Κυριακή, Οκτωβρίου 17, 2021

Κομμουνιστική μελαγχολία

Όποτε σκέπτομαι το Κομμουνιστικό κόμμα Ελλάδος, μελαγχολώ. 

Πώς έχει έτσι ξεμείνει, το μοναδικό κόμμα του είδους στην Ευρώπη – ίσως και στον κόσμο. Θυμάμαι την εφηβεία μου όπου καταβρόχθιζα, Μαρξ, Λένιν, Πλεχάνωφ. Ναι πέρασα κι από αυτή την φάση, πριν δω τα πράγματα από κοντά, πριν την 17 Ιουνίου της Ανατολικής Γερμανίας, την Επέμβαση στην Ουγγαρία και την «Άνοιξη της Πράγας».

Στις 17 Ιουνίου του 1953, μετά την καταστολή του κινήματος των εργατών στην ανατολική Γερμανία (πρώτη εμφάνιση των Ρωσικών τανκ) ο Μπρεχτ (ο δικός τους) είχε γράψει ένα φαρμακερό ποίημα με τίτλο «Η λύση». (Μεταφράζω πρόχειρα):

Μετά την εξέγερση της 17 Ιουνίου

Ο γραμματέας της Ένωσης των Συγγραφέων

Έβαλε να μοιράσουν φυλλάδια στην Λεωφόρο Στάλιν

Όπου μπορούσες να διαβάσεις

Ότι ο λαός είχε χάσει την εμπιστοσύνη της κυβέρνησης

Και μονάχα με διπλή δουλειά

Θα μπορούσε να την ξανακερδίσει.


Αλλά δεν θα ήταν πιο απλό

Η κυβέρνηση να διαλύσει τον Λαό

Και να εκλέξει  έναν άλλο;


Το 2013 απαντώντας σε ένα κείμενο του Αυγουστίνου Ζενάκου στο περιοδικό Unfollow που έγραφε: «Ας μην γελιόμαστε. Φιλελεύθεροι στην Ελλάδα δεν υπάρχουν. [ ] Γι' αυτό η μόνη πολιτική δύναμη που μπορεί να διασώσει τα φιλελεύθερα προτάγματα στην Ελλάδα είναι η Αριστερά. Όπως άλλωστε έκανε πάντα».

Η απάντησή μου τότε: «Με την πρώτη φράση συμφωνώ. Δυστυχώς. Έχοντας παλέψει δεκάδες χρόνια για την διάδοση του Φιλελευθερισμού στην Ελλάδα (προσοχή: καμία σχέση με τον νέο-φιλελευθερισμό!) πρέπει να ομολογήσω την ήττα μου. Οι πραγματικοί φιλελεύθεροι στη χώρα μας μετριούνται στα δάχτυλα και δεν κατάφεραν ποτέ να επηρεάσουν σημαντικά την δημόσια ζωή και σκέψη. Είναι φανερό πως από εδώ δεν πέρασε ο Διαφωτισμός.

Συμφωνώ ακόμα και με την δεύτερη φράση. Πράγματι οι αυθεντικοί Αριστεροί θα έπρεπε να ήταν φιλελεύθεροι. Και ο Μαρξ ήταν παιδί του Διαφωτισμού και η απελευθέρωση του ανθρώπου από την εκμετάλλευση, είναι φιλελεύθερο αίτημα.

Δυστυχώς η τρίτη με βγάζει από τα ρούχα μου. «Όπως έκανε πάντα». Μα πάντα η Αριστερά έκανε το αντίθετο! Όσοι αριστεροί σκέπτονταν ελεύθερα (δηλαδή διαφορετικά),  βρέθηκαν απομονωμένοι, κυνηγημένοι, αφορισμένοι, και συχνά νεκροί. Ακόμα και είδωλα της Αριστερής διανόησης από τον Τρότσκυ και τη Ρόζα Λούξεμπουργκ μέχρι τον Γκράμσι και τον Τσε, αντιμετώπισαν την κομματική «ορθοδοξία». Να μην θυμηθώ τις «δίκες» της Μόσχας. Καμία παράταξη, παγκόσμια, δεν έχει κατασπαράξει τόσα στελέχη της.

Πάντα με μπέρδευε αυτό το δήθεν «κίνημα απελευθέρωσης», που υποδούλωνε τα μυαλά. Στο όνομα της «ενότητας»  έπεφτε η δογματική «γραμμή» και αλίμονο αν κάποιος την αγνοούσε».

Και έκλεινα γράφοντας:

«Σε έναν άλλο κόσμο, (εκείνον, τον «εφικτό») Αυγουστίνε Ζενάκο, η Αριστερά ίσως να είναι φιλελεύθερη. Σε αυτή εδώ τη γη και σε όλη την ιστορία της, ήταν δυστυχώς το αντίθετο. Σήμερα θαυμάζουμε την τριλογία «Ακυβέρνητες Πολιτείες» του Στρατή Τσίρκα, αλλά η τότε Αριστερά μας τον διέγραψε και ο Ζντάνωφ της εποχής, Μάρκος Αυγέρης, εκτόξευσε εναντίον του ένα λίβελο».

Και συνεχίζω σήμερα: Τι έχει αλλάξει από τότε; Όταν έπεσαν τα τείχη και είδαμε τα γκούλαγκ, ένα-ένα τα κομμουνιστικά κόμματα σε όλο τον κόσμο εξαφανίζονταν. Ή μεταμορφώνονταν σε άκρως καπιταλιστικά (όπως το ΚΚ της Κίνας) που παλεύει εναντίον των ΗΠΑ, για τα πρωτεία της παγκόσμιας οικονομικής δύναμης.

Εκτός από δύο: το ΚΚ της Βόρειας Κορέας, που επιτρέπει στον ηγέτη του να παίζει με πυραύλους και το δικό μας που ονειρεύεται ακόμα την απόλυτη δικτατορία. Την υπενθυμίζει σε κάθε του λόγο ο ηγέτης του: Την δικτατορία του προλεταριάτου.

Δεκάδες φορές, σε δεκάδες κράτη, εφαρμόστηκε και απέτυχε παταγωδώς. Ακόμα ελπίζουν;

 

Κυριακή, Οκτωβρίου 10, 2021

Το Ενδεχόμενον Αριστούργημα

Από τότε που έμαθα να διαβάζω, ήθελα να γίνω συγγραφέας. Νομίζω ότι φταίει ο Ιούλιος Βερν. Τον διάβαζα στις παλιές καθαρευουσιάνικες εκδόσεις του Σιδέρη – σε μεγάλο σχήμα και με τις πρωτότυπες χαλκογραφίες. Σε κάθε βιβλίο, απέναντι από την σελίδα του τίτλου, υπήρχε το πορτρέτο του Βερν. Επιβλητικός, με την τεράστια γενειάδα του, έμοιαζε με τον Παντοκράτορα στις εκκλησίες. Γύρω από το πρόσωπό του, σε μικρές στρογγυλές βινιέτες, ήταν σκηνές από τα πιο γνωστά του μυθιστορήματα – όλος ο κόσμος που είχε πλάσει. Και σε αυτό, μου θύμιζε το Θεό.

Ήθελα λοιπόν κι εγώ να γίνω δημιουργός κόσμων . Το πρώτο μου μυθιστόρημα, περιπετειώδες και φαντασιακό, το δημοσίευσα μαθητής στο Γυμνάσιο σε ένα περιοδικό του «Ερυθρού Σταυρού Νεότητος».  Ήταν και το τελευταίο (δεν ξανάγραψα μυθιστόρημα) και έμεινε ημιτελές.

Θα πείτε: συγγραφέας χωρίς μυθιστόρημα; Οι πιο πολλοί ταυτίζουν τις δύο έννοιες. Κι όμως γίνεται. Υπάρχει η ποίηση, τα διηγήματα, το δοκίμιο, η σάτιρα... Κάποια στιγμή άφησα και την προσοδοφόρο δουλειά μου, για να αφοσιωθώ στο γράψιμο.

Όπως κάθε συγγραφέας, σε όλη μου τη ζωή προσπαθούσα να γράψω το Μεγάλο μου Έργο, το Magnum Opus, το Αριστούργημα. 

Τι είναι το Αριστούργημα; Είναι τελικά μία φαντασιακή κατασκευή. Στην ιδανική (αλλά θεωρητική) περίπτωση είναι το έργο που μόλις κυκλοφορήσει θα κάνει τους κριτικούς να επαινούν, τους άλλους συγγραφείς να ζηλέψουν, το κοινό να εκστασιάζεται, τους βιβλιοπώλες να πουλάνε ντάνες ολόκληρες. Και ίσως γίνει ΤΟ έργο που θα ξεπεράσει τη φθορά.

Έζησα μία ανάλογη περίπτωση με ένα βιβλίο μου. Μερικά από τα συμπτώματα που περιγράφω πιο πάνω, συνέβησαν. Οι ανατυπώσεις εξαφανίζονταν αυθημερόν,  οι συνάδελφοι συγγραφείς με φθόνησαν, οι ντόπιοι κριτικοί με υποδέχθηκαν με επαίνους – ενώ, αργότερα, οι ξένοι με ύμνους. Κατεβατά ολόκληρα οι κριτικές τους. Αυτοί πρώτοι χρησιμοποίησαν την λέξη «αριστούργημα». Το βιβλίο έκανε 40 ανατυπώσεις (ακόμα πουλάει) και μεταφράστηκε σε δέκα γλώσσες.

Αλλά μου έκανε ζημιά. Ενώ πριν από αυτό είχα χαρακτηριστεί από τους πιο σοβαρούς κριτικούς, ως σημαντικός ποιητής και δοκιμιογράφος – μετά μόνον ένας τόλμησε να ασχοληθεί με τα βιβλία μου. Οι ξένοι είχαν καταλάβει καλύτερα την σάτιρα για την τραγική μοίρα ενός λαού ανάμεσα στο αρχαίο κλέος και την βαλκανική βλαχιά. Ενώ στην Ελλάδα είπαν: «Μα είναι σάτιρα!». Αλλά ή σάτιρα είναι το πιο δύσκολο και σπάνιο λογοτεχνικό είδος. Έτσι το βιβλίο δεν ψηφίστηκε ούτε ανάμεσα στα 100 καλύτερα ελληνικά του εικοστού αιώνα.

Από την ελληνική κριτική κρατάω μόνο την φράση του καθηγητή Γ. Π. Σαββίδη: «Ο εξυπνότερος συγγραφέας μας, μετά τον Ροΐδη;»

Ας σημειώσω πως προσωπικά δεν είναι από τα βιβλία μου που αγαπώ. Είναι προϊόν αγανάκτησης και αντίδρασης. Και έχω πει πως, αν πρόκειται να με θυμούνται για κάποιο βιβλίο μου, προτιμώ να είναι «Το Βιβλίο των Γάτων», το «Παρόλα αυτά», ή το «Ημερολόγιο του καύσωνα».

Οι Ρωμαίοι έλεγαν: «Habend sua fata libelli». («Έχουν και τα βιβλία τις τύχες τους»). Πολλά βιβλία που σήμερα χαρακτηρίζουμε αριστουργήματα, είτε παραγνωρίστηκαν στην εποχή τους, είτε ανακαλύφτηκαν μετά το θάνατο του συγγραφέα. Άλλα ήταν «δεύτερα», έργα, που ο δημιουργός τους δεν εκτιμούσε. Μερικά,  που δοξάστηκαν ως αριστουργήματα, ξεχάστηκαν σύντομα. Τον ποιητή που πήρε το πρώτο Νόμπελ λογοτεχνίας, δεν τον διαβάζει σήμερα κανείς.

Τι μου έχει  μείνει από το παιδικό όραμα;  Μετά από 65 βιβλία, μόνον η απόλαυση της γραφής. Το τελικό αποτέλεσμα, η οριστική κρίση, μετατίθεται στο απώτερο μέλλον. Και στην απίθανη περίπτωση που έχω γράψει ένα αριστούργημα, δεν θα το μάθω ποτέ. Κανένας συγγραφέας δεν μαθαίνει την μεταθανάτια, οριστική τύχη των έργων του. 

Κυριακή, Οκτωβρίου 03, 2021

Τα παράπονά μου στον δήμαρχο

Μου είναι πολύ συμπαθής όλη η οικογένεια Μπακογιάννη.  Όταν ο Παύλος Μπακογιάννης άνοιξε έναν εκδοτικό οίκο, ήμουν από τους πρώτους που έσπευσαν να του εμπιστευθούν ένα βιβλίο.  Τον είχα γνωρίσει όταν, μαζί με τον Τάκη Χορν, στενό μου φίλο, προσπαθούσαν, μετά την δικτατορία, να εξυγιάνουν την Κρατική Ραδιοφωνία. Η δολοφονία του ήταν η πιο παράλογη και άδικη πράξη που έχω ζήσει.

Εξ ίσου συμπαθής μου είναι και η τότε σύζυγός του την οποία θεωρώ πάντα ως μία από τις πιο οξυδερκείς πολιτικούς μας, καθώς και ο γιός του, νυν δήμαρχος Αθηναίων.

Οι δηλώσεις αυτές συμπαθείας αποτελούν τον πρόλογο ενός κειμένου που δεν θα του είναι συμπαθές. Ήθελα απλώς να ξεκαθαρίσω ότι δεν γράφεται με κανενός είδους έχθρα, αλλά με πολύ φιλικά αισθήματα.

Φαντάζομαι πως οι αναγνώστες – αλλά και ο δήμαρχός μας – θα έχουν μαντέψει το θέμα του.

Πρόκειται βέβαια για τον «Μεγάλο Περίπατο» για τον οποίο δεν τρέφω καθόλου φιλικά αισθήματα. Σε μία σύντομη τηλεφωνική συνομιλία, του είπα τις αντιρρήσεις μου και μου απάντησε ότι πρέπει να έχω υπομονή, ότι θα γίνουν πολλές αλλαγές, και μου υπέδειξε, σαν υπόδειγμα του πώς θα μεταμορφωθεί ο Περίπατος, να επισκεφθώ την ήδη έτοιμη Λεωφόρο Βασιλίσσης Όλγας. Πήγα και αντίκρισα μια πληθώρα από κόκκινες ράβδους, φυτεμένες στην άσφαλτο που έκλειναν τελείως την λεωφόρο, όχι μόνο για τα οχήματα αλλά και για τους πεζούς.

Ας σημειωθεί πως αυτή η φραγή της λεωφόρου Όλγας έχει προκαλέσει ένα έμφραγμα στην διαδρομή από το τέλος (ή την αρχή) της Συγγρού και την Λεωφόρο Βασιλέως Κωνσταντίνου. Το τι ακούει εκεί ο Περίπατος από τους ταξιτζήδες, δεν γράφεται.

Παράλληλα εμφανίστηκε και μία δημοσκόπηση όπου το 83% των περιοίκων και περαστικών είναι δυσαρεστημένοι με την όλη υπόθεση.  Ούτε και οι υπόλοιποι είναι ευτυχείς – μάλλον αδιάφοροι.

Αγαπητέ δήμαρχε, έχω την εντύπωση πως έχετε παγιδευτεί μέσα σε μία ιδέα, που στα χαρτιά και τις μακέτες μπορεί να φαινόταν ωραία – αλλά στην πράξη απέτυχε παταγωδώς. Και αντί να οπισθοχωρήσετε τάχιστα, εξοικονομώντας και χρήματα από τον προϋπολογισμό σας, συνεχίζετε τον αδιέξοδο (κυριολεκτικά) αγώνα και επιμένετε.

Προσωπικά θεωρώ ως την καλύτερη ιδέα για την βελτίωση της πολεοδομίας στην πρωτεύουσα, αυτή που – μεταξύ αστείου και σοβαρού – μου είχε πει ο αείμνηστος Γιάννης Τσαρούχης:  «Αν εμφανιζόταν ένας δισεκατομμυριούχος Έλληνας και ήθελε να διαπρέψει ως εθνικός ευεργέτης θα τον προέτρεπα να γκρεμίσει την μισή Αθήνα. Να κάνει αυτό που έκανε ο Βαρόνος  Ωσμάν στο Παρίσι, ανοίγοντας  τις ακτινωτές λεωφόρους, τα μεγάλα boulevards, που καταλήγουν στην Αψίδα του Θριάμβου».

Συνέχισε ο Τσαρούχης: «Οι παλιοί ευεργέτες έχτιζαν, οι καινούργιοι θα πρέπει να γκρεμίσουν. Η Αθήνα χρειάζεται χώρους ανοιχτούς, μεγάλους δρόμους, πλατείες, πάρκα και άλση!»

Εσείς, δήμαρχε, αντί να ανοίξετε χώρους, στενέψατε και τους παλιούς… Λες και θα βγει κανένας Αθηναίος να κάνει τον περίπατό του στο κέντρο της πόλης, αναπνέοντας  καυσαέριο και σκοντάφτοντας σε ζαρντινιέρες. Η ποδηλατάδα στην Πανεπιστημίου ακούγεται σαν κακό αστείο.

Δήμαρχε, όπισθεν ολοταχώς! Δεν ξέρω ποιος ονειροβάμων πολεοδόμος σας πήρε στο λαιμό του – αλλά έχει εξαντληθεί η υπομονή μας και – σίγουρα – και τα κονδύλια μας. (Δικά μας είναι – το θυμάστε;) Αν τώρα θέλετε να μείνετε στην ιστορία ως ο δήμαρχος του 17%, σας συλλυπούμαι από τώρα...