Σήμερα είναι η πρώτη επέτειος από τον θάνατο του Don, που έδωσε το όνομά του
σε αυτό το blog.
O Don ήταν ο διάδοχος του Μούψη – έμοιαζαν πολύ και στο πρόσωπο
και στο στυλ. Ο Μούψης έζησε από το 1968 ως το 1979. Ο Don εμφανίστηκε με πολύ
θαυματουργό τρόπο (στο όνειρό μου – τα έχουμε πει) τον Ιούλιο του 1998.
Ο Μούψης ήταν ένας γάτος πολύ σοβαρός. Έχω γράψει γι αυτόν
ένα κείμενο που θα βρείτε ΕΔΩ.
Έχω επίσης γράψει και ένα ποίημα, στο «Βιβλίο
των Γάτων»:
 |
| Πάνω στο κόκκινο RO 80, το 1971 |
Στωικός σαν Ρωμαίος φιλόσοφος.
Ακίνητος ώρες, μέρες.
Με μιαν άλλη διάσταση στα μάτια.
Ούτε μία περιττή κίνηση
ούτε μία περιττή σκέψη.
Όταν οι άνθρωποι μιλάνε για ενδοσκόπηση,
για αυτοσυγκέντρωση, για περισυλλογή,
σκέφτομαι πάντα τον Μούψη,
συμπαγή και σωστό σαν θεώρημα.
Ο Don ήταν επίσης σοβαρός – αλλά όχι τόσο απρόσιτος όσο ο Μούψης.
Ο οποίος μου επέτρεψε να τον χαϊδέψω μόνον στα τελευταία του, όταν το επιζήτησε
σαν αποχαιρετισμό. Όμως κάθε βράδυ
κοιμόταν στα πόδια μου. Ήταν πολεμιστής
με ένδοξους και
φοβερούς αγώνες με λυκόσκυλα, με αγριόγατους – ενώ ο Don ήταν σπιτόγατος, που μερικές φορές έκανε και «κοιλίτσες» για να χαϊδευτεί. (Ο Μούψης δεν θα έκανε ποτέ τέτοιες «χαριτωμενιές»).
Έχω γράψει κι αλλού πως χωρίς άνθρωπο μπόρεσα να ζήσω –
χωρίς γάτα ποτέ. Ένα καινούργιο σπίτι είναι νεκρό και απωθητικό για μένα αν δεν
έχει γάτα. Και μόλις έρθει, αλλάζει όλη την ατμόσφαιρα.
Το 2008, παραμονές του Πάσχα, είχα γράψει στο LiFO ένα κείμενο
με τίτλο «Όνειρο»:
«Έλειπα λέει καιρό από την Ελλάδα. Τόσον καιρό που, ενώ έπινα
τσάι στις "Πόρτες" του Ψυχικού, ρώταγα το γκαρσόνι να μου εξηγήσει τα
νομίσματα.
Ξεκίνησα μετά από τον "Φάρο" με τα πόδια να πάω στο σπίτι,
ψηλά στον λόφο του Παλιού Ψυχικού. Τρία χιλιόμετρα δρόμος, κρατούσα και κάτι
σακούλες. Όταν ξεκίνησα έπεφτε ο ήλιος, όταν έφτασα ήταν μαύρη νύχτα.
Το σπίτι, στην ίδια θέση, δεν ήταν αυτό που μένω τώρα. Ήταν
μονοκατοικία. Έμοιαζε με το σπίτι της Εκάλης, όπου έζησα την δεκαετία του 70,
αλλά χτισμένο με πέτρα σαν το εξοχικό στα Κιούρκα. Στο σκοτάδι έψαχνα να βρω
την κλειδαριά.
Και ξαφνικά ο χώρος γύρω μου γέμισε γάτες. Δεν ήταν μόνον
αυτές που έχω τώρα – αλλά όλες οι γάτες της ζωής μου. Ο Μούψης, το Νίνι, το
Γατσί, γάτες χαμένες εδώ και δεκαετίες, παλιές και σημερινές, της Αθήνας, της
Εκάλης, του Ψυχικού και των Κιούρκων και μερικές που δεν τις αναγνώριζα.
Τρίβονταν στα πόδια μου χαρούμενες γουργουρίζοντας και με
είχαν ακινητοποιήσει στο προαύλιο. Δεν μπόρεσα να μπω στο σπίτι.
Ξύπνησα ευτυχισμένος και χορτάτος από αγάπη. Ύστερα θυμήθηκα
το τελευταίο ποίημα από «Το Βιβλίο των Γάτων»:
ΜΕΤΑ
Άραγε θα είναι εκεί;
Άραγε θα είναι όλοι εκεί;
Με όρθιες ουρές θα έρθουν
να τριφτούνε στα πόδια μου;
Θα χουρχουρίσουν στα γόνατά μου;
Αυτοί, που μου λείπουν κάθε μέρα,
θα είναι εκεί;
Αν ο Θεός είναι
αν είναι Πανάγαθος,
θα φτιάχνει για τον καθένα
τον δικό του Παράδεισο.
Άραγε θα είναι όλοι εκεί;
Στον ύπνο μου είχα
πάρει μία πρόγευση από Παράδεισο. Τον δικό μου Παράδεισο, με τα μόνα πλάσματα
που δεν με πρόδωσαν ούτε με απογοήτευσαν ποτέ».