Sunday, June 02, 2019

Δεκατέσσερα χρόνια σε κώμα


Διαβάζουμε μερικές φορές για ανθρώπους που βρέθηκαν σε κωματώδη κατάσταση για χρόνια – που κάποιο ερέθισμα τους ξύπνησε ξαφνικά, ενώ όλοι οι γύρω τους είχαν χάσει την ελπίδα.

Πάντα αντιμετώπιζα με σκεπτικισμό παρόμοιες καταστάσεις – μέχρι που μου συνέβη και εμένα.

Την περασμένη Κυριακή συνειδητοποίησα πως είχα περάσει κι εγώ από μία τέτοια φάση. Σαν να αφαιρέθηκε ένα γκρίζο πέπλο μπροστά από τα μάτια μου βγήκα από τον εφιάλτη μου και είδα γύρω μου φως, μετά από δεκατέσσερα χρόνια.

Όλον αυτό τον καιρό, αυτό που έβλεπα δεν ήταν το διαυγές, φωτεινό αττικό φως, αλλά κάτι γκρίζο και ομιχλώδες που ίσα-ίσα σε άφηνε να διακρίνεις τα πράγματα γύρω σου χωρίς σκιές, χωρίς δυνατά περιγράμματα.

Διαπίστωσα επίσης ότι η κατάστασή μου δεν ήταν έτσι από την αρχή. Ο κόσμος σκοτείνιασε βαθμιαία. Αλλά όλα τα συνηθίζει κανείς.

Το σκότος πρωτοφάνηκε μετά από εκείνο το θριαμβικό έτος 2004. Θυμάστε… το έτος των Ολυμπιακών, του Ευρωπαϊκού κυπέλλου στο ποδόσφαιρο. Η Αθήνα να αστράφτει από καθαριότητα και τάξη. Η κυκλοφορία στους δρόμους αρμονική και άνετη, όλοι μας γεμάτοι από φιλικά και αδελφικά αισθήματα για τους ξένους επισκέπτες… Κάτι σαν ουτοπία.

Και μετά άρχισε να σκοτεινιάζει. Τον τόνο τον έδωσε ο νέος ηγέτης μας. Μετά από τον Σημίτη με το μπλοκάκι και τον εκσυγχρονισμό, ήρθε ο Κώστας Β’ του Μπαιρακτάρη. Όλα χαλάρωσαν, όλα επέστρεψαν στις παλιές καλές συνήθειες.

Ο νέος ηγέτης ήταν ανοιχτοχέρης. Έδωσε εντολή στον Βεζίρη του να προσλαμβάνει αβέρτα ότι περνούσε από μπροστά του. Τα κεμέρια  άρχισαν να αδειάζουν – αλλά, χάρις στο ευρώ, τα δάνεια ήταν εύκολα και φθηνά. Παίρναμε με την σέσουλα.

Μάταια ο γκρινιάρης Σημίτης προειδοποιούσε. Έτσι φτάσαμε στην αλλαγή ηγεσίας και στην χρεωκοπία. Ο νέος ηγέτης δεν ήταν πολύ οξυδερκής. Συνέχισε να μοιράζει χρήματα, μουρμουρίζοντας «λεφτά υπάρχουν». Και μόνο μετά από αρκετούς μήνες, στο Νταβός, όταν κάτι ξένοι δημοσιογράφοι του εξήγησαν στην μητρική του γλώσσα τι συνέβαινε στη χώρα, άρχισε να καταλαβαίνει.

Πανικός. Εντωμεταξύ το σκοτάδι ανέβαινε συνεχώς. Οι άλλοι μας ηγέτες όχι μόνο δεν έσπευσαν να βοηθήσουν – όπως συνέβη σε άλλες χώρες – αλλά ξεκίνησαν ανένδοτο αγώνα, όχι ενάντια στα προβλήματα, που μας βούλιαζαν, αλλά κόντρα στα ναυαγοσωστικά που είχαν σπεύσει εις βοήθεια. «Αντιμνημονιακός αγώνας». Η απόλυτη βλακεία!

Μετά κάπως πήγε να φέξει λίγο για μια στιγμή – αλλά όλα χάλασαν όταν εμφανίστηκε ο νέος σωτήρας. Ήταν γοητευτικός και καλύτερος παραμυθάς. Το τι υποσχέθηκε, θα χρειαζόταν ολόκληρο κιτάπι για να καταγραφεί. Ποτέ ηγέτης σε αυτή την χώρα δεν είπε τόσα μαζεμένα ψέματα στον λαό. Κι ο κόσμος αφέθηκε να επιπλέει στα παραμύθια του. Κουρασμένος και απογοητευμένος, ξέχασε την οργή και την αγανάκτηση και πίστεψε. Μέχρι που, όταν ψήφισε 63% εναντίον της Ε. Ε., ξαφνικά βρέθηκε να κινείται υπέρ. Η πλήρης αντιστροφή – χωρίς πια ίχνος αντίδρασης. Τόσο απελπισμένοι ήταν οι πολίτες.

Η σκοτεινιά στη χώρα πύκνωνε συνεχώς. Όσοι είχαν γνώσεις και δεξιότητες μετανάστευαν. Οι άλλοι ζητιάνευαν ρουσφέτια, διορισμούς και δουλειές των 300 ευρώ. Ή περίμεναν την ελεημοσύνη των επιδομάτων. Οι συνταξιούχοι συντηρούσαν οικογένειες, προσμένοντας καμία «13η σύνταξη»…

Μέχρι που ήρθαν οι ευρωεκλογές και ξαφνικά έγινε φως. Εκεί ξύπνησα κι εγώ από τον εφιαλτικό λήθαργο των 14 ετών. Ξαφνικά φάνηκαν ελπίδες και προοπτικές. Ναι, υπάρχει και άλλος τρόπος ζωής από την μιζέρια.  Δεκαπέντε χρόνια από το κακό πηγαίναμε στο χειρότερο. Είχαμε εμπιστευθεί τις τύχες μας σε ανίκανους, ηλίθιους, ή απατεώνες. Μέσα στο αδιέξοδο σκοτάδι είχαμε μουδιάσει, παραλύσει σαν έθνος – και το είχαμε συνηθίσει!

(Μοναδικό φως υπήρξε ένα μικρό αλλά λαμπερό και τίμιο ποτάμι – αλλά δεν ήμασταν πια σε θέση να το εκτιμήσουμε).

Μπορεί και η αφύπνιση να είναι φαντασίωση; Το επίπεδο στο οποίο είχαμε φτάσει ήταν πια τόσο χαμηλό, που το οτιδήποτε, δεν μπορεί παρά να είναι καλύτερο…