμιση ή ανανέωση. 

Άλλες χριστιανικές εκκλησίες είχαν τους ανανεωτές τους, υιοθέτησαν καινοτομίες, τροποποίησαν τα δόγματά τους, αφουγκράστηκαν τις αλλαγές στην ανθρώπινη κοινωνία. Επηρεάστηκαν από τις εκπληκτικές εξελίξεις στις επιστήμες και την τεχνολογία που άλλαξαν ριζικά την ζωή μας και προσπάθησαν να επωφεληθούν από αυτές.

Βέβαια η μονολιθικότητα της Εκκλησίας μας της επέτρεψε να μείνει συμπαγής και απρόσβλητη σε όλες τις αλλαγές και να κρατήσει την σιδερένια πυγμή με την οποία ποδηγετεί το Ελληνικό Κράτος και την Ελληνική κοινωνία. Όποτε έγινε κάποια προσπάθεια από το κράτος να αλλάξει τους όρους του παιχνιδιού, η αποτυχία του ήταν εξασφαλισμένη.

Παραμένουμε το μόνο ευρωπαϊκό κράτος όπου δεν υπάρχει χωρισμός κράτους και εκκλησίας. Το μόνο που το σύνταγμά του δεν πηγάζει από την θέληση του λαού αλλά ισχύει: «Εις το όνομα της Αγίας και Αδιαιρέτου και Ομοουσίας Τριάδος». Το μόνο όπου λείψανα Αγίων γίνονται δεκτά με …τιμές αρχηγού Κράτους. Το μόνο που σε καιρούς επιδημίας η αντιεπιστημονική και επικίνδυνη για την υγεία του λαού άποψη της εκκλησίας, προβάλλεται εξίσου με την τεκμηριωμένη επιστημονική γνώση.

Έχω καταλήξει πως η αρχή του εκσυγχρονισμού της Ελλάδας – αν ποτέ γίνει – θα έπρεπε να αρχίσει από την εκκλησία. Με θέσπιση εκκλησιαστικού φόρου που θα αφορά μόνο τους πιστούς – όπως γίνεται στα άλλα ευρωπαϊκά κράτη –  για να πληρώνεται ο κλήρος, απαγόρευση ανάμιξης της εκκλησίας σε θέματα κοινωνικά και οικονομικά, απογραφή και φορολόγηση της αμύθητης εκκλησιαστικής περιουσίας. Αλλιώς θα παραμείνουμε κράτος μουλάδων, όπως το Ιράν.

Γιατί μόνον εδώ – για να γίνει η δουλειά σου – είναι καλύτερο να γνωρίζεις τον τοπικό μητροπολίτη παρά τον δήμαρχο ή τον περιφερειάρχη. Μόνον εδώ χρειάστηκε να περάσουν 15 χρόνια από την ψήφιση του νόμου, για να φτιαχτεί – στα κρυφά, από έναν ιδιώτη – το πρώτο αποτεφρωτήριο. Όλοι οι άλλοι – δημοτικοί άρχοντες, κλπ. – που είχαν προκηρύξει διαγωνισμούς, έκαναν πίσω μπροστά στον φόβο του ράσου.

Και μόνο εδώ πέτυχε η εκκλησία την μεγαλύτερη ιστορική απάτη όλων των εποχών. Ενώ πολέμησε με λύσσα τις ιδέες που οδήγησαν στην Ελληνική Επανάσταση του ’21, εκ των υστέρων εμφανίστηκε ότι εκείνη σήκωσε το Λάβαρο στην Αγία Λαύρα ανήμερα του Ευαγγελισμού. Ψέματα, ψέματα, ψέματα! Τίποτα δεν έγινε στην Αγία Λαύρα στις 25 Μαρτίου, ψυχή δεν ήταν εκεί και το λάβαρο φτιάχτηκε 70 χρόνια μετά.

Πώς κατηχούσε τους Έλληνες το Πατριαρχείο πριν την επανάσταση: Να αγαπάμε τον Σουλτάνο που είναι ο πατέρας μας και να μην ακούμε τις σατανικές ιδέες που έρχονται από τη Δύση όπως ισότητα, ελευθερία, δημοκρατία. Έχω ξαναγράψει για την «Πατερική Διδασκαλία» που ισχυριζόταν πως «η τούρκικη κατοχή ήταν έργο της θείας πρόνοιας και σίγουρη οδός προς την μεταθανάτιο σωτηρία!»

Θυμάμαι πως ο Αλέξης Τσίπρας είχε υποσχεθεί – προγραμματικά – χωρισμό κράτους και εκκλησίας… Κι ελπίζαμε τότε πως – δεν μπορεί – η πρώτη φορά Αριστερά θα τολμούσε… Άλλη μία οδυνηρή απογοήτευση!

Και χρειάστηκε ο Σημίτης με τις ταυτότητες και ο Μητσοτάκης με τις εκκλησίες, για να νιώσει η Εκκλησία μας την παρουσία του Ορθού Λόγου (που κι αυτός δώρο του Θεού είναι).