Δευτέρα, Φεβρουαρίου 28, 2011

Οι χαμένες κριτικές

Το 1973 κυκλοφόρησε από τον «Ίκαρο» η πρώτη μου επίσημη ποιητική συλλογή με τίτλο «Απουσίες». Λέω επίσημη γιατί οι δύο προηγούμενες («Ίμεροι», 1953 και «23 Ποιήματα», 1965) είχαν εκδοθεί σε ιδιωτική εκτύπωση εκτός εμπορίου και κυκλοφορήσει χέρι με χέρι. Οι «Απουσίες» είχαν συμπεριλάβει και ορισμένα ποιήματα από τα 23 της προηγούμενης συλλογής.


Το 1976 κυκλοφόρησε ακόμα μία συλλογή, πάλι από τον Ίκαρο – τα «Ποιήματα 74-76». Και το 1977 στην πρώτη του μορφή «Το Βιβλίο των Γάτων».

Έκτοτε δεν κυκλοφόρησε άλλη ποιητική συλλογή μου εκτός από δύο πλακέτες πάλι εκτός εμπορίου («Σκοτεινός Θάλαμος», 1983 και «Gerontion», 2005). Βγήκαν όμως συνολικές εκδόσεις («Ποιήματα 50-80, 50-90 και 1950-2005») που συμπεριλάβανε και τα ενδιάμεσα.

Γενικά, ενώ τα πρώτα είκοσι πέντε χρόνια της συγγραφικής μου πορείας έγραφα αποκλειστικά και μόνο ποίηση – μετά η παραγωγή μου ήταν ελάχιστη και συμπτωματική. Στράφηκα στο σύντομο πεζό, το δοκίμιο, τους αφορισμούς.

Εικάζω τώρα ότι ένας από τους λόγους ήταν η έλλειψη απήχησης και ενθάρρυνσης. Είχα δύο-τρεις καλές κριτικές αλλά ούτε αυτές ούτε τα λόγια των φίλων (τι να πουν οι φίλοι;) με έπεισαν ότι το μέλλον μου ήταν η ποίηση. Έτσι την παραμέλησα – και μόνο σε εποχές κρίσης, όπου δεν με χωρούσε ο πεζός λόγος, ξαναγύριζα, για λίγο σε αυτήν.

Πού να ήξερα!

Μία καλή φίλη, ψάχνοντας χθες τα ψηφιοποιημένα αρχεία λογοτεχνικών περιοδικών του Ελληνικού Κέντρου Βιβλίου, βρήκε δύο κείμενα του κορυφαίου μας κριτικού, (ιδιαίτερα σε θέματα ποίησης) Ανδρέα Καραντώνη. Είχαν δημοσιευθεί στην «Νέα Εστία» το 1974 και το 1978 και αφορούσαν τις τρεις συλλογές μου. Δεν τα είχα δει – δεν παρακολουθούσα τα περιοδικά. Για την ακρίβεια δεν είχα καν φανταστεί ότι ο Καραντώνης θα έγραφε κριτικές για έναν άγνωστο και άσημο νέο ποιητή.

Όταν τις διάβασα, με τριάντα επτά και τριάντα τρία χρόνια καθυστέρηση, ένιωσα περίεργα. Ήταν απρόσμενα θετικές. Αυτός ο σχεδόν μεταθανάτιος έπαινος με συγκλόνισε.

Ίσως αν τις είχα δει να είχα επιμείνει περισσότερο στον δύσκολο δρόμο της ποίησης. Ίσως… Πολύ αργά.

Θα τις βρείτε εδώ:

Νέα Εστία, του Ανδρέα Καραντώνη, Ιούλιος 1974, για τις "Απουσίες"

http://www.ekebi.gr/magazines/ShowImage.asp?file=123310&code=3146

Νέα Εστία, Αύγουστο του 1978, του Ανδρέα Καραντώνη για Ποιήματα 74-76 και Βιβλίο των Γάτων 

http://www.ekebi.gr/magazines/ShowImage.asp?file=128973&code=2023



Παρασκευή, Φεβρουαρίου 25, 2011

Το μυθικό σπίτι (2η γραφή).

Ο Σεφέρης πήγε για λίγες μέρες στον Πόρο, τον Αύγουστο του 1946, από τις 11 ως τις 17. Έμενε στην βίλα «Γαλήνη». Στις 16, μία ημέρα πριν φύγει, είδε την βυθισμένη «Κίχλη»:


«Το πρωί πήραμε τη βάρκα και πήγαμε γύρω στο Δασκαλειό για μπάνιο. Ανάμεσα στο νησάκι και την ακτή, βουλιαγμένη η Κίχλη. Μόνο η καμινάδα ξεπερνά λίγα δάχτυλα την επιφάνεια».

Τον Οκτώβριο πήρε δύο μήνες άδεια από το υπουργείο («την πρώτη από το καλοκαίρι του 37») και ξανάφυγε για τον Πόρο στις 2 Οκτωβρίου. Έμεινε ως τις 3 Δεκεμβρίου. Στο διάστημα αυτό έγραψε την «Κίχλη» (ίσως το πιο σημαντικό του ποίημα) και την διάλεξη για τον Καβάφη. Την πορεία δημιουργίας του ποιήματος (που τέλειωσε στις 31.10.46) έχει περιγράψει με λεπτομέρεια στις σελίδες του ημερολογίου του. (Μέρες 1945-1951, σελίδες 51-83).

Το σπίτι όπου έμεινε, παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στο ποίημα. Το πρώτο μέρος έχει τίτλο: «το σπίτι κοντά στη θάλασσα». Στο κείμενό του «Ένα γράμμα για την Κίχλη» (που αργότερα ονομάστηκε «Μία σκηνοθεσία για την Κίχλη» Δοκιμές ΙΙ, σ.30-56) ο ποιητής, μετά από χρόνια περιπλάνησης, ταυτίζεται με τον πλάνητα Οδυσσέα. Γράφει: «το σπίτι της Κίρκης είναι το πρώτο σπίτι που βλέπει ο Οδυσσέας ύστερα από πολλά βάσανα, φονικά και ανοησίες…»., Κι αφού μιλήσει για τον «ηδονικό» Πόρο, που του θυμίζει Κίρκη, λέει:  «Εξ άλλου η ‘Γαλήνη’, το βικτωριανό εκείνο σπίτι, κόκκινο Πομπηίας, μου έδωσε για πρώτη φορά, ύστερα από πολλά χρόνια, το αίσθημα του στέρεου σπιτιού, όχι της προσωρινής κατασκήνωσης…». Και παρακάτω: «Έτσι ο Οδυσσέας… συλλογίζεται αυτό το αλλόκοτο πράγμα που ο κόσμος ονομάζει σπίτι». Αρχίζει:
Τα σπίτια που είχα μου τα πήραν. Έτυχε
να’ ναι τα χρόνια δίσεχτα – πόλεμοι, χαλασμοί, ξενιτεμοί






και παρακάτω:












ακόμη
καμιά φορά κοντά στη θάλασσα, σε κάμαρες γυμνές
μ’ ένα κρεβάτι σιδερένιο χωρίς τίποτε δικό μου

Η βίλα «Γαλήνη» είναι επάνω στη θάλασσα (την χωρίζει μόνο ο δρόμος) και βέβαια δεν ήταν δική του.



Αλλά περισσότερο κατάλαβα τον ρόλο που έπαιξε αυτό το σπίτι όταν θυμήθηκα το τέλος του ποιήματος, που το θυμάμαι απέξω:

και είσαι
σ’ ένα μεγάλο σπίτι με πολλά παράθυρα ανοιχτά
τρέχοντας από κάμαρα σε κάμαρα, δεν ξέροντας από πού να κοιτάξεις πρώτα,
γιατί θα φύγουν τα πεύκα και τα καθρεφτισμένα βουνά και το τιτίβισμα των πουλιών
θ’ αδειάσει η θάλασσα, θρυμματισμένο γυαλί, από βοριά και νότο
θ’ αδειάσουν τα μάτια σου από το φως της μέρας
πώς σταματούν ξαφνικά κι όλα μαζί τα τζιτζίκια.

Το μεγάλο σπίτι είναι η ζωή – αλλά και η βίλα «Γαλήνη». Από τα πολλά παράθυρα και την βεράντα, βλέπεις τα καθρεφτισμένα βουνά, ακούς τα πουλιά και τα τζιτζίκια που σταματάνε όλα μαζί όταν «αδειάσουν τα μάτια σου από το φως της μέρας»…



Υ. Γ. Διαβάζω στο Ιντερνετ: "Η Βίλα "Γαλήνη", κτίριο του 1892, αποτελεί ιδιωτική οικία του 19ου αιώνα και μια από τις πιο παραδοσιακές, αρχιτεκτονικά, οικίες του Πόρου. Η ανέγερση της οικίας ανατέθηκε στον Αναστάσιο Μεταξά, έναν από τους καλύτερους αρχιτέκτονες της εποχής. Η αγορά του κτήματος κόστισε 150 χρυσές δραχμές και η οικία με την επίπλωση 60.000 χρυσές δραχμές.

Στην κομψή νεοκλασική βίλα, που λειτούργησε αργότερα ως πανσιόν έχουν φιλοξενηθεί πολιτικοί και διακεκριμένες προσωπικότητες της τέχνης και των γραμμάτων, όπως συγγραφείς και καλλιτέχνες. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε τον Γεώργιο Σεφέρη, το 1946 (όπου έγραψε και το ''Κίχλη''), τον Χένρι Μίλερ (Henry Miller), το 1939 και τον Ελευθέριο Βενιζέλο".



Υ. Γ. 2 Με ρωτάνε: γιατί 2η γραφή; Η πρώτη έγινε στον Πόρο όπου είχα λίγα βοηθήματα και έγραφα από μνήμης. Όταν γύρισα σπίτι, εμπλούτισα το κείμενο. Και τώρα προσθέτω κάτι ακόμα. Ο φίλος Νώντας Τσίγκας βρήκε στο Διαδίκτυο το δοκίμιό μου για την "Κίχλη". Δεν ήξερα πως υπάρχει. Για όσους ενδιαφέρονται είναι 
εδώ

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 24, 2011

Νησί στη Βροχή





Δεν υπάρχει τίποτα πιο μελαγχολικό από ένα θέρετρο το χειμώνα. Βρίσκομαι για ένα συνέδριο σε ένα από τα ωραιότερα μέρη της Ελλάδας – τον Πόρο. Μένω σε ένα μνημείο της ελληνική αρχιτεκτονικής: το παλιό «Ξενία» του Άρη Κωνσταντινίδη, καλόγουστα και σωστά ανακαινισμένο. Το προνομιούχο δωμάτιό μου έχει απίστευτη θέα.

Ψιλοβρέχει. Μαύρο σύννεφο καλύπτει το τοπίο που κάποτε γοήτευσε τον Χένρυ Μίλερ. (Ο «Κολοσσός του Μαρουσιού» παραμένει το καλύτερο βιβλίο του και η περιγραφή της εισόδου στον Πόρο οι πιο γλαφυρές σελίδες του). Το ξενοδοχείο, χτισμένο για καλοκαίρι, είναι ένα μείγμα από παγωνιά και υπερθέρμανση. Οι διάδρομοι είναι ανοιχτοί – για να πας στην ρεσεψιόν πρέπει να βάλεις παλτό. Η ζέστη στο δωμάτιο έρχεται από τον θορυβώδη κλιματισμό που κάνει την ατμόσφαιρα βαριά και γεμάτη ρεύματα.

Γιατί είναι τόσο μελαγχολικό ένα νησί στη βροχή; Τα ορεινά τοπία κερδίζουν με τα σύννεφα και τα χιόνια – αλλά τα νησιά είναι σαν να λιώνουν μέσα στο επουράνιο νερό. Σαν να σβήνει η εικόνα τους από το χάρτη και την δική μας όραση. Ήχοι από βουτιές, παιχνίδια και γέλια μουλιάζουν πολύ μακρινοί.

Λογοτεχνίας συνέχεια. Δίπλα μου εδώ, στη βίλα «Γαλήνη», έγραψε ο Σεφέρης την «Κίχλη» - ίσως το πιο σοφό ποίημά του. Σίγουρα το πιο μουσικό. Απέναντι, στον Γαλατά, εκτείνεται το «Λεμονόδασος». Μνήμη Κοσμά Πολίτη. Άγουρες γεύσεις έρωτα. Απίθανο πόσο ζωντανή παραμένει η Βίργκω στη μνήμη μου, μετά από εξήντα χρόνια.

Από τον βροχερό και παγωμένο Πόρο, θερμούς χαιρετισμούς.


Σάββατο, Φεβρουαρίου 19, 2011

Υπέργηρος σαραντάρης



Κάθομαι μπροστά στο πληκτρολόγιο να κάνω την μοναδική δουλειά που έκανα σε όλη μου τη ζωή. Γράψιμο. Και να ασκήσω το μοναδικό επάγγελμα που ασκώ συστηματικά και αδιάλειπτα από το 1979: μία στήλη για κάποιο έντυπο. (Το Ιντερνέτ δεν είναι επάγγελμα - αλλά χόμπι).

Πενήντα οκτώ χρόνια συγγραφέας, τριάντα δύο χρόνια συντάκτης σχολίων. (Στην διαφήμιση ήμουν μόνο 20 χρόνια. Κι εκεί κείμενα έγραφα).

Κι όμως είμαι από τους ελάχιστους έλληνες που εργάζονται έξη δεκαετίες (ποια 67 κυρία Μέρκελ!) και δεν έχουν σύνταξη. Οι συγγραφείς μπήκαν πολύ αργά στο ΤΕΒΕ (νυν ΟΑΕΕ), οι διαφημιστές (ιδιοκτήτες) δεν είχαν ταμείο – όσο για την δημοσιογραφία…

Συχνά δημοσιογράφοι μου συστήνονται ως: «συνάδελφος, μέλος της ΕΣΗΕΑ».

Τους διορθώνω. «Δεν είμαι μέλος της ΕΣΗΕΑ».

«Δεν είστε; Εσείς; Με τόσα χρόνια στον Τύπο;»

«Και μάλιστα στις μεγαλύτερες Αθηναϊκές εφημερίδες – ας αφήσουμε τα περιοδικά, το ραδιόφωνο και την τηλεόραση. Μία φορά ‘Δημοσιογράφος της Χρονιάς’ και δύο δημοσιογραφικά βραβεία». (Δεν αναφέρω τις 11 παραιτήσεις).

«Και πώς δεν γίνατε μέλος;».

Ξεκίνησα αργά να γράφω στον Τύπο και ήδη τότε δεν είχα δικαίωμα να υποβάλω αίτηση για μέλος της Ένωσης Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών. Υπάρχει ένα άρθρο στο καταστατικό της που περιορίζει ηλικιακά το δικαίωμα υποβολής αίτησης. Από είκοσι ενός μέχρι σαράντα ετών. Ήμουν ήδη άνω των σαράντα.

Ποτέ δεν κατάλαβα το νόημα αυτού του προς τα επάνω περιορισμού. Αν ίσχυε παλιά, πολλοί συγγραφείς για τους οποίους σήμερα υπερηφανεύεται η Ένωση, δεν θα είχαν γίνει μέλη. Ο πρώτος της πρόεδρος, ο συγγραφέας και χρονογράφος Ιωάννης Κονδυλάκης, έγινε μέλος όταν ήταν 52 ετών. Σε μεγαλύτερη ηλικία έγιναν μέλη ο Νιρβάνας, ο Μελάς και ο Ξενόπουλος – όλοι οι ακαδημαϊκοί της.

Ένας άνθρωπος μπορεί να ασχοληθεί με άλλα πράγματα (π.χ. σπουδές, ακαδημαϊκή καριέρα) και να ξεκινήσει τη δημοσιογραφία στα σαράντα του. Δεν μπορεί να γίνει σωστός δημοσιογράφος, διότι τι; Θεωρείται υπέργηρος; Στα ΣΑΡΑΝΤΑ;

Δεν τα γράφω αυτά για μένα – εγώ έτσι κι αλλιώς το τρένο το έχασα ήδη, από χρόνια. Άλλωστε η κύρια ιδιότητά μου ήταν πάντα του συγγραφέα. Αλλά έτσι φτωχαίνει η σύνθεσή της ΕΣΗΕΑ. Σίγουρα θα είχε ανάγκη από μερικά έμπειρα και ώριμα μέλη.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 17, 2011

Ημερολόγιο Ανάγνωσης 7


4 βιβλία


Αυτό θα είναι ένα ημερολόγιο συνοπτικό. Βρίσκω – με κόπο – χρόνο για να διαβάσω, και ξαφνικά δεν έχω χρόνο να γράψω γι αυτά που διάβασα.

Διάβασα λοιπόν τις (βραβευμένες με κρατικό βραβείο) ιστορίες του Αργύρη Χιόνη. Για βραβευμένο βιβλίο είναι απρόσμενα καλό. Τίτλος «Το Οριζόντιο Ύψος», εκδότης Κίχλη. Μία σειρά από μύθοι και παραβολές με ποιητική ακρίβεια διατυπωμένες (ο Χιόνης είναι καλός ποιητής) και με ειρωνεία και σαρκασμό πασπαλισμένες. Μερικά από τα επιμύθια τα βρίσκω περιττά – αλλά είθισται οι μύθοι να έχουν επιμύθια…



Από τα μακρινά Κύθηρα έρχεται το βιβλίο του Δημήτρη Λεβέντη: «Ου παντός πλειν ες Κύθηρα». (Γαβριηλίδης). Δεκαοκτώ μικρές ακαριαίες ιστορίες, σωστά στοχευμένες και ενεργές. Πολύ όμορφο το διήγημα «Της Ρόζας ο πιο αγαπημένος» που αναφέρεται στον σημαντικό Ελληνοιρλανδό-Ιάπωνα συγγραφέα Λαφκάντιο Χερν, με τον δικό του ποιητικό και μυθικό τρόπο.



Έκπληξη αποτέλεσε για μένα η ποιητική συλλογή «Στα μέσα σύνορα», του νέου ποιητή Γιάννη Δούκα. (Πόλις). Αναβιώνοντας με μοντέρνο τρόπο την παραδοσιακή στιχουργία (μέτρο και ρίμα) επιτυγχάνει δυνατά αποτελέσματα. Π. χ.:

Στο πορτμπαγκάζ
Φορτώσαμε τη μνήμη
Μα ξέφυγε στο δάσος
Σαν αγρίμι.

Φοβεροί οι «Γέροι της Σιδώνος» που: «Σαν καινούργια παντελόνια τον καιρό τους φόρεσαν». (Πολλές και ευφυείς οι διακειμενικές αναφορές…).

Τέλος, μία κυρία με δίκαννο επίθετο (double barreled το λένε οι Άγγλοι) μου έστειλε τον μικρό τόμο «Μελετήματα – στοχασμοί πάνω σε κείμενα». (Εκδόσεις των Φίλων). Η κυρία έχει ένα τόσο μεγάλο βιογραφικό που προφανώς δεν χώραγε στα «αυτιά» του βιβλίου, γι αυτό και το παραθέτει σε χωριστή μεγάλη καρτέλα, σαν μικρή αφίσα. Έχει βραβευθεί πολλαπλώς – και από την Ακαδημία Αθηνών.

Πρόκειται για μία σειρά από δοκίμια για σημαντικούς και εντελώς ασήμαντους ποιητές. Το πρώτο αφορά στον Νίκο Καρούζο. Τελειώνει με ένα ποίημα που έγραψε η εν λόγω κυρία, στη μνήμη του ποιητή.

Το γεγονός αυτό μου θύμισε ένα κακεντρεχές ανέκδοτο. Όταν πέθανε ο Βέρντι, ένας συνθέτης έγραψε ένα έργο στη μνήμη του. Το έδειξε σε μουσικοκριτικό ο οποίος του είπε: «Θα προτιμούσα να είχατε πεθάνει εσείς και να έγραφε ο Βέρντι κάτι για σας».

____________________________________
LiFO - 17.2.11
____________________________________

Υ. Γ. Διαμαρτυρήθηκαν μερικοί ότι υπήρξα πολύ σκληρός προς την "δίκαννη" κυρία. Διαφωνώ. Η έλλειψη ταλέντου δεν είναι αμάρτημα. Το θράσος όμως πρέπει να τιμωρείται.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 10, 2011

Μιλτιάδης Έβερτ

Ήταν το πιο ελεύθερο Μέσο Μαζικής Επικοινωνίας που γνώρισα στη ζωή μου. Ήταν η πιο ενδιαφέρουσα παρέα από χαρισματικούς, ταλαντούχους ανθρώπους, που στελέχωναν αυτό το Μέσο. Ήταν η πιο ζωντανή εποχή στα τριάντα δύο χρόνια της δημοσιογραφικής μου ζωής.

Όλα αυτά τα χρωστάω στον Μιλτιάδη Έβερτ. Ο Γιάννης Τζανετάκος τα υλοποίησε – αλλά επάνω στις γερές πλάτες του «μπουλντόζα». Ο 9.84 ήταν ένα θαύμα – που κράτησε δύο ολόκληρα χρόνια. Μέχρι που έφυγε ο Έβερτ και ο διάδοχός του μας έδιωξε. Δηλαδή έκανε αυτό που ποτέ δεν είχε κάνει ο προκάτοχός του. Παρενέβη πολιτικά στο σταθμό και ανάγκασε τη βασική ομάδα (αυτή που είχε ξεκινήσει από το παράνομο Ράδιο 15) να αποχωρήσει σύσσωμη.

Αυτή την χωρίς όρια ελευθερία δεν την ξαναβρήκα παρά μόνο στο Διαδίκτυο. Χωρίς όμως την ζεστασιά και την ποιότητα της παρέας…


Υ. Γ. Και μία προσωπική ανάμνηση. Σε συνάντηση όλων, στις κατασκηνώσεις του Δήμου Αθηναίων στον Άγιο Ανδρέα, ο Έβερτ ήρθε και με βρήκε για να μου κάνει, με πολλή αμηχανία, μία εξομολόγηση: «Με έκανες να κλάψω», μου είπε, «με εκείνες τις Χριστουγεννιάτικες ιστορίες σου. Δεν είχα ξανακλάψει μπροστά σε ραδιόφωνο».

Απομακρύνθηκε γρήγορα μαζί με τον σκύλο του. Ο φιλόζωος. Ο έντιμος. Ο σκληρός «μπουλντόζας» με την παιδική καρδιά.

Τρίτη, Φεβρουαρίου 08, 2011

Επέτειος Βλακείας

Πού το θυμήθηκα τώρα;

Πριν πάνω από ένα χρόνο, την 1η Φεβρουαρίου του 2010, είχα σχολιάσει από αυτό το blog ένα εξώφυλλο του "Κοντέινερ",  ένθετου της Ελευθεροτυπίας.


Σε επτά γλώσσες προφήτευε την αποτυχία του iPad (πριν καν κυκλοφορήσει).

Μετά κυκλοφόρησε και σε 80 ημέρες είχε πουλήσει 3.000.000 κομμάτια. Οι πωλήσεις συνέχισαν ανοδικά και τώρα μετριούνται σε δεκάδες εκατομμύρια. Με την εμφάνισή του δημιουργήθηκε ένα νέο μέσο εργασίας, δημιουργίας και επικοινωνίας, που άλλαξε όλη την εικόνα του χώρου. Φέτος υπολογίζεται ότι θα κυκλοφορήσουν πάνω από 50 ανταγωνιστικές ταμπλέτες.

Τόσο "νεκρό" είναι το iPad...

Τώρα θα μου πείτε ότι η φράση είναι συμβολική και αναφερόταν στο σχετικό τεχνοφοβικό κλισέ ότι (δήθεν) η τεχνολογία σκοτώνει το πνεύμα.

(Αυτοί που σκέπτονται έτσι, δεν χρησιμοποιούν ούτε γυαλιά οράσεως; Τεχνολογία είναι κι αυτή!)

Θυμάμαι κάτι συνάδελφους, όταν το 1995 έγραφα στην Καθημερινή για το Internet,  που μου έλεγαν: "Έλα τώρα, μια μόδα είναι. Σε δύο-τρία χρόνια θα έχει ξεχαστεί".

Κι όμως οι κύριοι του Κοντέινερ και όλοι οι ομοϊδεάτες τους εξακολουθούν να κυκλοφορούν αναίσχυντα και να προφητεύουν αβέρτα ηλιθιότητες. Με ύφος.

(Άλλη δικαιολογία για την συμπεριφορά τους δεν βρίσκω παρά οξεία νοητική υστέρηση...)

____________________________________________________

Υ. Γ. Λίγο πριν από μένα είχε ξεκινήσει το blog της η Αριάννα Στασινοπούλου - Huffington. (Γνώριζα τον πατέρα της - είχα επισκεφθεί και το σπίτι τους στην Κέρκυρα). Στην αρχή πηγαίναμε παράλληλα - μάλιστα εγώ είχα πάντα περισσότερα σχόλια. Μετά το ανέπτυξε σε δικτυακή εφημερίδα. Προχθές το πούλησε στην AOL για 315 εκατομμύρια δολάρια...

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 03, 2011

Ημερολόγιο Ανάγνωσης 6


Τρεις ποιητές

Βροχή έρχονται τα ποιητικά βιβλία με το ταχυδρομείο. Πρωταγωνιστεί ο εκδότης Γαβριηλίδης με πολλές, συνήθως καλαίσθητες, συλλογές. (Το περιεχόμενο δεν είναι πάντα αντάξιο…).

Τι να σου κάνουν και οι ποιητές; Η ποίηση δεν γίνεται δεκτή στα βιβλιοπωλεία (εκτός και αν είσαι η Δημουλά) και ο μόνος τρόπος να κυκλοφορήσει είναι τα ΕΛΤΑ.

Έχουμε πολλούς ποιητές – αλλά έχουμε και ασυνήθιστα καλούς. Ίσως είναι το μόνο πια αξιόλογο προϊόν ελληνικής παραγωγής. Αλίμονο, είναι τόσο λίγο εξαγώγιμο…

Διάλεξα τρία πρόσφατα βιβλία που για διαφορετικούς λόγους μου άρεσαν. Υπενθυμίζω για άλλη μία φορά πως η στήλη δεν κάνει κριτική. Σαν ημερολόγιο που είναι καταγράφει εντυπώσεις.


Κώστας Μαυρουδής: Τέσσερις Εποχές (Κέδρος).

Το βιβλίο θα μπορούσε να επιγράφεται: «Σε αναζήτηση του χαμένου χρόνου». Ο χρόνος είναι το θέμα του, η μνήμη το υλικό του. Αναζητάει ψήγματα ανά την Ευρώπη σε μέρη ήσυχα, από εκείνα όπου το τικ τακ του ρολογιού ακούγεται ευκρινέστερα. Λουτροπόλεις, εξοχές, βιβλία, μαθήματα. Και βέβαια οι τέσσερις εποχές κυκλικά εναλλάσσονται αδιάκοπα. Γράφει:


Συχνά ο χρόνος, σαν παλιά ανάγνωση,
κάνει τα γεγονότα συγκεχυμένα,
σχεδόν αφαιρέσεις,
δεν ξέρεις ακριβώς πού ανήκουν:

Υπάρχουν στίχοι μεγάλης δύναμης (κωδωνοκρουσίες άπληστες για χώρο εισέβαλαν στο σπίτι) παλιά πορτρέτα (όπου σαν την κατάνυξη λάμπει μοναχική η μπριγιαντίνη μέχρι σήμερα) και ένας χαρακτηρισμός της Άνοιξης:

τη γιγαντοαφίσα αυτή της χλωροφύλλης
την πομπώδη διαφήμιση του μέλλοντος

Ο γνωστός ποιητής (πολλοί τον ξέρουν και σαν εκδότη του «Δέντρου») προσθέτει στα ώριμα ποιητικά του έργα (Το Δάνειο του Χρόνου, 1989, Επίσκεψη σε γέροντα με άνοια, 2001) άλλον ένα κρίκο που επεξεργάζεται ακόμα λεπτομερέστερα το αιώνιο θέμα του χρόνου και της μνήμης.


Λουκάς Κούσουλας: Ενθύμιον (Γσβριηλίδης).


Δύο δεκαετίες χωρίζουν τον Λουκά Κούσουλα από τον Κώστα Μαυρουδή – και τα χρόνια αυτά φαίνονται στην σοφή, περίσκεπτη, κατασταλαγμένη ποίηση του Κούσουλα. Πιο παραδοσιακή είναι αλήθεια, αλλά καθόλου παλαιομοδίτικη, έχει την αμεσότητα των αρχαίων επιγραμμάτων που τόσο έχουν απασχολήσει τον φιλόλογο και δοκιμιογράφο. Του χρωστάμε ωραίες σελίδες για τον Παπαδιαμάντη, που και στην ποίησή του δίνει συχνά το παρόν.

Ο τόμος «Ενθύμιον» είναι μία επιλογή, μία ανθολόγηση από τον μεγαλύτερο «Ποιήματα» του 2007. Η φύση και ιδιαίτερα τα ψηλά βουνά είναι η εμμονή και η καταφυγή του. Κρίμα που δεν μπορώ να παραθέσω το μεγάλο ποίημα με τίτλο: Κισμέτι δια να ιδώ τʼ αστεράκι (ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ). Οι στίχοι του σχολιάζουν Ελύτη, Σεφέρη, Πλάτωνα, Ηράκλειτο, Έλιοτ – συχνά με πικρό χιούμορ.


Ποίηση γνωμική με μία αύρα ελεγείας. Όπως γράφει στην «Επισημείωση» του τέλους: «Μη μας ξεχνάτε θέλει να πει [το Ενθύμιον] επαναλαμβάνοντας με τον τρόπο του την παλιά παραγγελία: ‘Μάνα μου τα λουλούδια μου συχνά να τα ποτίζεις’».

Στο Ροδάνι

Όπου βρεθώ
Άλλο δεν κάνω
Μόνο τυλίγω
του αποχαιρετισμού
το κουβαράκι.

Ευτυχία Παναγιώτου: Μαύρη Μωραλίνα (Κέδρος)

Τριάντα χρόνια χωρίζουν την Ευτυχία Παναγιώτου από τον Μαυρουδή και πενήντα από τον Κούσουλα. Κι αλήθεια, μιλάει άλλη γλώσσα.

Μία σειρά από ονειρικές-εφιαλτικές εικόνες είναι τα 22 ποιήματα της συλλογής αυτής. Εικόνες δυνατές που από μέσα τους βγαίνει ανθρώπινος πόνος, σκληρός, χωρίς ίχνος μελό.



στοιχειά και λείψανα
διασκεδάζουν
το ποίημα, το ποίημα όταν
δεν έρχεται.

Η ηρωίδα (ή μην είναι πολλές) του ποιήματος είναι γυναίκα. Ανάμεσα σε ηδονή και αρρώστια με τον θάνατο παρόντα ακόμα και στην εικόνα του εξωφύλλου, διάσημη φωτογραφία της Francesca Woodman.

η πληγωμένη, πόσους και γιατί πάντα τους καλούς μαζί της,
ζωντανή η αγάπη θάβει και την αγάπη της.
___________________________________________

Πάντως το βιβλίο της εβδομάδας είναι ένα από τα σημαντικότερα κείμενα του εικοστού αιώνα. Το είχα διαβάσει πριν πενήντα χρόνια σε γερμανική μετάφραση (άργησε πολύ να μεταφραστεί Ελληνικά, ιταλικά καλά δεν ξέρω) το ξαναδιάβασα σε αγγλική. Υπάρχει τώρα και Ελληνικά στις εκδόσεις Άγρα.


Πρίμο Λέβι: Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος. Θα έλεγα ότι κανείς δεν ξέρει τι είναι άνθρωπος, αν δεν έχει διαβάσει αυτό το βιβλίο.

Κυριακή, Ιανουαρίου 30, 2011

Ο θάνατος του Τέρι

Έχουν την μοίρα τους και τα γατιά – τούτο έτυχε κακότυχο. Βρέφος το πέταξαν στο δρόμο. Το μαζέψαμε και το αναθρέψαμε. Ενός έτους το χτύπησαν βάρβαρα κι έμεινε καιρό παράλυτο. Με θεραπεία και αγάπη συνήλθε και έγινε καλά – μόνο το κεφάλι του έμεινε στραβό. Ψάξαμε για σπίτι αλλά η κυρία που είχε αποφασίσει να τον πάρει, το ξανασκέφτηκε. Έτσι έμεινε εδώ.

Όλα αυτά τα διαβάσατε σε αυτό το blog – διαβάστε τώρα και το τέλος της ιστορίας. Σήμερα το μεσημέρι μία γειτόνισσα τον βρήκε χτυπημένο στο πεζοδρόμιο. Τρέξαμε στο γιατρό αλλά ξεψύχησε στο δρόμο.

Τον τελευταίο καιρό έβγαινε στον κήπο αλλά ποτέ δεν απομακρυνόταν από το σπίτι. Ο δρόμος είναι μακριά και δεν είχε λόγο να φτάσει εκεί – ήταν και στειρωμένος. Όμως η μοίρα του ήτανε μαύρη: πρώτα ορφανός, μετά παράλυτος και τώρα νεκρός.

Ποιος αποφασίζει ότι ένας γάτος θα ζήσει 19 χρόνια όπως ο Αλ, που τον κοιμίσαμε βαριά άρρωστο πριν ένα μήνα, ή μόνον ενάμιση χρόνο όπως ο Τέρι;

Τετάρτη, Ιανουαρίου 26, 2011

Ανασταίνοντας το Balthazar


Ημερολόγιο ανάγνωσης 5


Πώς γράφεις για ένα μύθο; Μόνο δημιουργώντας έναν άλλο.

Αν θυμάμαι καλά, ήταν παραμονές της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, όταν στην ηλεκτρισμένα ατμόσφαιρα των ημερών κυκλοφόρησε ανάμεσα στους διανοούμενους και τους καλλιτέχνες ένα νέο. Σαν κρυφό ήταν, σαν αντιστασιακό: «Η Καίη Τσιτσέλη και ο άντρας της ανοίγουν ένα εστιατόριο».

Ήταν αντιστασιακό. Όχι μόνο γιατί το έκαναν δύο άνθρωποι που η Χούντα τους είχε αφαιρέσει τα διαβατήρια (καθηλώνοντάς τους εδώ, πράγμα που ήταν προϋπόθεση για αυτή τη δημιουργία) αλλά διότι έκανε αντίσταση στην χοντροκοπιά της Χούντας. Αντίσταση αρχοντιάς (και μόνο το κτίριο θα αρκούσε), αντίσταση καλού γούστου, αντίσταση φίνας γεύσης. Στο χώρο του, το Balthazar ήταν μία επανάσταση.

Η Καίη, καλή συγγραφέας, άδικα λησμονημένη σήμερα (ίσως γιατί έζησε ανάμεσα σε δύο γλώσσες – έγραφε Αγγλικά στην Ελλάδα) ήταν παράλληλα και ένας πολύ πληθωρικός άνθρωπος. Ανάμεσα στις πολλές της ιδιότητες και το ταλέντο στην μαγειρική. Ο άντρας της πάλι, ο Νίκος Παλαιολόγος, είχε ζήσει πάνω από δέκα χρόνια στην Ανατολή και κόμιζε από εκεί εξωτικές γεύσεις συνήθως πασπαλισμένες με μπόλικο κάρυ.

Τα υπόλοιπα ανήκουν στην ιστορία. Το πώς ο Νίκος ερωτεύτηκε ένα σπίτι (το παλιό, ρημαγμένο πια αρχοντικό Πυρρή του 1904) το αναπαλαίωσε και έστησε μαζί με την Καίη το πρώτο θα έλεγα «συμποσιακό» κέντρο της Αθήνας, είναι τμήμα όχι μόνο της γαστρονομικής αλλά και της πολιτισμικής μας εξέλιξης.

Το εστιατόριο το ονόμασαν Balthazar. Η κύρια αναφορά ήταν προς το πιο αισθησιακό μυθιστόρημα του μεταπολέμου, το Αλεξανδρινό Κουαρτέτο του Lawrence Durrell και τον ομώνυμο ήρωά του, που δίνει το όνομά του στον δεύτερο τόμο του Κουαρτέτου. Ο Βαλτάσαρ του Ντάρελ, απεικόνιση και Doppelgänger του Καβάφη, είναι φτιαγμένος «κατά τες συνταγές αρχαίων ελληνοσύρων μάγων». Πραγματικά το εστιατόριο είχε κάτι από τον αισθητισμό και κοσμοπολιτισμό μίας ελληνιστικής Αλεξάνδρειας.

Το θαύμα του Balthazar κράτησε δέκα χρόνια – ως το 1983. Πέρασε μετά σε άλλα χέρια, άλλαξε, έκλεισε. Τώρα όμως ανασταίνεται μέσα από μία εκπληκτική έκδοση τόσο πλούσια και περίτεχνη, όσο ήταν και το φαινόμενο που απεικονίζει. Η Λίλα Παλαιολόγου, κόρη των δημιουργών του, και ο Βαγγέλης Πελέκης έστησαν μνημείον εσαεί. Διαιώνισαν την ιστορία, την ατμόσφαιρα, αλλά κυρίως τις γεύσεις του εστιατορίου σε ένα βιβλίο με τον τίτλο: «Η Κουζίνα του Balthazar, 1973 – 1983» και τον υπότιτλο: «Συνταγές και ιστορίες από ένα εστιατόριο της Αθήνας». (Ένα εστιατόριο – τι ταπεινοφροσύνη! Όσο υπήρχε, ήταν ΤΟ εστιατόριο).

Κάθε μία από τις 330 σελίδες του βιβλίου είναι μία αφηγηματική και εικαστική περιπέτεια. Στην αρχή υπάρχουν κείμενα των δημιουργών και των θαμώνων του Balthazar. Ανάμεσα στις υπογραφές: Καίη Τσιτσέλη, Νίκος Παλαιολόγος, Λίλα Παλαιολόγου, Edmund Keely, Προκόπης Δούκας, Νίκη Καναγκίνη, Francoise Arvanitis, Kerin Hope, Jean Bernier, Ruth Padel, Έρση Σωτηροπούλου, Βαγγέλης Πελέκης. Τα κείμενα δίνουν μία ιδέα της εποχής και της περιρρέουσας ατμόσφαιρας.

Δύσκολα μπορεί κανείς να φανταστεί τι ήταν το Balthazar εκείνα τα χρόνια. Όποιος ήταν κάποιος (αλλά και ο κανείς) βρισκόταν εκεί. Συγγραφείς, ζωγράφοι, διπλωμάτες, ακαδημαϊκοί, πολιτικοί, επιχειρηματίες μονομαχούσαν για ένα τραπέζι. Στην σημερινή πολυδιασπασμένη Αθήνα δεν υπάρχει τέτοιο εστιατόριο αναφοράς που να συγκεντρώνει σχεδόν τους πάντες. Η εικόνα της ακμής του φαίνεται στις πρώτες 42 σελίδες της έκδοσης.

Αλλά ουσία του βιβλίου είναι οι συνταγές. Δεν είμαι δυστυχώς αρμόδιος στα γαστρονομικά ώστε να μιλήσω υπεύθυνα γι αυτές – παρόλο που πολλά από τα φαγητά τα είχα απολαύσει εκείνη την εποχή. (Ακόμα καίει ο ουρανίσκος μου από το φοβερό χειροποίητο κάρυ του Νίκου Παλαιολόγου κι ακόμα ευφραίνει τη μνήμη μου η pièce de résistance του μαγαζιού, η πάπια με βύσσινο και κόκκινο λάχανο).

Εδώ χρειάζεται η πένα του Brillat- Savarin ή τουλάχιστον των δικών μας Απίκιου, Δειπνοσοφιστή και Επίκουρου, για να ζωγραφίσουν τις γευστικές αποχρώσεις όλων αυτών των συνθέσεων. Που, ας σημειωθεί, είναι οι περισσότερες πρωτότυπες δημιουργίες. Ακόμα κι όταν πρόκειται για κάποιο κλασικό έδεσμα, μία νότα διαφορετική, ένα νέο συστατικό, μία πρέζα παραπάνω, παραλλάζει την ουσία.

Γεύσεις για τους γευσιγνώστες. Αλλά και ο μη γαστρονόμος θα απολαύσει πριν καν φάγει. Θα απολαύσει οπτικά. Κάθε μία από τις 280 συνταγές εικονογραφείται με σχετικά έργα τέχνης, φωτογραφίες, καρτ ποστάλ, χειρόγραφα σημειώματα. Κάθε σελίδα δεν είναι μόνο μία γευστική αλλά και μία εικαστική περιπέτεια. Ο Ακριθάκης, φίλος του καταστήματος, έχει συμβάλει με δεκάδες σκίτσα και ζωγραφικές, όπως και άλλοι: Τσαρούχης, Ξενάκης, Αργυράκης, Βυζάντιος. Το στήσιμο, η διάταξη και εμφάνιση του βιβλίου είναι ένα σχεδιαστικό και εκτυπωτικό επίτευγμα.


Ωστόσο μέσα στις εκατοντάδες φωτογραφίες του βιβλίου λείπουν δύο βασικές. Το κτήριο και η κεντρική αίθουσα. Αφού ήταν να γράψω για το βιβλίο, σκέφθηκα να συμπληρώσω το κενό. Φορτώθηκα φακούς και μηχανές και πήγα στην γωνία Βουρνάζου και Τσόχα. Είχε ωραία λιακάδα.

Για την κεντρική αίθουσα ούτε συζήτηση – η τέως βίλα Πυρρή ήταν θεόκλειστη. Κατάλαβα όμως και την έλλειψη εξωτερικής φωτογραφίας. Το κτήριο δεν φωτογραφίζεται. Η πρόσοψή του καλύπτεται εντελώς από τα δέντρα και μόνο πλάγιες όψεις ή λεπτομέρειες μέσα από τα κάγκελα μπόρεσα να πάρω. Τις είδατε στην προηγούμενη ανάρτηση.

Να η κρυμμένη πρόσοψη. Ούτε υποψία του κτηρίου.

Γύρισα και δοκίμασα λίγη Μαϊντανοσαλάτα a la Balthazar. Υπέροχη.

Έπαινος λοιπόν ταιριάζει στους ανθρώπους που μόχθησαν και επεξεργάστηκαν ένα τεράστιο υλικό για να μας δώσουν αυτό το μυθικό βιβλίο. Όχι μόνο συνέλεξαν αλλά και δοκίμασαν στην πράξη όλες τις συνταγές. Από ένα εστιατόριο «το τιμιώτερον όλων» που θα έγραφε κι ο Καβάφης, είναι οι γεύσεις. Αυτές τις ανέστησαν.

Έτσι τώρα ο Balthazar μπαίνει στην αιωνιότητα. Από σπίτι σε σπίτι, από κουζίνα σε κουζίνα, οι γεύσεις του θα διαδίδονται και θα κληρονομούνται σε κάθε γενιά. Μπράβο στην Λίλα Παλαιολόγου, τον Βαγγέλη Πελέκη, τις εκδόσεις Ιστός και τον Μανόλη Σαββίδη, που έστησαν αυτό το μνημείο.

________________________________________________________

LiFO 27.1.11

Δευτέρα, Ιανουαρίου 24, 2011

Αναμνήσεις της δεκαετίας 1973-83



Ένα βιβλίο με έφερε 38 χρόνια πίσω. Θα γράψω γι αυτό στην επόμενη ανάρτηση. Πήγα να βρω το χώρο όπου κατοικούσαν οι αναμνήσεις μου.

Ένα παλιό αρχοντικό στους Αμπελοκήπους. Τώρα κλειστό. Την πρόσοψή του την κρύβουν δέντρα. Αλλά μέσα από τα κάγκελα διακρίνεις την αρχοντιά του. Και από το πλάι δείχνει το μεγεθός του. 
Είναι 107 ετών. Περιβαλλόταν κάποτε από ολόκληρο πάρκο με ελάφια και ρυάκια. Ελάφια στους Αμπελοκήπους; Ο ιδιοκτήτης του, μανιώδης χαρτοπαίχτης, έχανε κομμάτι κομμάτι το πάρκο. Πάνε τα ελάφια και τα ρυάκια, έγιναν οικόπεδα, οικίες και μετά πολυκατοικίες.

Την δεκαετία 1973-83 το σπίτι έζησε μία δεύτερη ζωή. Αλλά γι αυτήν σε λίγες μέρες...

Ένα περιστέρι μου γνέφει από το παρελθόν...

Κυριακή, Ιανουαρίου 16, 2011

Η χρυσή βροχή


Οι υπέροχες Αλκυονίδες. Τα τελευταία φύλλα του φθινοπώρου μπαίνουν στο φως του χειμώνα σαν βροχή από χρυσά νομίσματα. Μία βόλτα χθες στο πάρκο δίνει αφορμές για αισιοδοξία - κάπου, λίγο φως, έστω και πλάγιο, θα φέρει το δικό του χρυσάφι.

Κυριακή, Ιανουαρίου 09, 2011

Ημερολόγιο Ανάγνωσης 4α

Στο blog «Βιβλιοκαφέ» έγινε μία ψηφοφορία για την ανάδειξη των 25 καλύτερων νεοελληνικών πεζογραφικών έργων. Λεπτομέρειες θα βρείτε στην διεύθυνση:

http://vivliocafe.blogspot.com/2011/01/top-25.html
Αντιγράφω τον κατάλογο των πέντε πρώτων και των εννέα που ακολουθούν, για να διατυπώσω μερικές παρατηρήσεις:

«Το κιβώτιο» του Άρη Αλεξάνδρου
«Η φόνισσα» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη
«Ακυβέρνητες πολιτείες» του Στρατή Τσίρκα
«Η πάπισσα Ιωάννα» του Εμμανουήλ Ροΐδη
«Eroica» του Κοσμά Πολίτη

«Το τρίτο στεφάνι» του Κώστα Ταχτσή
«Αστραδενή» της Ευγενίας Φακίνου
«Η μεγάλη χίμαιρα» του Μ. Καραγάτση
«Το μόνον της ζωής του ταξείδιον» του Γεώργιου Βιζυηνού
«Το λάθος» του Αντώνη Σαμαράκη
«Και με το φως του λύκου επανέρχονται» της Ζυράννας Ζατέλη
«Μικρά Αγγλία» της Ιωάννας Καρυστιάνη
«Αιολική γη» του Ηλία Βενέζη
«Η Ζωή εν τάφω» του Στράτη Μυριβήλη.

Το Κιβώτιο (έχω την πρώτη έκδοση με ένα σημαδιακό τυπογραφικό λάθος στη ράχη. Γράφει: ΤΟ ΚΥΒΩΤΙΟ) είναι ένα μυθικό έργο, που έπαιξε ιστορικό ρόλο στην αριστερή στάση και σκέψη. Ως μυθικό βιβλίο συνήθως βγαίνει πρώτο σε τέτοιες ψηφοφορίες. (Το έχω ξαναδεί). Η αλήθεια είναι πως αν το ανοίξει σήμερα ένας απροκατάληπτος καλλιεργημένος αναγνώστης είναι ζήτημα αν θα το αξιολογήσει τόσο ψηλά. (Πολλοί μου έχουν εμπιστευτικά εξομολογηθεί ότι δεν κατόρθωσαν ούτε να το τελειώσουν). Ο συμβολισμός του μοιάζει πρωτόγονος και το ύφος του στρυφνό.

Αντίστοιχα μυθικές είναι και οι «Ακυβέρνητες Πολιτείες». Ομολογώ ότι τις διάβασα μετά από το αγγλικό τους πρότυπο (το «Αλεξανδρινό Κουαρτέτο» του Λώρενς Ντάρελ) κι αυτό αφαίρεσε πολύ από την αίγλη τους. Ο Ντάρελ είναι πολύ πιο πλούσιος συγγραφέας από τον Τσίρκα. Κουβαλάνε κι αυτές μία ιστορική σημασία για την αριστερά – πράγμα που επηρεάζει την αξιολόγηση.

Ωστόσο η τριλογία είναι ωραία γραφή, κι αξίζει μία θέση μέσα στα πρώτα πεζογραφήματα.

Δεν έχω άποψη για την «Αστραδενή» (δεν την έχω διαβάσει). Ο Καραγάτσης έχει γράψει πολύ καλύτερα βιβλία από την «Μεγάλη Χίμαιρα». Το «Λάθος» του Σαμαράκη είναι ένα καλό αστυνομικό μυθιστόρημα με προεκτάσεις. Απαράδεκτο είναι να λείπει ο Καζαντζάκης από τα πρώτα 10 – ο «Καπετάν Μιχάλης» ή ο «Ζορμπάς» είναι σπουδαία βιβλία – κι ας μην είναι της μόδας. Από τον Κοσμά Πολίτη προτιμώ το άγουρο αλλά δυνατό «Λεμονόδασος». Μου λείπουν ο Θανάσης Βαλτινός, ο Δημήτρης Χατζής και ο Μάριος Χάκκας.

Θα ήθελα να κλείσω αυτό το σχόλιο με το βιβλίο που θα έβαζα στην πρώτη θέση. Είναι αναμφισβήτητα για μένα «Το Τρίτο Στεφάνι», το μόνο σύγχρονο ελληνικό πεζογράφημα που θα χαρακτήριζα με την λέξη «αριστούργημα». Άψογο, χωρίς μία περιττή φράση και ζωντανό, όπως μόνο η μεγάλη τέχνη μπορεί να είναι διαρκώς ζωντανή.




















Κυριακή, Ιανουαρίου 02, 2011

Χρόνια Πολλά...

...σε όλους αλλά και σε αυτό το blog που σήμερα έχει γενέθλια. Ξεκίνησε με άλλο όνομα (nikosdimou) στις 2 Ιανουαρίου 2006. Αντιγράφω το πρώτο μου κείμενο:

Δευτέρα, Ιανουάριος 02, 2006


Καλή Χρονιά με blog


Όπως ο Monsieur Jourdain στην κωμωδία του Μολιέρου "Ο Αρχοντοχωριάτης" μιλούσε χρόνια πρόζα και δεν το ήξερε, έτσι και εγώ έγραφα χρόνια blogs χωρίς να το ξέρω. Πολύ πριν εφευρεθούν τα web logs εγώ ανέβαζα στο site μου (www.ndimou.gr) σύντομα προσωπικά σχόλια και τα ονόμαζα "Επίκαιρα". Υπάρχουν στο site πάνω από εκατό τέτοια posts για όποιον ενδιαφέρεται. Με την μόδα των blogs σκέφθηκα να διπλασιάσω τις ευκαιρίες ανάγνωσης. Έτσι, κάθε σχόλιο που θα εμφανίζεται στα "Επίκαιρα", θα ανεβαίνει και εδώ.


Το τελικό κίνητρο για την απόφασή μου, μου το έδωσε ο (Sir) Tim Berners Lee που αποφάσισε κι αυτός, δεκαπέντε χρόνια αφού επινόησε τον Παγκόσμιο Ιστό, να φτιάξει δικό του blog. Timbl's blog. Διεύθυνση: http://dig.csail.mit.edu/breadcrumbs/blog/4 . Αναγκάστηκε να κλείσει τα σχόλια γιατί κατακλύστηκε από ένα τσουνάμι συγχαρητηρίων.


Ε, αφού η μόδα των blog κέρδισε και τον εφευρέτη όλων μας... πως μπορώ εγώ να αντισταθώ;


Κάποτε είχα ονομάσει τα "Επίκαιρα" "το blog του τεμπέλη" επειδή έγραφα σπάνια και που... Δεν υπόσχομαι τώρα τίποτα περισσότερο - αλλά, να, θα υπάρχω και εδώ.

posted by Nikos Dimou
3:59 μμ
56 comments

 
 
Από τότε γράφτηκαν γύρω στα 550 κείμενα, πάνω από 100.000 σχόλια (56 την πρώτη μέρα!) κι αυτά μόνο τους πρώτους 18 μήνες. Μετά το blog δεν δεχόταν σχόλια. Δε προλάβαινα ούτε να τα διαβάσω. Ακολούθησε μία πολύμηνη διακοπή. Από τον Απρίλιο 2010, που έβαλα μετρητή, είμαστε στις 199.500 επισκέψεις (κι ας μην υπάρχουν σχόλια).
 
 
Χρόνια Πολλά λοιπόν. Πολλά; Δύσκολο. Ας είναι καλά, τουλάχιστον...

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 29, 2010

Ημερολόγια Ανάγνωσης

Ημερολόγιο Ανάγνωσης 1

Δεν είχα διαβάσει ποτέ μου Παντελή Καλιότσο, μέχρι που ο φίλος μου Αντώνης Σουρούνης μου έστειλε το τελευταίο του βιβλίο. Ο Σουρούνης αγαπάει τον Καλιότσο, και όταν τον διάβασα   κατάλαβα γιατί. Έχουν πολλά κοινά αυτοί οι δύο συγγραφείς και στο ύφος και στην θεματολογία.

Ο Καλιότσος (γεννημένος το 1925) γράφει πολλά χρόνια, έχει εκδώσει αρκετά βιβλία για μεγάλους και παιδιά («Ξύλινα Σπαθιά»), έχει πάρει βραβεία. Πώς έγινε να μην τον έχω διαβάσει; Δεν έχω δικαιολογία… παρά μόνο την έλλειψη χρόνου. Προσπαθώ να παρακολουθώ και να ενημερώνομαι για πολλά σε πολλές γλώσσες – και το πληρώνω με παραλείψεις. Εδώ λοιπόν μου είχε προκύψει ένα σημαντικό κενό. Είναι ένας πηγαίος συγγραφέας με γλωσσική δύναμη και ζωντανό ύφος.

Ήδη ο τίτλος του βιβλίου του είναι χαρισματικός: «Ποιους θα δαγκώσω άμα λυσσάξω». Το κείμενο είναι αυτοβιογραφικό αλλά δεν έχει σχέση με τις συνηθισμένες αυτοβιογραφίες που συνήθως εξωραΐζουν τον βίο των συγγραφέων τους. Το αντίθετο συμβαίνει εδώ – ο Καλιότσος γράφει για τη ζωή του (μία απίθανα σκληρή και δύσκολη ζωή, φτώχεια, ορφάνια, αρρώστια) σαρκάζοντας τους πάντες – αλλά κυρίως τον εαυτό του. Δεν είναι χιουμορίστας, το αντίθετο: είναι σατιρικός. Το χιούμορ σε διασκεδάζει, η σάτιρα πονάει. Θα μπορούσε να βγει μελό, αλλά έγινε σκέτη οργή.

Τίποτα δεν αφήνει όρθιο – έχει ήδη λυσσάξει και δαγκώνει άγρια. Διαβάστε αυτό το βιβλίο. Είναι άνισο αλλά γεμάτο πρωτόγονη δύναμη – αξίζει.

______________________________________________________

Παντελής Καλιότσος: «Ποιους θα δαγκώσω άμα ΛΥΣΣΑΞΩ – η αυτοβιογραφία μου σαν μυθιστόρημα». Εκδόσεις Καστανιώτη, 2009.

______________________________________________________



Ημερολόγιο Ανάγνωσης 2

Αινίγματα και καθρέφτες

Είναι φίλοι δικοί μου, φίλοι μεταξύ τους – και συνεργάτες χρόνια. Έτσι αυτό το σημείωμα για τα δύο βιβλία που έβγαλαν ταυτόχρονα, δεν είναι αμερόληπτο. Άλλωστε αυτή η στήλη δεν είναι κριτική – είναι αυτό που επιγράφεται: Ημερολόγιο Ανάγνωσης. Πρόχειρα ριγμένες σημειώσεις για βιβλία που διάβασα (ή που ξαναδιάβασα).

Οι δύο φίλοι είναι ο Γιάννης Ευσταθιάδης (νέο βιβλίο: Ο Καθρέφτης) και ο Αχιλλέας Κυριακίδης (Κωμωδία). Μετά από τις αριστουργηματικές «Τεχνητές Αναπνοές» και τον «Καθρέφτη του Τυφλού», ο Κυριακίδης έγραψε μία νουβέλα αίνιγμα. Χρειάστηκε να την διαβάσω δύο φορές – πράγμα που δεν ήταν δύσκολο ούτε δυσάρεστο. Πρώτα διότι είναι σύντομη (60 σελίδες) και δεύτερο γιατί είναι απολαυστική σαν κείμενο. Η δεύτερη ανάγνωση ήταν χρήσιμη: το puzzle που έστησε ο συγγραφέας, όλο ανατροπές και εκπλήξεις, την χρειάζεται. Ένα σοφό διανοητικό παιχνίδι πιο σαρκαστικό παρά κωμικό, με διακειμενικές αναφορές και πολιτικές αιχμές καλά κρυμμένες αλλά απολαυστικές για τον «επαρκή αναγνώστη». Ο ήρωας Δ. Χ. (Δημόσιας Χρήσης;) περνάει τέσσερις καφκικές μεταμορφώσεις (όχι σε έντομο) που εκφράζουν όλη την σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα.

Αν ο Κυριακίδης επηρεάστηκε από την παιγνιώδη φαντασία του Μπόρχες (του οποίου είναι απαράμιλλος μεταφραστής) ο Ευσταθιάδης κινείται μέσα στην ποιητική του ευαισθησία. Οι καθρέφτες που πρωταγωνιστούν στα σύντομα πεζά του είναι ονειρικοί, μεταφυσικοί, ευεργετικοί ή ανθρωποφαγικοί. Δεν είναι απλώς οι απεικονίζοντες τα είδωλα των ανθρώπων, αλλά η συμπύκνωση των ψυχών τους. Τεχνίτης των ευαίσθητων τόνων (η θητεία του στη μουσική είναι εμφανής στη γραφή του) ο Ευσταθιάδης δημιουργεί ατμοσφαιρικές εικόνες μεγάλης ομορφιάς και δύναμης. Είκοσι δύο κείμενα που προχωρούν βαθαίνοντας στο μυστήριο και κορυφώνονται με τρόπο μαγικό.

Δύο βιβλία διαφορετικά, που όμως υπόγεια συγγενεύουν και επικοινωνούν απροσδόκητα.

_______________________________________________

Γιάννης Ευσταθιάδης: «Καθρέφτης». Εκδόσεις ΎΨΙΛΟΝ


Αχιλλέας Κυριακίδης: «Κωμωδία» Εκδόσεις ΠΟΛΙΣ

_______________________________________________




Ημερολόγιο ανάγνωσης 3

Το έπος της τρυφερότητας

Στον χώρο του Ελληνικού βιβλίου, ο Κυριάκος Ντελόπουλος (γ. 1933) είναι ένα φαινόμενο. Πατριάρχης της ελληνική βιβλιοθηκονομίας, πρωτεργάτης της βιβλιογραφίας και της φιλολογικής έρευνας – και μαζί καλός λογοτέχνης. Ο κατάλογος των δημοσιευμάτων του πιάνει 95 πυκνοτυπωμένες σελίδες. Από το 1961 ως σήμερα έχει δημοσιεύσει 69 αυτοτελή βιβλία (8 βιβλιοθηκονομικά, 18 βιβλιογραφικά, 12 φιλολογικά-ερευνητικά, 5 φωτογραφικά (είναι και σπουδαίος φωτογράφος), 3 χιουμοριστικά, 1 παιδικό, 17 μεταφράσεις και 5 πεζογραφικά.

Τα τρία από τα τελευταία έχουν ως ήρωα τον Άκη (που είναι το παιδικό alter ego) του Ντελόπουλου. Το πρώτο, Ο Άκης και οι Άλλοι (1983), έκανε εννέα εκδόσεις, εικονογραφήθηκε από την Σοφία Ζαραμπούκα και μεταφράστηκε στα Ιταλικά και τα Ισπανικά.

Όλα αυτά είναι εντυπωσιακά σε ποσότητα και ποιότητα – αλλά να που τώρα, στα 77 του χρόνια, ο Κυριάκος Ντελόπουλος κάνει την έκπληξη και την υπέρβαση. Το τελευταίο βιβλίο με ήρωα τον Άκη (Άκης και Δωροθέα, 2010, Καστανιώτης) είναι ένα λογοτεχνικό κομψοτέχνημα. Μέσα του υπάρχει η ζωντάνια, το χιούμορ και η άδολη ματιά των προηγούμενων βιβλίων, αλλά πέρα από αυτά εδώ προχωράει σε περιοχές δύσκολες ως και επικίνδυνες. Ξέρω πολύ λίγα βιβλία στην παγκόσμια λογοτεχνία που να αναδεικνύουν το θέμα του εφηβικού έρωτα. Ο Ντελόπουλος το κάνει με μία απέραντη τρυφερότητα που ξεχειλίζει από κάθε σελίδα. Κι ούτε ένα λάθος βήμα – ούτε μία λάθος λέξη. Μου άφησε μία γλύκα βαθειά που κράτησε για πολλές μέρες.

_______________________________________________

Κυριάκος Ντελόπουλος: "άκης και δωροθέα", εκδόσεις Καστανιώτη
_______________________________________________


Ημερολόγιο Ανάγνωσης 4

Τα τρία καλύτερα

Κοιτώντας πίσω στη χρονιά αναζητώ τα βιβλία που μου άφησαν τις πιο δυνατές εντυπώσεις. Καταλήγω σε τρία.

Το πρώτο είναι αυτό για το οποίο έγραψα αναλυτικά στην αμέσως προηγούμενη ανάρτηση – το «Αδιανόητο Τίποτα» του Στέλιου Ράμφου. Ερεθιστικό βιβλίο που παραπέμπει σε χρόνους και κείμενα άγνωστα στους περισσότερους από εμάς – αλλά που φωτίζουν ικανά το σημερινό μας πρόσωπο.

Το δεύτερο είναι το πεζογράφημα ενός σημαντικού μας ποιητή. Βιβλίο που ευφραίνει, αποτελεί ταυτόχρονα και υπόδειγμα για το πώς μπορεί κάποιος να γράφει ποιητικά στον πεζό λόγο χωρίς να βαραίνει την πρόζα με άχρηστα ψιμύθια. Παλιά μιλούσαν για «πεζοτράγουδα», αναποδογύριζαν τη σειρά των λέξεων και πρόσθεταν πολλά επίθετα για να δίνουν ποιητικό βάρος. Τίποτα από αυτά δεν χρειάζεται να κάνει ο Μιχάλης Γκανάς στο σύντομο βιβλίο του «…γυναικών». Με απέραντη τρυφερότητα και ευαισθησία πλάθει γυναικεία πορτρέτα, δίνοντας ταυτόχρονα και ένα μάθημα οικονομίας λέξεων.

Το τρίτο – και καλύτερο – είναι η νουβέλα «Ο Τελευταίος Βαρλάμης» του Θανάση Βαλτινού. Ο πιο σημαντικός (για μένα) ζωντανός μάστορας του ελληνικού πεζού λόγου, φτιάχνει εδώ μία συναρπαστική ιστορία που κινείται ανάμεσα στον μύθο και στην πραγματικότητα, κατασκευάζοντας μία νέα πραγματικότητα. Ήδη από παλιά, από τα «Στοιχεία για την Δεκαετία του ‘60», είχε δώσει δείγμα ενός νέου είδους που αντλεί τεκμήρια και ειδήσεις από την καθημερινότητα και την ιστορία - και συνθέτει με αυτά κάτι ανάμεσα σε ντοκιμαντέρ και μυθιστόρημα. Τα όρια του πραγματικού και του μύθου συγχέονται (αναφέρονται υπαρκτά πρόσωπα μαζί με επινοημένα) αλλά το αποτέλεσμα είναι γοητευτικό και ευεργετικό. Από τα λίγα βιβλία που σου αφήνουν μία επίγευση δημιουργικής πληρότητας.



________________________________________________________

Μιχάλης Γκανάς: «γυναικών» εκδόσεις Μελάνι


Θανάσης Βαλτινός: «Ο Τελευταίος Βαρλάμης» Βιβλιοπωλείο της Εστίας

________________________________________________________

Τα τρία πρώτα «Ημερολόγια δημοσιεύτηκαν στην LiFO



Κυριακή, Δεκεμβρίου 26, 2010

Στέλιος Ράμφος: Ο ανιχνευτής του Νεοελληνικού Τίποτα

Φιλοσοφική σκέψη στην Ελλάδα; Ελάχιστη και μίζερη. Φιλοσοφική σκέψη από Έλληνες; Ναι, αλλά στο εξωτερικό.

Και οι πέντε σημαντικοί Έλληνες στοχαστές που έδρασαν στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα σπούδασαν, δούλεψαν και δημοσίευσαν έξω. Οι Κώστας Παπαϊωάννου, Κορνήλιος Καστοριάδης, Κώστας Αξελός και Στέλιος Ράμφος στη Γαλλία και ο Παναγιώτης Κονδύλης στη Γερμανία. Από αυτούς μόνον ο Ράμφος επέστρεψε.

Δίδαξε ένα καιρό στη Γαλλία (στο Πανεπιστήμιο των Βενσέν) αλλά τελικά ήρθε και εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα. Η πρώτη περίοδος της σκέψης του ήταν φανατικά ελληνοκεντρική. Είχε όμως το θάρρος και την αυτοπεποίθηση, προχωρώντας και ερευνώντας, να αναθεωρήσει.

Στο τελευταίο του βιβλίο (Ονομάτων Επίσκεψις) προλογίζοντας παλαιότερα κείμενα γράφει (σ. 8) ότι σε αυτά υπάρχει: «ένας σαφής αντιδυτικός και αντινεωτερικός προσανατολισμός, ο οποίος προ πολλού δεν υφίσταται στα γραπτά μου – το αντίθετο μάλιστα». Οι σύντροφοί του εκείνης της εποχής δεν του συγχώρεσαν την μεταστροφή του και την εγκατάλειψη αυτού που σήμερα ονομάζει: «υπαρξιακορωμαντική αμφισβήτηση της Δύσεως».

Ο Στέλιος Ράμφος γεννήθηκε το 1939. Μέχρι σήμερα έχει εκδώσει πάνω από 30 βιβλία – τα τελευταία 20 στις εκδόσεις «Αρμός». Τον πρωτοδιάβασα το 1976. Ήταν ένα μικρό γοητευτικό βιβλίο: «Η Μουσική του Ηράκλειτου». Τον άλλο χρόνο διάβασα «Το Δαχτυλίδι του Γύγη» περιπλάνηση σε ένα παραμύθι του Πλάτωνα (με ωραίες εικόνες του Κυριτσόπουλου). Η παραγωγικότητά του αυξάνει με το χρόνο. Μέσα στα δύο τελευταία χρόνια έχει εκδώσει έξη βιβλία, τα περισσότερα πολυσέλιδα.

Φέτος κυκλοφόρησε «Το Αδιανόητο Τίποτα» ένα βιβλίο-σταθμός για την αυτογνωσία των Έλλήνων. Υπότιτλοι του βιβλίου: «Φιλοκαλικά Ριζώματα του νεοελληνικού μηδενισμού – Δοκίμιο φιλοσοφικής ανθρωπολογίας». Ένας τόμος 489 σελίδων μεγάλου σχήματος, πάντα σε πολυτονική παραδοσιακή γραφή (ως και υπογεγραμμένες) που ξεκινάει από τον Ευάγριο Ποντικό (345-399), για να καταλήξει στην σημερινή νεοελληνική συνθήκη (στη παρουσίαση του βιβλίου ο Ράμφος αναφέρθηκε ακόμα και στο ΔΝΤ). Σε μία εποχή που όλοι ψάχνουν για φταίχτες αυτός δείχνει ένδον.

Οι θέσεις στις οποίες καταλήγει ο συγγραφέας είναι γνωστές και από άλλα βιβλία του που μιλάνε για την σημερινή ελληνική πραγματικότητα. (Π.χ. «Μία καλοκαιρινή ευτυχία τρίζει», 1999, σελ. 99: «Αντίπαλός μας δεν είναι οι εξωτερικές συνθήκες και οι εχθροί – ο μεγάλος δυνάστης μας είναι ο εαυτός μας. Είναι η συναισθηματική μας λογική και η παθητική νοοτροπία του ομαδισμού μας».). Γι αυτόν, το ότι οι Έλληνες δεν έζησαν μία Αναγέννηση και έναν Διαφωτισμό, τους άφησε χωρίς ταυτότητα, χωρίς σύστημα αξιών, χωρίς εαυτό. Κυριαρχούνται εντελώς από το συναίσθημα, πράγμα που οδηγεί σε ένα μηδενισμό του λόγου. Αλλά χωρίς λόγο δεν χτίζεται ένας συγκροτημένος και ουσιαστικός εαυτός. Το «έλλειμμα εαυτού» είναι για τον Ράμφο εκείνο που οδηγεί στα άλλα ελλείμματα (ακόμα και τα δημοσιονομικά). Κυρίως οδηγεί στον μηδενισμό.

Ο μηδενισμός υπονομεύει τις σταθερές αξιακές μορφές του βίου. Οδηγεί σε ένα χάος από δράσεις και αντιδράσεις, καθαρά συναισθηματικές, εναλλασσόμενων μίσους και αγάπης. Συναισθηματική είναι και η επιβεβαίωση που ζητάει ο νεοέλληνας. Συνοδεύεται από απέχθεια στην εργασία, ροπή στην άνετη ζωή, αδιαφορία για κανόνες (εξ ου και η κυριαρχία της διαφθοράς). Το τρίπτυχο: διαδήλωση – ταβέρνα – τραγούδι, μας εκτονώνει συναισθηματικά και μας τρέφει ψυχικά.

Η διαφορά από άλλα σχετικά κείμενα του Ράμφου είναι ότι στο βιβλίο αυτό αναλύονται οι ρίζες (τα «ριζώματα») αυτής της νοοτροπίας. Όσο κι αν φαίνεται περίεργο, είναι θρησκευτικές. Ο συγγραφέας ερευνά και ανιχνεύει, σε μία συναρπαστική πορεία στην ιστορία της ορθόδοξης ησυχαστικής θεολογίας, όλες τις πηγές του προβλήματος. Εστιάζει στην «Φιλοκαλία» ένα βιβλίο-σταθμό που περιέχει κείμενα 10 αιώνων (από τον 4ο ως τον 14ο) και εκδόθηκε στα τέλη του 18ου για να καταπολεμήσει τον Διαφωτισμό – ντόπιο και εισαγόμενο – που τότε αναδυόταν στην Ελλάδα.

Σύμφωνα με τον Ράμφο «στο Βυζάντιο του 14ου αιώνος επήλθε διαζύγιο μεταξύ λόγου και πίστεως, με σοβαρά ιστορικά επακόλουθα» (σ. 461). Το συλλογικό επεκράτησε του ατομικού, το μεταφυσικό του φυσικού. Γράφει παρακάτω: «Την εμμονή στην υπερβατική διεκδίκηση ενός απόκοσμου κενού που εγγράφεται στην ψυχή σαν αδιανόητο τίποτα, πληρώνουμε αυτοτιμωρητικά επί αιώνες στην χριστιανική Ανατολή…» (σ. 468). Και αλλού: «Ως υπερφυσικό γεγονός, το ιδεατό μας κρατάει ανήλικους» (469).

Η Φιλοκαλία, «έργο καταστατικής σημασίας για τον νεότερο Ελληνισμό» (σ. 9) πέτυχε να υπονομεύσει τον Διαφωτισμό και τον Λόγο. Φτάσαμε στο «έλλειμμα εαυτού». Ένα βιβλίο σαν το «Αδιανόητο Τίποτα» – ίσως το σημαντικότερο της χρονιάς – μπορεί να μας κατευθύνει προς την αυτογνωσία. Ώστε να ενηλικιωθούμε και να γίνουμε κάποτε «σύγχρονα υποκείμενα» (η κατακλείδα του βιβλίου, στη σ. 470).

__________________________________________________________

Δημοσιεύθηκε στην LiFO της 23.12.10

Σάββατο, Δεκεμβρίου 18, 2010

7 Χριστουγενιάτικες Ιστορίες

Κάθε χρόνο τέτοια εποχή ανοίγω το σεντούκι με τα Χριστουγεννιάτικα και βγάζω τις 7 ιστορίες μου. Πολλοί τις ξέρουν, άλλοι θα τις δουν για πρώτη φορά. Αυτές έχω για τα χρόνια πολλά και αυτές δίνω. Καλές γιορτές!



Επτά Χριστουγεννιάτικες Ιστορίες
                                      
Πρόλογος


Υπάρχουν  πολλών  ειδών  Χριστούγεννα.  Των  πιστών  και των αγοραστών. Τα κοσμικά και τα οικογενειακά. Τα φωτεινά και τα μελαγχολικά.

Υπάρχουν διάφορα τοπία για Χριστούγεννα.  Τα  βόρεια  -  με πάγο και χιόνι - και τα νότια - με φοινικιές και αστέρια.

Υπάρχει  ξεχωριστό  ύφος  Χριστουγέννων.  Του  Dickens ή του Παπαδιαμάντη. Των παραμυθιών ή των Ευαγγελιστών.

Ο κάθε άνθρωπος, κάθε χρόνο,  έχει τα δικά του Χριστούγεννα. Που, από πέρυσι σε φέτος, μπορεί να απέχουν αιώνες!

Για  μένα,  πάντως,  από  τότε που έπαψα να είμαι παιδί,  τα Χριστούγεννα είναι πάντα μνήμη. Μία γιορτή όπου επιστρέφω.

Τα Χριστούγεννα, θυμάμαι - και την Πρωτοχρονιά,  ελπίζω.  Κι όσο  περνάνε τα χρόνια,  τόσο περισσότερο θυμάμαι - και τόσο λιγότερο ελπίζω.

Αυτή τη  χρονιά  θέλω  να  θυμηθώ  μαζί  σας.  Όχι  πως  οι αναμνήσεις  μου  είναι  ιδιαίτερα  σημαντικές  - όλοι έχουμε ανάλογες.  Αλλά,  στην αγορά της καρδιάς,  τι άλλο έχει ένας
άνθρωπος από τις εμπειρίες του.  Τις χαρίζει, τις ανταλλάσσει - καμιά φορά τις εμπορεύεται.

Ανοίγω λοιπόν το σεντούκι των Χριστουγέννων και ξετυλίγω επτά ιστορίες.  Αρχίζοντας – πού  αλλού; – από  τα παιδικά μου χρόνια.


Ιστορία πρώτη

Αθήνα, Δεκέμβρης 1944. Τα Χριστουγεννιάτικα αυγά.

Είμαι  εννέα χρόνων,  δεν ξέρω τίποτα από Χριστούγεννα,  δεν έχω δει ποτέ έλατο,  μήτε στολίδια.  Έχουμε πολύ  πεινάσει  στην Κατοχή,  έχουμε  πουλήσει  παλιά  προγονικά κειμήλια γενεών,
έχουμε  ανταλλάξει  το  πιάνο  της  μάνας μου με ένα ντενεκέ λάδι.  Μα  αυτές  εδώ  οι  γιορτές  του  '44  είναι  οι  πιο παράξενες, συνοδευμένες από εκπυρσοκροτήσεις όπλων, εκρήξεις βομβών,  κροτάλισμα  μυδραλιοβόλων,  το  γλουγλούκισμα  των όλμων που περνάνε πάνω από το σπίτι.
       
Εμείς τα  παιδιά  έχουμε  χάσει  και  την  αλήτικη  κατοχική ελευθερία μας. (Τι κάναμε!  Παίζαμε με σφαίρες και καψούλια, με κάλυκες και μακαρόνια δυναμίτη!  Πατούσαμε απότομα με  τα πέταλα του τακουνιού μας την άκρη του μακαρονιού - κι έφευγε σφυρίζοντας σαν πυροτέχνημα.  Ποια πέταλα; Μα όλοι φορούσαμε σιδερένια  πέταλα στα χιλιομπαλωμένα παπούτσια μας για να μη λιώνουν. Και περπατώντας αντηχούσαμε σαν αυτούς που χορεύουν κλακέτες!)

Τώρα όμως μας έχουν μαντρώσει μέσα στο σπίτι «μη  σας  πάρει καμία  αδέσποτη».  Κι  αυτό δεν ήταν άδεια κουβέντα.  Λίγες ημέρες πριν, η ξαδελφούλα μου η Νίκη, με ξανθό ίσιο μαλλί ως τη μέση, δέχθηκε μία σφαίρα στον κατάλευκο κρόταφο.

Κλεισμένοι  μέσα,  χωρίς  φως  -  είχαμε  συνεχείς  διακοπές ρεύματος  -  καίγαμε μαγκάλι για ζέστη.  Ο πατέρας βρισκόταν στην Σκομπία - έτσι λέγαμε τότε το  κέντρο  της  Αθήνας  που
ελεγχόταν από τους Εγγλέζους του Σκόμπυ. Εμείς, είχαμε δίπλα μας  την  πολιτοφυλακή  του  ΕΛΑΣ.  Η  μητέρα  φοβόταν  τους Ελασίτες αλλά μία φορά που ήρθαν στο σπίτι, με τις γενειάδες και τα φυσεκλίκια τους, μας φέρθηκαν πολύ ευγενικά.

Ο πατέρας εργαζόταν στο υπουργείο Οικονομικών  -  και  (έτσι θυμάμαι)  τον  είχε  καλέσει  ο  υπουργός  για  μία  έκτακτη δουλειά και δεν μπόρεσε να επιστρέψει.  Γεγονός πάντως πως μας έλειπε - και πως,  παραμονή Χριστουγέννων,   δεν  υπήρχε  ούτε  φως,  ούτε  ζέστη,  ούτε πατέρας. Μόνον όλμοι και βόμβες.

Καθόμασταν λοιπόν γύρω από την λάμπα του  πετρελαίου  (ακόμα νιώθω  την  μυρωδιά  της) όταν ξαφνικά ακούμε ένα κορνάρισμα έξω από το σπίτι. Παρά την απαγόρευση πετάγομαι στο μπαλκόνι - και τι να δω!  Ένα νοσοκομειακό του Ερυθρού  Σταυρού  στην πόρτα  μας  -  κι  ένας  εξάδελφος μου,  μεγαλύτερος, που μου γνέφει να κατέβω.

Κατρακυλάω τα σκαλιά.  Τα νοσοκομειακά  ήταν  τότε  τα  μόνα οχήματα  που ελευθεροκοινωνούσαν ανάμεσα στις δύο ζώνες.  Ο εξάδελφος έφερνε μήνυμα από τον πατέρα.  Ήταν καλά και  μας έστελνε για δώρο μία σοκολάτα και δύο αυγά.

Τώρα εσείς νομίζετε πως χάρηκα για τη σοκολάτα.  Όχι πολύ - είχα ξαναφάει μία, Αγγλική, στην απελευθέρωση. Το θαύμα ήταν τα αυγά.  Παιδί της κατοχικής πόλης,  είχα ξεχάσει πώς είναι ένα αυγό. Τα χάζευα, τα χάιδευα (τι τέλειο σχήμα που έχουν!) κι όταν τα βράσαμε και τα κόψαμε,  έμεινα εκστατικός μπροστά στο χρώμα και τη γεωμετρική συμμετρία του  κροκού  μέσα  στο ασπράδι.

Έτσι λοιπόν έγινε που,  αντί για πασχαλινό, εγώ χάρηκα τότε αυγό Χριστουγεννιάτικο.


Ιστορία δεύτερη

Δεκέμβριος 1951. Ο αρχάγγελος

Στο σχολείο,  γιορτή για τα  Χριστούγεννα.  Ετοιμάζουμε  μία μικρή  τελετή.  Εγώ θα διαβάσω το «Ποιμένες αγραυλούντες...» και μια ομάδα μαθητές και καθηγητές θα  παίξει  ένα  μουσικό
κομμάτι.  Πρώτη  φορά  ακούω  αυτή τη μελωδία και είναι τόσο αγνή, τόσο αγγελική, που πάντα ξεχνάω να μπω στην ώρα μου με το κείμενο.

Ρωτάω τον καθηγητή  που  οργανώνει  την  γιορτή  τον  μεγάλο μουσικολόγο  (εμείς  τον  παιδεύαμε σαν δάσκαλο της Ωδικής!) Μίνω  Δούνια.   Είναι,   μου  απαντάει,   το  Κοντσέρτο  των
Χριστουγέννων  του  Corelli. (Concerto opus 6, n. 8, σε σολ ελάσσονα fatto per la notte di Natale) Από τότε, κάθε φορά μου ακούω αυτή την μελωδία,  θυμάμαι τον Δούνια που αργότερα με  έμαθε να  αγαπώ και να καταλαβαίνω την μουσική.  Και θαυμάζω γιατί το μικρό όνομα του Corelli ήταν Arcangelo.  Αρχάγγελος  που ήρθε στη γη.



Ιστορία τρίτη

Μόναχο Δεκέμβρης 1959. Το κρύο και η ζέστη.

Για όλους - εκτός από τα παιδιά  - γιορτή σημαίνει ανάμνηση. Τα παιδιά, βέβαια, παρελθόν δεν έχουν - έχουν το ζωντανό παρόν. ('Όσο για το μέλλον, το έχουν κι αυτό, άλλά δεν το ξέρουν. Και ίσως, καλύτερα).

Εμείς, όμως, παρελθόν. Κάθε χρόνο και πιο φορτωμένο. («Θυμάσαι τα Χριστούγεννα του '73;» - «Θυμάσαι την Πρωτοχρονιά του '65;»).

Αυτές τις μέρες θυμήθηκα τα Χριστούγεννα του '59. Είχε χιονίσει πολύ αυτό το χρόνο στο Μόναχο - λευκές παραμονές, κατά πώς πρέπει. Ξαφνικά ζωντάνεψαν πάλι όλες οι γλυκερές κάρτ-ποστάλ - παιδάκια με κόκκινες μύτες και μάλλινες σκούφιες, έλκηθρα, χιονισμένα έλατα στις πλατείες, χωριουδάκια θαμμένα στο χιόνι με φωτισμένα παράθυρα και δραστήριες καμινάδες…

Για μένα όμως ήταν κακή χρονιά: πένθη, πικροί χωρισμοί, ατυχίες - έτσι όπως καμιά φορά έρχονται όλα μαζί τα δυσάρεστα. Μπήκε ο Δεκέμβρης, έκανα πώς δεν έβλεπα, πώς δεν άκουγα και, κυρίως, πως δεν θυμόμουν. Κυριακή άναψαν οι Γερμανοί κι άλλο κεράκι στο στεφάνι της Αdvent. Στο τέταρτο κερί, πανικός. Αχ! αυτές οι μέρες της υποχρεωτικής, της αναγκαστικής χαράς - πόσο σκληρές  είναι γι' αυτούς πού δεν καταφέρνουν να πιάσουν την εθνική (κατά κεφαλήν) νόρμα ευτυχίας...

Ήμουν λοιπόν μόνος. Όχι μονάχα από τις περιστάσεις. Ήμουν θεληματικά, πεισματικά μόνος. Προτάσεις φίλων, προσκλήσεις, εκδρομές - τίποτα. Εξαφανίστηκα. Κι έμεινα παραμονή Χριστουγέννων στη σοφίτα μου (έκτος όροφος, σε μεταπολεμική φτηνοπολυκατοικία χωρίς ασανσέρ) να κοιτάω τον κεκλιμένο τοίχο.

Βράδυ παραμονής Χριστουγέννων, στη Γερμανία... 'Όλοι στα σπίτια γύρω από το  δέντρο, ψυχή στους δρόμους. Τραγουδάνε τα παραδοσιακά  τους τραγούδια και ανοίγουν τα δώρα. Τα τραγούδια είναι όμορφα - παλιά αναγεννησιακά ή μπαρόκ - και ή ατμόσφαιρα ζεστή από τα κεριά. Υπάρχουν πολλά καλούδια: Plätzchen σαν κουλουράκια, Christstollen σαν τσουρέκι, ξηροί καρποί και κονιάκ. 'Όταν χτυπήσει έντεκα, ντύνονται όλοι ζεστά - ζεστά και πάνε στην εκκλησία ν' ακούσουν τη λειτουργία του Μπάχ, του Μότσαρτ, του Σούμπερτ - με χορωδίες, ορχήστρες και αρμόνια. Τα παιδιά κοιμούνται πολύ αργά (μεγάλη εξαίρεση) αγκαλιά με τα δώρα τους. Την άλλη μέρα θα έχει χήνα γεμιστή με πολλά ωραία συνοδευτικά και γλυκά.

Κι εγώ, στη σοφίτα μισούσα τον εαυτό μου κι όλο τον κόσμο. Είχα μία μπουκάλα κακό κονιάκ - μου χαλούσε το στομάχι άλλά γι' αυτό το έπινα. Έβαλα ραδιόφωνο: όλο τραγούδια χριστουγεννιάτικα. Ό άλλος σταθμός είχε εορταστική συναυλία.  Είχα ένα δανεικό μαγνητόφωνο και είπα να την ηχογραφήσω. Πρωτόγονοι τρόποι: δεν είχε «έξοδο» το ραδιόφωνο - ηχογραφούσα με μικρόφωνο. Κάποια στιγμή (είχα ξεχάσει πώς ηχογραφούσα) ακούγοντας ένα κομμάτι, με πήραν τα κλάματα. Έχω ακόμα αυτή τη μαγνητοταινία - πάνω από τον Μότσαρτ ακούγονται λυγμοί.

Τελείωσε το μπουκάλι, ζαλίστηκα, με πήρε ο ύπνος ξημερώματα στον καναπέ. Ξύπνησα από έντονο κουδούνισμα. Ήταν έντεκα και μισή το πρωί. Ήμουν πιασμένος, παγωμένος, με ναυτία και πονοκέφαλο.  Τα ρούχα είχαν κολλήσει επάνω μου. Το κουδούνισμα συνεχιζόταν επίμονο - ποιος διάβολος! Είδα κι απόειδα, άνοιξα. Στην πόρτα ένας σοβαρός καλοντυμένος κύριος, Γερμανός, άγνωστος. Μου συστήθηκε ευγενικά. Είπε πως είναι μακρινός συγγενής κάποιων γνωστών μου. «Μήπως θα είχα κέφι» - ρώτησε ο άγνωστος - «να τους τιμήσω με την παρουσία μου στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι;»

Μουρμούρισα μερικές δικαιολογίες - ήμουν άρρωστος, άπλυτος, αξύριστος. Ό άγνωστος επέμενε: «Έχετε κάτι καλύτερο να κάνετε; Εγώ θα σας περιμένω να ετοιμαστείτε». Ενδόμυχα μου έκανε καλό αυτή ή πρόσκληση. Ιδιαίτερα πού ήταν άνθρωποι άγνωστοι και θα ξέφευγα από τον παγιδευμένο χώρο μου. Ευχαρίστησα, ντύθηκα, φύγαμε.

Είχαν ένα πολύ ωραίο μικρό σπίτι με κήπο στα περίχωρα του Μονάχου. Στην είσοδο με υποδέχτηκε ένας πανέξυπνος χιονάνθρωπος. Μετά γνώρισα τους χιονογλύπτες: ένα κοριτσάκι εννέα, ένα αγοράκι επτά χρόνων - ξανθόμορφα σαν αγγελούδια του Βαυαρικού μπαρόκ. Και ή μητέρα συμπαθέστατη. 'Όσο για τη χήνα, απαράμιλλη σε γεύση και γλύκα. Έλιωνε στο στόμα. Και υπήρχαν τα πάντα: κόκκινο κρασί και κόκκινο λάχανο, πατάτες φούρνου και γλυκιά σάλτσα με βατόμουρα, δύο γλυκά, κονιάκ (καλό!), καφές. Τα παιδιά ανέβηκαν στα γόνατα μου και τους είπα ελληνικά παραμύθια. Τραγουδήσαμε μετά όλα τα χριστουγεννιάτικα τραγούδια: Από τον Ουρανό Ψηλά, Ξεφύτρωσε ένα Ρόδο, Ελάτε Ποιμένες - μέχρι το Έλατο και την Άγια Νύχτα.

Και το πιο όμορφο - το πιο συγκινητικό: Μου είχαν και δώρο! Ανοίξαμε τα πακέτα και, κάτω από το έλατο, υπήρχε και για μένα  καρτούλα με το όνομά μου. Μέσα στο κουτί ένα κομψό πορτοφόλι από μαύρο δέρμα. (Απένταρε φοιτητή - τι θα έβαζες μέσα;) 

Αργότερα, ανάψαμε το τζάκι, ψήσαμε κάστανα, ήπιαμε καφέ με κουλούρια και μπισκότα, είπαμε ανέκδοτα και αστεία. Ξαφνικά ένιωθα σπίτι μου. Τους ήξερα χρόνια - πιο δικοί από τους δικούς μου.

Κάποια στιγμή - από ευγένεια - είπα να  φύγω. Μα, καθίστε - όχι, όχι! Τελικά ο πατέρας προσφέρθηκε να με πάει με το αυτοκίνητο. «Θα μου κάνει καλό», είπε «μία βόλτα στο κρύο». Τα παιδιά με φίλησαν σχεδόν με πάθος. Όταν φτάσαμε έξω από την πόρτα μου, δεν ήξερα πώς να τον ευχαριστήσω. Σκεπτόμουν το κρύο ακατάστατο δωμάτιο από το οποίο με είχε αποσπάσει και τρόμαζα. Πόσο γρήγορα πηγαίνεις από το κρύο στη ζέστη!

Άρχισα λοιπόν να του λεω πόσο σημαντική ήταν για μένα  αυτή η μέρα, πόσο ευγνώμων είμαι - όταν με διέκοψε: «Δεν χρειάζεται», είπε, «να μ' ευχαριστήσετε. Εμείς αυτό το κάνουμε  κάθε χρόνο. Έχουμε αναλάβει υποχρέωση να καλούμε έναν μοναχικό ή δυστυχισμένο. Φέτος μας έδωσαν το όνομά σας».

Πόσο γρήγορα πηγαίνεις από τη ζέστη στο κρύο. Το πορτοφολάκι βυθίστηκε μέσα στο χιόνι όπου το πέταξα. Κι άλλο κονιάκ δεν είχα στο δωμάτιο.



Ιστορία Τέταρτη                                   

1963 - Οι Πατέρες.

Μία  παρέα  φίλοι,  σκεπτόμαστε  να  κάνουμε Χριστούγεννα σε μοναστήρι.  Κάποιος  μας μιλάει για την Μονή Ιερουσαλήμ ψηλά στον Παρνασσό,  πάνω από την Δαύλεια.  Ωραία ιδέα  λέμε  και ξεκινάμε  προπαραμονή.  Ο ένας διαθέτει Ι. Χ. στριμωγνόμαστε και δρόμο.
         
Η αλήθεια είναι πως φύγαμε κομμάτι αργά.  Ο ήλιος κόντευε να δύσει  όταν  φτάσαμε  στην  Δαύλεια  -  και  όταν με το καλό σκαρφαλώσαμε τον απαίσιο λασπόδρομο ως την μονή  είχε  πέσει το  σούρουπο.   Μεγάλη  ταλαιπωρία  η  λάσπη,   πέντε  φορές αναγκαστήκαμε να κατέβουμε και να  σπρώξουμε  το  αυτοκίνητο που είχε κολλήσει.

Όταν   όμως   είδαμε   την  μονή  με  τα  καντήλια  της  να τρεμοσβύνουν στο σύθαμπο,  αναγαλλιάσαμε.  Ζέστη,  φαγητό και κατάνυξη - να τι ζητούσαν τα παγωμένα σώματα και οι άπληστες ψυχές μας.

Αλίμονο! Η μεγάλη κεντρική πύλη, ίδια καστρόπορτα σε τείχος, ήταν   θεόκλειστη.   Κορνάρουμε.   Μόνον   η  ηχώ  απαντάει. Ξανακορνάρουμε. Τίποτα. Χτυπάμε την πόρτα.  Καμία απόκριση.
Φωνάζουμε.  Σιωπή. Σηκώνουμε ολόκληρα αγκωνάρια και τα πετάμε στην μεταλλική πόρτα.  Αντιβουίζει το βουνό,  αλλά αντίδραση καμία.

Εν τω μεταξύ έχει νυχτώσει για τα καλά, κάνει άγριο κρύο και ο οδηγός μας αρνιέται να κατέβει νύχτα τον λασπόδρομο. 'Εχει δίκιο, δεν αστειεύονται οι γκρεμοί γύρω-γύρω. Κάτω έχει ψιλό
παγωμένο  χιόνι,   πως  θα  βγάλουμε  την  νύχτα;   Δύο  στο αυτοκίνητο,  δύο ξάπλα στη  γη  αγκαλιασμένοι  μέσα  σε  μία παλιοκουβέρτα,  που  βρέθηκε  στο  πορτμπαγκάζ  κι  ένας να
φυλάει τσίλιες μη μας ορμήξουν τίποτα λύκοι.  Αλλαγή βάρδιας κάθε τόσο. Δεν κοιμήθηκε βέβαια κανένας.

Χαράματα,  στις έξη ξαγρυπνισμένοι και παγωμένοι βλέπουμε να ανοίγει η βαριά σιδερόπορτα.  Βγαίνει ένας καλόγερος καβάλα σε μουλάρι. Αγανακτισμένοι τον περικυκλώνουμε - τόση φασαρία κάναμε, είναι δυνατόν να μην μας ακούσατε;

"Κάτι ακούσαμε", λεει ατάραχος ο καλόγερος, "αλλά δεν ξέραμε τι  ήτανε.  Κι  εσείς ευλογημένοι,  δεν φωνάζατε:  'Πατέρες! Πατέρες!' να καταλάβουμε πως ήσασταν  καλοί  Χριστιανοί,  να σας ανοίξουμε;"

Πέρασαν χρόνια, η παρέα σκόρπισε. Αλλά όποτε συντυχαίνουμε ο ένας  τον  άλλον  η  προσφώνηση  είναι  δεδομένη:  "Πατέρες! Πατέρες!"


Ιστορία Πέμπτη

1972 - Το δώρο της Πίπση.

Πρέπει τώρα να σας πω  την  ιστορία  μιας  γάτας.  Δεν  ήταν όμορφη,  ούτε χαδιάρα.  Ήταν ίσως η πιο άσκημη  και  άκομψη γάτα   που   έχω   γνωρίσει.   Μονοκόμματη  και  τραχιά  σαν
μπουλντόγκ.  Δεν ήταν καν δική  μου.  Όμως  μου  έκανε  ένα θαυμάσιο Χριστουγεννιάτικο δώρο.

Ζούσα  τότε σε προάστιο της Αθήνας.  Το σπίτι,  μονοκατοικία παλιά και άβολη, ήταν απομονωμένο σε ένα ύψωμα.  Πίσω του το δάσος. (Τώρα έχει γίνει πολυκατοικίες!)

Το  παλιό κτίσμα είχε μείνει καιρό ακατοίκητο.  Ανήκε σε ένα γέροντα γιατρό, που ζούσε εκεί ολομόναχος. Είχε πεθάνει πάνω από ένα χρόνο. Πέρασε και άλλος καιρός μέχρι να συμφωνήσω με τους   κληρονόμους  για  την  ενοικίαση  και  να  γίνουν  οι απαραίτητες επισκευές.

Για αρκετούς μήνες,  αφού μετακόμισα,  έβλεπα μία  γριά  και άσκημη γάτα που τριγύριζε συστηματικά το σπίτι. Βέβαια γάτες εκεί υπήρχαν πολλές - και  οι  δικές  μου  και  οι  τακτικές
επισκέπτριες  και οι περαστικές.  Όμως αυτή ήταν αλλιώτικη. Ούτε πλησίαζε πολύ ούτε απομακρυνόταν.  Βρισκόταν  πάντα  σε ίδια απόσταση από το σπίτι, σαν να ήταν δεμένη με ένα αόρατο σκοινί.  Στηνόταν απέναντι και κοιτούσε συνεχώς τα παράθυρα, με μάτια κουρασμένα,  κοκκινισμένα ενώ έβγαζε ένα χαμηλόφωνο μακρόσυρτο ήχο - κάτι ανάμεσα ουρλιαχτό και παράπονο.

Φερόταν  σαν  άγρια  γάτα  -  αλλά δεν έμοιαζε άγρια.  Όταν στηνότανε απέναντι στο παράθυρο της άνοιγα να μπει αλλά αυτή στεκόταν  εκεί  στην  ίδια  πάντα  απόσταση.   Αν  πλησίαζα, οπισθοχωρούσε,   χωρίς  να  τρομάζει  και  να  εξαφανίζεται. Έτρωγε  το  φαγητό  που της έδινα,  με τον όρο ότι πάντα θα σεβόμουνα την προκαθορισμένη απόσταση.  Αν  στεκόμουν  κοντά στο πιάτο, προτιμούσε να μείνει νηστική.

Το αίνιγμα  λύθηκε  όταν  μίλησα  με  την  κόρη  του  παλιού ιδιοκτήτη. 'Ηταν η γάτα του!  Η μοναδική του συντροφιά!  Την έλεγαν Πίπση κι ο γέροντας την υπεραγαπούσε.  Μόνο  που  την είχε τόσα χρόνια, που κανείς δεν φανταζόταν ότι ζούσε ακόμα. Πρέπει να ήταν πάνω από δεκαπέντε χρόνων -  υπέργρια.  Όταν πέθανε ο γιατρός,  δεν την βρήκαν στο σπίτι.  Το κλείδωσαν - κι ούτε που την σκέφτηκαν.  Κι εκείνη,  πήρε  τα  βουνά  και έγινε άγρια.

Δηλαδή,  το  σπίτι  που  έμενα ήταν το δικό της!  Έκανα ότι μπορούσα  να  την  πείσω  να  επιστρέψει   -   μάταια.   Δεν εμπιστευόταν κανένα.  Η χαϊδεμένη και καλομαθημένη, που γριά βρέθηκε στο δρόμο, επέζησε - αλλά δεν πίστευε πια σε τίποτα.

Μέχρι που ήρθαν Χριστούγεννα,  παραμονές και  ξαφνικά  ακούω ένα άλλο νιάου και βλέπω την Πίπση με την μύτη κολλημένη στο τζάμι.  Ανοίγω  το παράθυρο και - δεν πιστεύω τα μάτια μου - μπαίνει στο σπίτι.  Πρώτη φορά μπαίνει  στο  σπίτι,  μυρίζει δεξιά-αριστερά  με  μεγάλη  προσοχή,  ψάχνει  -  και  τελικά έρχεται  εκεί  που  καθόμουνα,  νιαουρίζει  παρακλητικά  και πηδάει  στην  αγκαλιά  μου.  Η Πίπση - που τηρούσε πάντα την απόσταση ασφαλείας, τα τρία μέτρα!

Είχε έρθει για να γεννήσει.  Μέσα στην  αγκαλιά  μου  πάλευε τρεις ώρες και έκανε τέσσερα μικρά γούνινα. Κάθισε δύο μήνες στο σπίτι,  τα μεγάλωσε,  τα ανάθρεψε - και μία μέρα τα πήρε
και εξαφανίστηκαν. Δεν την ξαναείδαμε ποτέ. Ούτε αυτά.

Δεν τα  πήρε  όλα  όμως.  Έμεινε  ένα,  το  γλυκύτερο,  που αργότερα   έγινε   η   γάτα  της  ζωής  μου.   Το  καλλίτερο Χριστουγεννιάτικο Δώρο.


Ιστορία έκτη

1973 - Λιγότερα!

Νοέμβριος μετά το Πολυτεχνείο.  Ο πιο  μουντός  και  άχαρος των τελευταίων χρόνων. Τόσο σκοτάδι που σχεδόν δεν ξημερώνει.  Η σκιά της ηρωικής αλλά μάταιης  (έτσι  φαινόταν τότε) εξέγερσης, η σκιά μίας νέας πιο στυγνής δικτατορίας, η σκιά  της  παγκόσμιας οικονομικής κρίσης,  πέφτουν επάλληλες και πνίγουν κάθε φως.

Ετοιμάζω την χριστουγεννιάτικη  κάρτα  της  εταιρίας  -  και ξαφνικά έχω μία διαφορετική ιδέα.  Αντί για εορταστική κάρτα (τι να γιορτάσει κανείς!) γράφω ένα απλό κείμενο  -  και  το
τυπώνουμε μαύρο σε άσπρο φόντο - χωρίς χρώματα και έλατα.  Η κάρτα εκτυπώνεται σε τρεις χιλιάδες αντίτυπα,  ταχυδρομείται και   εκεί   γίνεται  το  απροσδόκητο.   Όλες οι εφημερίδες ανατυπώνουν το κείμενο. Κατακλυζόμαστε  από γράμματα, τηλεφωνήματα, επισκέψεις.  Θέλουν κι άλλες κάρτες. Μέσα σε ένα μήνα το ανατυπώνουμε τρεις φορές.
           
Το  κείμενο μιλούσε - φαινομενικά - για την οικονομική κρίση και την ανάγκη περισυλλογής. Αλλά ο κόσμος κατάλαβε.


Είθε
ο νέος χρόνος
να μας φέρει
λιγότερα

λιγότερο πόνο σε αυτούς που πονούν,
λιγότερο μίσος σε αυτούς που μάχονται,
λιγότερη στέρηση σε όσους στερούνται,
λιγότερο πόλεμο, λιγότερο θάνατο,
λιγότερη καταπίεση, λιγότερη εκμετάλλευση,
λιγότερη δυστυχία και λιγότερη οδύνη.

Κι αν τύχει και φέρει μαζί
λιγότερη αφθονία και λιγότερη απόλαυση
λιγότερο πλούτο και λιγότερη καλοπέραση
Ίσως τότε μας χαρίσει
λιγότερη ελαφρομυαλιά και λιγότερη σπατάλη
λιγότερη επιπολαιότητα
και λιγότερη αυθάδεια.

Ίσως τα λιγότερα
είναι περισσότερα…

Ένα χρόνο μετά, πάλι για τις γιορτές έβγαλα μία άλλη κάρτα – με ένα λιτό τετράστιχο.

Με την αρετή σαν αφορμή
σώσατε των Ελλήνων την τιμή
που από ανάγκη, φόβο η αδιαφορία,
είχανε ξεχάσει την ελευθερία.




Ιστορία έβδομη

1984 - Η έκπληξη

Παραμονή Χριστουγέννων κι εμένα με τρωει η μόνιμη  εορταστική μελαγχολία (κάθε χρόνο και χειρότερα.) Πήγε μεσημέρι και δεν είχε  ακόμα  χτυπήσει  το  κουδούνι για τα κάλαντα.  Το είχα γράψει και στην εφημερίδα που έγραφα, πως  οι  σημερινοί  πιτσιρικάδες, χορτάτοι  πια,  δεν  κυνηγάνε το χαρτζιλίκι όπως εμείς,  δεν πηγαίνουνε στα μακρινά σπίτια.

Είχα τελειώσει το μεσημεριανό μου όταν χτύπησαν στην  πόρτα. Ανοίγω  και τι να δω!  Ορχήστρα ολόκληρη και χορωδία και στη μέση ο Διονύσης Σαββόπουλος με την κιθάρα του  και  η  'Ασπα και κόσμος πολύς.  Κι αρχίζουν να λένε τα κάλαντα, τα παλιά, τα γνήσια.  Κι εγώ να έχω βουρκώσει και να μην  ξέρω  τι  να κάνω,  πώς να τους φιλέψω, ολόκληρο στρατό.  Γνωριμία με τον Νιόνιο δεν είχαμε, μια φορά τον είχα συναντήσει στη ζωή μου. Πού το βρήκαν το σπίτι, πώς το σκέφτηκαν;

Να,  είπε ο Νιόνιος μετά,  παραπονέθηκες πως δεν σου λένε τα κάλαντα - γι αυτό ήρθαμε!

Μία φορά και μένα η γκρίνια μου βγήκε σε καλό!