Κυριακή, Αυγούστου 30, 2020

Λύσσα!

Αν ήμουν νεότερος θα είχα από καιρό μεταναστεύσει σε κάποια χώρα του Βορρά. Χώρα με ανθρώπους φλεγματικούς, λιγόλογους, αργούς αλλά σταθερούς και ψύχραιμους. Η Ελλάδα είναι σίγουρα πανέμορφος τόπος – αλλά οι Έλληνες πια δεν αντέχονται. Τουλάχιστον δεν τους αντέχω εγώ. Ίσως γιατί γέρασα.

Για παράδειγμα: ένας τοίχος, απέναντι. Δέκα φορές μέχρι σήμερα τον έχω ξαναβάψει. Ζήτημα είναι αν μένει καθαρός και φρεσκοβαμμένος για δύο ή τρεις μέρες. Ξαφνικά με τεράστια (συνήθως ανορθόγραφα) γράμματα θα καταγράψει το πάθος κάποιου νεοέλληνα: «Λίτσα σε αγαπώ!» «Φασίστες δολοφόνοι!» «Γαύροι ξεφτίλες!» και άλλα, μόνο για θεατές άνω των 18 ετών.

Αυτή η φανατίλα που μολύνει τους τοίχους παραμορφώνοντας τις πόλεις μας, είναι απαράδεκτη. Είναι μία πληγή των τελευταίων ετών. Θυμάμαι τους ίδιους δρόμους όταν τους περπατούσα ως μαθητής. Πεντακάθαροι – όπως τα συγυρισμένα σπίτια που έβλεπα μέσα από τα ανοιχτά παράθυρα.

Και έχουν το θράσος να μιλάνε για γκράφιτι. Μα τα γκράφιτι είναι έργα τέχνης. Τα δικά μας είναι μουντζούρες. Αλλά δείχνουν το μίσος του νέου Ρωμιού προς το καθαρό και το καλαίσθητο. Και την αντίδρασή του προς οτιδήποτε δεν του αρέσει: από ποδοσφαιρική ομάδα μέχρι πολιτική παράταξη.

Τώρα τελευταία οι οθόνες των τοίχων προβάλλουν την μεσαιωνική μας υστέρηση. Διαβάζω: «Κάτω οι μάσκες!» Σωστά. «Η Μάσκα φυλακίζει την πίστη!» λέει ο Αρχιεπίσκοπος Κρήτης. «Δεν θέλω μασκαράδες στην λειτουργία μου!» λέει ο επίσκοπος στην Κέρκυρα.

Κι εμείς δεν θέλουμε μία εκκλησία παλαιοντολογική! Είναι τραγικό πως το πιο καθυστερημένο και αγράμματο μέρος του λαού μας – αυτοί που τους ονομάζουμε «ψεκασμένους» – συγκεντρώνονται  γύρω από την εκκλησία. Που οι ηγέτες της είτε καλλιεργούν αυτές τις ηλίθιες συνωμοσιολογίες, είτε τις ασπάζονται και τις διακηρύττουν.

Αλλά δεν φταίνε αυτοί. Φταίει το κράτος που τους ανέχεται. Δημόσιοι υπάλληλοι δεν είναι; Από τους φόρους όλων μας δεν πληρώνονται; Γιατί τους επιτρέπει το κράτος να υπονομεύουν την επίσημη κρατική πολιτική και να βάζουν σε κίνδυνο την ζωή των πιστών; Για να θέσει σε αναγκαστική αργία μερικούς από τους αρχιερείς – να καταλάβουν την θέση τους!

Τουλάχιστον ο Αρχιεπίσκοπος έδωσε το καλό παράδειγμα και φόρεσε μάσκα. Είχε προηγηθεί και ο Οικουμενικός Πατριάρχης. Άραγε θα τους ακολουθήσει κι ο υπόλοιπος κλήρος;

Κάθε τι που συμβαίνει εδώ γίνεται με πάθος. Τι λέω πάθος: λύσσα! Συγκλονίζει τη ζωή μας… Και αλλού επισυμβαίνουν διάφορα δυσάρεστα. Αλλά όχι με τόση μανία.

Καλό είναι το πάθος και οι νερόβραστοι άνθρωποι, σίγουρα βαρετοί. (Γι αυτό μας αγαπούν οι Σουηδέζες). Αλλά τι μας φταίνε οι τοίχοι;

Πού να πάμε και στα «εθνικά θέματα». Αλήθεια, σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, δεν έχω ακούσει παρόμοια έκφραση. Μάλλον τα έχουν ξεπεράσει εδώ και πολλά χρόνια. Εδώ τα θέματα αυτά συντηρούνται βέβαια και από τους καλούς μας γείτονες αλλά και εμείς δεν τα αφήνουμε ήσυχα. Προχθές δέχθηκα επίθεση για το Μακεδονικό. (Νόμιζα πως είχε κλείσει). Κάθε χρόνο ξεθάβουμε το Γράμμο. Κι αν δεν μας φτάνουν τα δικά μας για να τσακωθούμε, δανειζόμαστε και ξένα. Πρόσφατα στο Facebook μου επιτέθηκαν οπαδοί του αυταρχικού Ορμπάν!

Τι ονειρεύομαι;

Κάπου ψηλά, στα Νορβηγικά φιόρντ, να παρακολουθώ τα χρώματα που αλλάζει το Βόρειο Σέλας. Ή στην καταπράσινη Ιρλανδία, με την μαύρη της μπύρα και τους μεγάλους ποιητές. Με γέροντες ναυτικούς, να πίνουμε και να λέμε θαλασσινές και άλλες ιστορίες. Η Χώρα να συνορεύει μόνο με τον Ωκεανό…

Στην επόμενη ζωή μου, αυτά. Προς το παρόν πρέπει να ξαναβάψω αυτόν τον τοίχο. Με ειδική, «αντί-γκράφιτι» μπογιά, αυτή τη φορά.

Κυριακή, Αυγούστου 23, 2020

Η εμφάνιση και η αντιστροφή του υπεράνθρωπου

Πέρασα τις δέκα ημέρες των διακοπών μου διαβάζοντας ένα βιβλίο 2300 σελίδων, που όλοι το ξέρετε, αλλά ελάχιστοι το γνωρίζετε. Πρόκειται για την τελευταία, πιθανότατα μόνη πλήρη μετάφραση και έκδοση του μυθιστορήματος του Αλεξάνδρου Δουμά (πατρός) ο «Κόμης Μοντεχρήστος» στα Ελληνικά, σε δύο τόμους, με σημειώσεις, σχόλια και βιβλιογραφία, από τις εκδόσεις Γκούτενμπεργκ. Εξαίρετος μεταφραστής και σχολιαστής, ο άγνωστός μου Ωρίων Αρκομανής (μου μυρίζει ψευδώνυμο).

Την ιστορία του Κόμη Μοντεχρήστου την γνωρίζετε φαντάζομαι όλοι: από τις διάφορες κουτσουρεμένες εκδόσεις που κυκλοφόρησαν και κυκλοφορούν ακόμα, από τα «Κλασικά Εικονογραφημένα», από τις 45 κινηματογραφικές ταινίες (ρεκόρ!) που γυρίστηκαν με θέμα το μυθιστόρημα. Ωστόσο παραθέτω μία πρόχειρη περίληψη:

Στις αρχές του 19ου αιώνα, ο Εδμόνδος Νταντές 18 λαμπερός ύπαρχος στο εμπορικό πλοίο «Φαραώ»,  έχει πολλούς εχθρούς. Τον φθονούν για την μετεωρική του άνοδο, για την πεντάμορφη αρραβωνιαστικιά του, την εύνοια του πλοιοκτήτη. Τον εμπλέκουν σε μία συνομωσία και καταλήγει στα μπουντρούμια του κάστρου του Ιφ όπου και μένει 14 χρόνια χωρίς να δικαστεί. Καταφέρνει μέσα από σήραγγες να επικοινωνήσει με τον συγκρατούμενο του Αβά Φαρία, ο οποίος πέρα από πανεπιστήμων και παντογνώστης, εμφανίζεται και ως κάτοχος μίας αμύθητης περιουσίας – ενώ όλοι τον θεωρούν τρελό.

Ο Φαρίας πεθαίνει και ο Νταντές παίρνει την θέση του μέσα στο σάβανο και με κίνδυνο της ζωής του κερδίζει την ελευθερία του.

Ο Νταντές εξαφανίζεται και την θέση του παίρνει ο μυστηριώδης Κόμης Μοντεχρήστος. Είναι σοφός με όλη την γνώση που του μεταλαμπάδευσε ο Αβάς, (μιλάει όλες τις γλώσσες, ως και «ρομέικα») και αδιανόητα πλούσιος. Και τώρα μπορεί να τιμωρήσει όλους αυτούς που τον αδίκησαν και να ευεργετήσει όσους του στάθηκαν. Το επιτυγχάνει αριστουργηματικά, κάνοντάς τους να χρησιμοποιήσουν την κακία τους αναμεταξύ τους.

Είναι παντοδύναμος και αλάνθαστος. Είναι θεός; Κάτι καλύτερο, γιατί διορθώνει τις αδικίες που επέτρεψε ο Θεός.

Πολλά χρόνια αργότερα ο Νίτσε κήρυξε το θάνατο του Θεού και το ξεπέρασμά του από τον «Υπεράνθρωπο». Ο Γκράμσι γράφει πως ο Κόμης Μοντεχρήστος υπήρξε το πρότυπο για τον «Υπεράνθρωπο» του Νίτσε. Και ο Umberto Eco αφού υπογραμμίσει πόσο κακογραμμένο και φλύαρο είναι το κείμενο (ο Δουμάς πληρωνόταν με την αράδα!) αρχίζει και τελειώνει την ανάλυσή του γράφοντας: «Ο ''Κόμης του Μοντεκρίστο'' είναι σίγουρα ένα από τα πιο συναρπαστικά μυθιστορήματα που έχουν γραφτεί ποτέ». Φιλόσοφοι και δοκιμιογράφοι έχουν γράψει τόμους για το βαθύτερο νόημά του.

Ωστόσο, τελειώνοντας το κείμενο, με βασάνισε μία απορία. Τι συνέβη και η το πρότυπο που καλού, δίκαιου και παντοδύναμου υπερήρωα, έχει αντιστραφεί στην εποχή μας;

Ας πάρουμε για παράδειγμα τον Μπιλ Γκαίητς. Μπορεί να μην πέρασε από κάτεργο, αλλά είναι σοφός (κάθε του άρθρο είναι εκπληκτικά σωστό) και έχει την δύναμη του τεράστιου πλούτου την οποία ξοδεύει αφειδώς για να βοηθήσει την ανθρωπότητα. Το έργο που έχει κάνει στην Αφρική είναι μοναδικό – έχει εξαλείψει πληγές αιώνων.  

Κι όμως ο μέσος πολίτης τον βλέπει με καχυποψία – και είναι πολλοί αυτοί που πιστεύουν στο «τσιπάκι» που θέλει τάχα να μας βάλει μαζί με το εμβόλιο για να μας ελέγχει. Για να μην μιλήσω για άλλους φιλάνθρωπους σαν τον Μπάφετ ή ακόμα χειρότερα τον Σόρος που τον συνδέουν με κάθε συνομωσία του κακού.

Αν εμφανιζόταν ξαφνικά ο Κόμης Μοντεχρήστος – ίσως θα τον ξαναρίχναμε στο μπουντρούμι…

Σάββατο, Αυγούστου 15, 2020

Ο «Ρεμβασμός του Δεκαπενταύγουστου»

Όποτε έχουμε μεγάλες γιορτές ο νους μου πάει στον Παπαδιαμάντη. Από παιδί τον διάβαζα στις διασκευές που είχε κάνει  η Γεωργία Ταρσούλη στη δημοτική. Όταν πλησίαζε το Πάσχα ξαναδιάβαζα τα Πασχαλινά Διηγήματα και βέβαια στο τέλος του χρόνου τα Χριστουγεννιάτικα. Και τώρα ακόμα κατεβάζω τους βαριούς τόμους της έκδοσης του Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλου για να πάρω τη δόση μου.

Για τον Δεκαπενταύγουστο έχει γράψει μόνον ένα διήγημα, που πολύ λίγο αφορά την γιορτή – αλλά πολύ εκφράζει την ανθρώπινη μοίρα. Έτσι, παραμονές Δεκαπενταύγουστου, ο νους μου γυρίζει πάντα στον Φραγκούλη Κ. Φραγκούλα, τον «φιλέρημο γέροντα», του Παπαδιαμάντη. Τον οξύθυμο και πεισματάρη: «όσον τρυφερός ήτο εις τον έρωτα, τόσον ευεπίφορος εις το πείσμα και τόσον γοργός εις οργήν». Που θυμώδης και πικραμένος είχε αποτραβηχτεί από τα ανθρώπινα και μόναζε πάνω στο εκκλησάκι της Παναγίας της Πρέκλας.

«Δεν ήτο και πολύ γέρων» γράφει ο Παπαδιαμάντης, «ως πενήντα πέντε χρόνων άνθρωπος». Ποιος είναι σήμερα 'γέρων' στα πενήντα πέντε;

«Ρεμβασμός του Δεκαπενταύγουστου». Ένα διήγημα όπου δεν συμβαίνει τίποτα – και συμβαίνουν τα πάντα. Δράση καμία - μόνο ανάκληση μίας ζωής, της κάθε ζωής που τελειώνει σε μοναξιά και ερήμωση. «Την εσπέραν εκείνην, της 13 Αυγούστου του έτους 186... εκάθητο μόνος, ολομόναχος, έξω του ναΐσκου, εις το προαύλιον, έμπροσθεν της καλύβης την οποίαν είχε κτίσει, εκάπνιζε το τσιμπούκι του, κ' ερρέμβαζεν». Μπροστά του ξετυλίγεται η πικρή του βιογραφία που τελειώνει με την απώλεια της αγαπημένης του μικρής κόρης.

«Το'χασα, το καημένο μ', το ευάγωγο, το'χασα!»

Τέτοιες μέρες, γιορτινές, όποιος δεν φεύγει, ρεμβάζει. Οι περισσότεροι βέβαια φεύγουν. Ούτε μπορούν - ούτε θέλουν να θυμηθούν. Η ευτυχία - αν υπάρχει - είναι υπόθεση μνήμης. Όσο λιγότερη τόσο καλύτερα. Όσο πιο νέοι, τόσο βραχύτερο το παρελθόν

Κι εγώ, που δεν νιώθω 'γέρων' - αν κι έχω περάσει από καιρό τα πενήντα πέντε - αυτές τις μέρες γυρίζω πίσω. Σαν τον Φραγκούλη Κ. Φραγκούλα, γίνομαι «φιλέρημος», αποσύρομαι πεισματωμένος και αναπολώ. Χρόνια παιδικά, όπου ο Δεκαπενταύγουστος ήταν ακόμα γιορτή της Παναγίας - κι όχι απλά η αιχμή των διακοπών. Ποιος έκανε τότε διακοπές; Απλά τα παιδιά τα στέλνανε «εξοχή» - μπορεί να ήταν και η …Γλυφάδα - και ο πατέρας ερχόταν τα Σαββατοκύριακα.

Κατεβάζαμε μελωμένα σύκα από τις συκιές και στυφές αγουρίδες - μόνο που μας φαίνονταν γλυκές γιατί έτσι ήταν η γεύση μας.

Ένα και δυό: την μοίρα μας δεν θα την πει κανένας

Ένα και δυό: την μοίρα του ήλιου θα την πούμε εμείς.

Λέγαμε τότε, με τον Ελύτη: «Πίνοντας ήλιο κορινθιακό», γυρίζαμε την φρυγμένη αυγουστιάτικη γη - και τα βράδια τραγουδούσαμε στην ακροθαλασσιά την πανσέληνο.

Είναι άραγε ο ίδιος ήλιος του Αυγούστου; Σαν να κρύωσε κάπως. Τα σκαλιά της Ύδρας έγιναν περισσότερα. Οι σκιές μακραίνουν. Από τον «Ήλιο τον Πρώτο» φτάνουμε στον άλλον ήλιο του Ελύτη. Αυτόν που κλείνει τα «Ελεγεία της Οξώπετρας»:

«Ο θάνατος, ο ήλιος ο χωρίς βασιλέματα».

Όμως μέχρι τότε δικαίωμά μας η ζωή, η χαρά, η πίκρα και ο ρεμβασμός.

(Δημοσιεύθηκε σε πρώτη μορφή πριν 25 χρόνια – στις 20/8/1995. Τώρα είμαι πολύ πιο «γέρων» και το καταλαβαίνω καλύτερα). 

Κυριακή, Αυγούστου 09, 2020

Προγονολατρεία

Παρακολουθώ τον Ελληνοτουρκικό πόλεμο στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης (που στην περίπτωση αυτή είναι Μέσα Κοινωνικής Διαμάχης). Οι Ελληνάρες διατυμπανίζουν την αρχαία ιστορική τους υπεροχή (Μινωίτες, Μυκηναίοι, Αχαιοί και Δωριείς) και οι Τούρκοι τις πιο πρόσφατες επιδόσεις τους (Από την Άλωση μέχρι την Μικρασιατική Καταστροφή και  την κατάκτηση της Κύπρου).

Και οι μεν και οι δε σκαρφαλώνουν επάνω στις πλάτες των αρχαιότερων τους για να φανούν ψηλότεροι και πιο επιβλητικοί. Και κυρίως να σνομπάρουν τους γειτόνους. - Οι Τούρκοι; Ποιοι Τούρκοι; Αυτοί κατάγονται από Μογγόλους!

Ενώ εμείς; Μήπως δεν καταγόμαστε όλοι από πιθήκους; Αλλά θα μου πείτε πως οι Μογγόλοι είναι κατώτεροι ράτσα (Να και ο ρατσισμός)

Δεν έχω ποτέ καταλάβει γιατί έχει τόση σημασία η καταγωγή ενός ανθρώπου. Βέβαια παλιά υπήρχαν οι ευγενείς, οι «γαλαζοαίματοι» όπως τους έλεγαν. Εκείνοι πίστευαν στα σοβαρά ότι είναι ανώτεροι. Οι υπόλοιποι άνθρωποι υπήρχαν για να τους υπηρετούν. Μεγάλα δράματα και τραγωδίες συμβαίνανε, όταν ένας κοινός θνητός τολμούσε να φλερτάρει την νεαρή κόμισσα ή μαρκησία. – Ποιος; Ο γιός του παπουτσή; Αν είναι δυνατόν!

Διαβάζω κατεβατά ολόκληρα στα Κοινωνικά Δίκτυα που εξυμνούν τους προγόνους μας και λοιδορούν τους προγόνους των άλλων λαών. Ολόκληρες επιστημονικές αποστολές ασχολούνται με το να εξερευνήσουν το DNA παλαιοντολογικών σκελετών για να καταλήξουν στο θριαμβευτικό συμπέρασμα ότι το δικό μας προσομοιάζει με εκείνο των Μυκηναίων.

Ε, και;

Θα το γράψω με κεφαλαία γράμματα μήπως και το προσέξουν μερικοί από τις μυριάδες των προγονολατρών.

ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΚΑΜΙΑ ΣΗΜΑΣΙΑ ΑΠΟ ΠΟΙΟΝ ΚΑΤΑΓΕΣΑΙ. ΣΗΜΑΣΙΑ ΕΧΕΙ ΤΙ ΕΧΕΙΣ ΕΣΥ ΠΕΤΥΧΕΙ ΣΤΗ ΖΩΗ ΣΟΥ. ΑΥΤΟ ΙΣΧΥΕΙ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΑ ΑΤΟΜΑ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΑ ΕΘΝΗ.

Αυτό δεν αφορά μόνο την «ευγένεια του αίματος» αλλά και τα επιτεύγματα του νου. Ο γιός ενός νομπελίστα δεν είναι σε τίποτα ανώτερος από τον γιο του ρακοσυλλέκτη – εκτός αν δημιουργήσει ο ίδιος κάτι αξιόλογο.

Βέβαια υπάρχει η αριστοκρατία του πλούτου. Ο γιός ενός μεγιστάνα νιώθει ανώτερος από το γιο ενός μεροκαματιάρη γιατί είναι πιο πλούσιος. Και μπορεί να αγοράσει ακριβά πράγματα – σκάφη, αυτοκίνητα, ελικόπτερα – που ο καθένας από μας δεν μπορεί ούτε να ονειρευτεί.

Θα μου πείτε πως υπάρχει και η αριστοκρατία της ισχύος. Ο γιος του υπουργού έχει δυνατότητες, λόγω του πατέρα του. Αλλά αυτά είναι πράγματα παροδικά, τα αξιώματα σήμερα τα έχεις, αύριο τα χάνεις.

Αλλά ας επιστρέψουμε στο θέμα μας:

Δεν γεννιούνται ανώτεροι και κατώτεροι άνθρωποι, ούτε λαοί. Γεννιούνται σίγουρα μερικά άτομα πιο έξυπνα και άλλα λιγότερο. Η επιστήμη λέει ότι η αναλογία έξυπνων και κουτών είναι περίπου ίδια σε κάθε λαό.

Όμως μερικές φορές η φύση παίζει ένα περίεργο παιχνίδι. Σε ένα χώρο, την ίδια εποχή, εμφανίζονται μαζικά πολλές μεγαλοφυΐες: στον 5ο αιώνα π.Χ. στην Αθήνα, στην Φλωρεντία την Αναγέννηση, στο Παρίσι του Διαφωτισμού, ή στην Βιέννη του Μεσοπολέμου.

Εμείς είμαστε τα υπερήφανα θύματα της χειρότερης τέτοιας συγκυρίας. Το θαύμα που έγινε στην αρχαία Αθήνα του 5ου αιώνα δεν ξανάγινε ποτέ, πουθενά. Τα πάντα ξεκίνησαν εκεί, μέσα σε λίγες δεκαετίες – και ήδη σε ώριμη μορφή.

Όμως, έναν αιώνα μετά, οι Αθηναίοι ήταν πάλι συνηθισμένοι άνθρωποι. Όπως κι εμείς, τώρα. Και θα έπρεπε να πάψουμε να είμαστε προσκολλημένοι στη Μεγάλη Εξαίρεση για να μπορέσουμε να ζήσουμε.

Η προγονολατρεία δεν προσφέρει τίποτα σε ένα λαό – παρά μόνο ένα αίσθημα κούφιας υπερηφάνειας και ταυτόχρονα μειονεξίας απέναντι στο παρελθόν. Κανένας λαός δεν μπορεί να βαδίσει μπροστά, κοιτάζοντας προς τα πίσω.

Κυριακή, Αυγούστου 02, 2020

Λίγη γαλήνη, παρακαλώ…

Θυμάμαι τα χρόνια που, μαθητής, έκλεινα τα βιβλία, τα καταχώνιαζα στην μεγάλη δερμάτινη τσάντα (που περιείχε το 130% της διδακτέας ύλης γιατί είχε και βιβλία περασμένων ετών) και αναστέναζα με ανακούφιση. Τώρα είχα τρεις μήνες μπροστά μου, χωρίς καμία έγνοια, παρά μόνο βόλτες με παρέες πεζή ή με το ποδήλατο, ξενύχτια με τραγούδι στην ακρογιαλιά, κάτι πάρτι μάλλον λυμφατικά. Κολύμπι, ψάρεμα, και κυρίως ξάπλα. Με βιβλίο φυσικά… Διάβασμα μέχρι να σε πάρει ο ύπνος.

Όλα αυτά στο σπίτι της μεγάλης αδερφής μου, στο Μάτι. (Πάει το Μάτι! Και το σπίτι, που είχε πουληθεί από καιρό, κάηκε το μισό).

Αλλά δεν κάηκε μόνο το Μάτι. Κάπου κάηκε και το καλοκαίρι…

Από όλα αυτά νοσταλγώ την ανεμελιά. Την αίσθηση της ελευθερίας, του άπειρα διαθέσιμου χρόνου, της εσωτερικής γαλήνης. Τι με απασχολούσε; Τι θα φάμε για μεσημέρι, (μια ματιά στην κουζίνα) προς τα πού θα πάμε βόλτα το βράδυ… κι αν (ω! μεγάλο ερώτημα!) αν θα μπορούσα να κλέψω κανένα αθώο φιλί από το κορίτσι που μου άρεσε.

Τώρα τι με απασχολεί; Αν το βράδυ της προεδρικής δεξίωσης την περασμένη Παρασκευή βρέθηκα δίπλα σε κανένα ασυμπτωματικό και αρχίσω να γίνομαι …συμπτωματικός.

Τελικά ο κορωνοϊός έχει γίνει ένα φάσμα που βρίσκεται παντού, απειλεί τους πάντες και δεν επιτρέπει καμία φαντασίωση ή ονειροπόληση για το μέλλον. «Φόβοι για νέα έξαρση του ιού στην Αττική» διαβάζω στο πρωτοσέλιδο σοβαρής εφημερίδας και φρίττω.

Ωστόσο η προεδρική δεξίωση ήταν ειδυλλιακή και καμάρωσα την προεδρίνα μας τόσο στην ομιλία όσο και στις σύντομες συζητήσεις με τους προσκεκλημένους. Επίσης πολύ χάρηκα τις επιλογές στις προσκλήσεις – κι αυτοί που έλειπαν καλώς έλειπαν και οι παρόντες ήταν σωστοί.

Αλλά εκτός από τον κορωνοϊό, την βραδιά σκίαζε και ο Ερντογάν. Η Αγία Σοφία, οι κινήσεις του στόλου, οι απειλές και οι τρομολαγνεία των Τούρκων.

Πώς να χαρείς καλοκαίρι με το δάχτυλο στην σκανδάλη;

Ομολογώ  πως θα έδινα όλα τα φετινά έσοδα των βιβλίων μου προκειμένου να προμηθευτώ μία καλή μερίδα αμεριμνησίας… (Μην σας εντυπωσιάζει η …γενναιοδωρία μου. Από τα έσοδα των βιβλίων μου δεν ζει πια ούτε ένας σκύλος. Πάνε οι εποχές των στρουμπουλών αγελάδων).

Προς το παρόν διαβάζω τα βιβλία των άλλων. Τελείωσα τους «Πλάνητες» της Τόχαρτσουκ (Προσοχή: όχι Πλανήτες!) και ζαλίστηκα από την ιδιοφυία της γραφής. Δεν είναι εύκολο βιβλίο, αλλά είναι από τα καλύτερα που έχω διαβάσει. Μετά από πολλά απογοητευτικά Νόμπελ – ένα ολόχρυσο!

Τα υπέροχα ποιήματα της Λένιας Ζαφειροπούλου στην «Αίθουσα των Χαμένων Βημάτων» (οι ποιήτριες μας λάμπουν!), τα πεζά του «Παπαδιαμάντη της Μυκόνου» Παναγιώτη Κουσαθανά στο «Το σεντούκι που γύρευε το κλειδί του» και το «Από το ΝτεΣεβώ στο Drone» της Άννας Διαμαντοπούλου. Βιβλίο ερωτο-αποκρίσεων, στα οποία διαπρέπει ο Μάκης Προβατάς, με την διαυγή σκέψη και γνώση της ευφυέστατης Α.Δ.

Ευτυχώς που υπάρχουν τα βιβλία – και σώζεται το καλοκαίρι…


Υ. Γ. Το περασμένο μου κείμενο («Το Μέλλον των Ελλήνων») το οποίο αναφερόταν σε μία γερασμένη Ελλάδα του 2100, 5,2 εκ. κατοίκων, που θα μπορούσε να σωθεί αν αξιοποιούσαμε πρόσφυγες και μετανάστες, ξεσήκωσε σάλο σχολίων – ιδιαίτερα στο Τουίτερ. Προτάθηκαν άλλες λύσεις (κανείς δεν θέλει τους ξένους). Να επιστρέψουν όλοι οι Έλληνες του Brain-Drain. (Θα το θελήσουν; Και πόσοι;) Να δοθούν ισχυρά επιδόματα για περισσότερα παιδιά. (Μέθοδος Ορμπάν, και Γάλλων). Να δοθούν άλλα κίνητρα όπως στο Ισραήλ.

Δεν είμαι ειδικός στο θέμα – αλλά έχω την εντύπωση πως το πρόβλημα είναι πολύ πιο σύνθετο. Η στατιστική του Lancet με πανικόβαλε -  παρόλο βέβαια που δεν με αφορά προσωπικά. Το 2100 ακόμα και η στάχτη μου θα έχει χαθεί.


Κυριακή, Ιουλίου 26, 2020

Το μέλλον των Ελλήνων

Το 2100 μ. Χ. εγώ θα έχω συμπληρώσει 165 χρόνια από την γέννησή μου – και μάλλον δεν θα βρίσκομαι εδώ (εκτός αν η επιστήμη κάνει δεκάδες διαδοχικά θαύματα). Το Έθνος των Ελλήνων μάλλον θα βρίσκεται εδώ (εκτός αν… αλλά περί αυτού θα γράψω παρακάτω).

Σε τι κατάσταση θα βρίσκεται το Έθνος των Ελλήνων, το 2100;

Σύμφωνα με το έγκυρο περιοδικό Lancet, που έκανε πρόσφατα μία διεξοδική μελέτη για την εξέλιξη του πληθυσμού  195 χωρών, η Ελλάδα του 2100 θα έχει πληθυσμό 5.500.000 ατόμων. Αυτό συμφωνεί απόλυτα με μία άλλη έρευνα που είχα διαβάσει, ότι με την υπογεννητικότητα (δείκτης γονιμότητας 1,35) που μας μαστίζει, το 2050 θα έχουμε πληθυσμό 7.000.000. Αντιθέτως η Τουρκία θα έχει περάσει τα 100 εκατομμύρια.

Σε ένα σημαντικό άρθρο του (στην «Καθημερινή» της 18ης Ιουλίου) ο Διευθυντής Περιεχομένου της διαΝΕΟσις Θοδωρής Γεωργακόπουλος θίγει αυτό το θέμα με αφορμή την έρευνα του Lancet. Θυμίζει πως σύμφωνα με τους ειδικούς είναι δύσκολο για μια χώρα να αναπτυχθεί αν ο οικονομικά ενεργός πληθυσμός δεν αυξάνεται κατά τουλάχιστον 2% τον χρόνο.

Πώς θα γίνει αυτό; Ο ρυθμός των γεννήσεων είναι αδύνατο να αυξηθεί (κάθε σχετική προσπάθεια έχει αποτύχει) ο οικονομικά ανενεργός πληθυσμός (π.χ. γυναίκες) είναι δύσκολο να καλύψει το κενό – οπότε;

Η προφανής λύση είναι μία: μετανάστες. Όταν η κυρία Μέρκελ υποδέχθηκε ενάμιση εκατομμύριο πρόσφυγες στη χώρα της, δεν το έκανε μόνο από ανθρωπιστικούς λόγους. Η Γερμανία χρειαζόταν εργατικά χέρια. Ξέρω ότι δεν μας αρέσει αυτή η λύση, αλλά ίσως σκεφθούμε αλλιώς αν ρίξουμε μία ματιά πίσω, στην ιστορία μας.

Τον 13ο αιώνα η κυρίως Ελλάδα είχε εντελώς ερημώσει. Επιδημίες, πόλεμοι, πειρατές είχαν αφανίσει τον τοπικό πληθυσμό. Περιηγητές διασχίζανε τη χώρα χωρίς να συναντήσουν ψυχή ζώσα.

Τότε έγινε η μεγάλη μετανάστευση των Αλβανών. Εποίκισαν την Αττική, τη Βοιωτία, τα νησιά του Αργοσαρωνικού, την βόρεια Πελοπόννησο. Όταν μιλάτε για το αεροδρόμιο των Σπάτων, αναφέρεστε σε μία περιοχή που ανήκε στον μεγάλο Αλβανό πολέμαρχο και στρατηλάτη της Βενετίας Μπούα Σπάτα. Όταν ήμουν παιδί η Παιανία ονομαζόταν Λιόπεσι (ο Λιόπεσης, αρχηγός μεγάλης φάρας Αλβανών, είχε συμπεθερέψει με τον Σπάτα). Ο Άγιος Στέφανος ονομαζόταν Μπογιάτι, οι Ερυθρές Κριεκούκι και οι Αφίδνες, Κιούρκα.

Όταν ο Μαυροκορδάτος ήρθε στην Ελλάδα (αφηγείται ο Παπαρρηγόπουλος)  ζήτησε από τον Κουντουριώτη να καλέσει τα πληρώματα του Ελληνικού στόλου, για να τους βγάλει λόγο. Δεν κατάλαβαν λέξη, οπότε ο Κουντουριώτης είπε: «Μινίστρο, να τους τα πω και στην δική μας γλώσσα;». Τα ξαναείπε στα αρβανίτικα και τα πληρώματα ζητωκραύγασαν.

Επισκεφθείτε τους ήρωες του 21 στο Πεδίο του Άρεως. Οι μισοί από αυτούς ήταν Αλβανοί (που τους λέγαμε Αρβανίτες).

Μπορεί να θεωρούμε τους εαυτούς μας κατ’ ευθείαν απόγονους των Αρχαίων – αλλά στην πραγματικότητα είμαστε ένα μείγμα από φυλές. Η Ρωμαϊκή κατοχή και το Ρωμαϊκό Βυζάντιο μας κληροδότησαν το όνομα «Ρωμιοί». Αιώνες κατείχαν οι Ενετοί την Κρήτη και τα Ιόνια νησιά. Φράγκοι έχτισαν τα ωραιότερα κάστρα της Πελοποννήσου, οι μισές Κυκλάδες ανήκαν σε Γενοβέζους, Γάλλους και Ενετούς. Πάρα πολλά ελληνικά επίθετα έχουν ξενική καταγωγή.

Αντί να κοιτάμε πώς θα απαλλαγούμε από τους πρόσφυγες και τους μετανάστες, πρέπει να οργανωθούμε  για να τους αξιοποιήσουμε. Όσους κατέχουν μία τέχνη να τους βρούμε δουλειά. Τα παιδιά τους να μάθουν γράμματα επιστήμες και δεξιότητες. Το μέλλον της χώρας μας μπορεί να εξαρτάται από αυτούς…

Υ. Γ. Μία φορά να δώσω δίκιο στον Ερντογάν: «Η Αθήνα είναι η μόνη πρωτεύουσα της Ευρώπης που δεν έχει τζαμί». Ντροπή μας! (Αυτό που φτιάξαμε, είναι άθλιο). Όχι μόνο για τους ξένους Μουσουλμάνους – αλλά και για τους δικούς μας…


Κυριακή, Ιουλίου 19, 2020

Πριν 40 χρόνια

Ανάθεμα σε όποιον πρωτοβρήκε τις αφηρημένες έννοιες!

1957, στο Μόναχο. Στο καφενείο όπου μαζευόμασταν συχνά, ερχόταν ένα ήσυχο παιδί, μελαχρινό, με την κοπέλα του, μια Γερμανίδα κοκκινομάλλα, κεφάτη. Ήταν του Πολυτεχνείου (οι πολυτεχνίτες θυμήθηκαν να τον έχουν δει στις παραδόσεις). Με τον καιρό πιάσαμε κουβέντα, παίζαμε και καμιά φορά στα μηχανάκια. Μιλούσε καλά Γερμανικά, με μία ακαθόριστη προφορά. Το όνομά του δεν το είχαμε μάθει Δεν μας το’ πε, δεν ρωτήσαμε; Πού να θυμάμαι τώρα. Ένα βράδυ ήρθαν δύο πολυτεχνίτες και μας είπαν πως είναι Τούρκος! Τούρκος; Την άλλη μέρα κανείς δεν του ξαναμίλησε. Μάλιστα κάπου νιώσαμε και μία κρυφή αγανάκτηση. Σαν να μας είχε εξαπατήσει. Όχι μόνο επειδή δεν μας το είπε – αλλά επειδή δεν το έγραφε στο μέτωπό του. Τουλάχιστον αν είχε άλλη συμπεριφορά – βάναυση, βάρβαρη, χυδαία – όπως οι Τούρκοι που φανταζόμασταν. Τι δουλειά έχει να είναι   ευγενικός, συμπαθητικός, πολιτισμένος και …Τούρκος. Εξοργιστικό!

Έστω. Από την επόμενη μέρα δεν ήταν άνθρωπος. Ήταν Τούρκος. Η αφηρημένη έννοια θριάμβευσε πάνω στην συγκεκριμένη πραγματικότητα.

………………………………..

1969, Άμστερνταμ. Βλέπω, στο απέναντι πεζοδρόμιο, ένα «πηγαδάκι» από μελαχρινούς ανθρώπους που συζητούν με ζωηρές κινήσεις.  Ανάμεσα στους χαμηλόφωνους βόρειους, οι φωνές τους καμπάνιζαν: Έλληνες είναι, σκέφθηκα.

Όταν πλησίασα και διαπίστωσα πώς ήταν Τούρκοι, ένιωσα μέσα μου ένα σφίξιμο αποστροφής. Προσπάθησαν να το αναλύσω – αμέσως – γιατί το ένιωσα. Και κατάλαβα πως με ενόχλησαν επειδή μου μοιάζουν.

Τίποτα δεν απωθεί περισσότερο από το όμοιο (και τίποτα δεν έλκει… αν τύχει). Για τον Έλληνα, η διαπίστωση πως μοιάζει με Τούρκο, είναι μία ύβρις. (Αντίθετα, δεν προσβάλλεται αν τον παρομοιάσεις με Ιταλό). Κι όμως αυτοί είναι οι γείτονές μας, με αυτούς (και κάτω από αυτούς) ζήσαμε. Πήραμε από τη γλώσσα τους, το φαγητό τους, τις σκέψεις τους, τη νοοτροπία τους. Πήραμε ίσως πιο πολλά από όσα δώσαμε. Όμως ένα μέρος από την ιστορία μας το καταπιέζουμε μέσα μας και το απωθούμε.  Δικαιολογημένη αντίδραση – αλλά πόσο υγιής;

Κι έτσι φτάνω να πιστεύω ως δεν μισούμε τόσο τους Τούρκους της Τουρκίας, όσο τον Τούρκο μέσα μας. Είναι ο φτωχός συγγενής από την επαρχία, το σκοτεινό παρελθόν μας, αυτό που αφήσαμε πίσω μας στον δρόμο για τον εξευρωπαϊσμό μας. Κι ενώ εμείς ντρεπόμαστε για την ομοιότητά μας με τον Τούρκο, νομίζουμε παράλληλα πως εκείνος μας ζηλεύει. Γιατί (προβάλλοντας την δική μας άποψη στην δική του σκέψη) λέμε πως είμαστε γι αυτόν οι επιτυχημένοι πλούσιοι συγγενείς που προχώρησαν περισσότερο στον δρόμο της Ευρώπης.

Πόσο αλήθεια είναι αυτό; Και πόσο δίκιο έχουμε να κρίνουμε με «ευρωπαϊκά» κριτήρια τους δικούς  μας πολιτισμούς;

……………….

Υπάρχει όμως και το «προαιώνιον μίσος». Τι απάτη! Μιλάμε γι αυτό σαν να ήταν κληρονομικό.  Σαν να τροποποιήθηκε κάποιο γονίδιο στα κύτταρά μας, και γεννιόμαστε Τουρκοφάγοι (ή Ελληνοφάγοι). Το μίσος εμείς και οι δύο είμαστε που το συντηρούμε ή το καλλιεργούμε. Με τις μονόπλευρες και μονοδιάστατες ερμηνείες της ιστορίας που διδάσκουμε, με τις εθνικές επετείους και τους πανηγυρικούς, με τις προκαταλήψεις και τα στερεότυπα, με την άρνηση να δεχθούμε το πρόσωπό μας και τους άλλους, όπως είναι.

Ποιος κερδίζει από αυτή τη διαιώνιση; Κανείς. Ποιος χάνει;; Και οι δύο. Το μίσος ποτέ δεν έφερε καρπό. Ο φανατισμός δεν έχει φυτέψει ποτέ ένα δέντρο στον κόσμο…

(Αποσπάσματα από κείμενο που δημοσιεύτηκε το 1981 στην στήλη μου, στο περιοδικό «Επίκαιρα». Κέρδισε το πρώτο δημοσιογραφικό βραβείο, στην πρώτη διοργάνωση του Ελληνοτουρκικού διαγωνισμού φιλίας «Αμπντί Ιπεκτσί».

Τότε βέβαια δεν υπήρχε Ερντογάν…).


Κυριακή, Ιουλίου 12, 2020

Τολμήστε, λοιπόν!

Αυτό το άρθρο το έχω γράψει εδώ και μήνες – και δίσταζα να το δημοσιεύσω. Όμως οι απόψεις περί ελληνικού μαξιμαλισμού του Χρήστου Ροζάκη (με τις οποίες συμφωνώ, όπως γνωρίζουν όσοι με διαβάζουν) με ενθάρρυναν να επανέλθω. Όταν μιλάει ο σοφός, όλοι πρέπει να ακούνε.

Τι μας χωρίζει με την Τουρκία; Πρώτο θέμα: τα πετρέλαια της Μεσογείου, που ακόμα δεν ξέρουμε αν υπάρχουν. Αλλά και αν υπάρχουν, μάλλον δεν θα αξίζει τον κόπο να τα αντλήσουμε. Η τιμή του πετρελαίου έχει καταρρεύσει, το κόστος της υποθαλάσσιας άντλησης είναι υπέρογκο και έτσι κι αλλιώς η ανθρωπότητα προσανατολίζεται προς άλλες πηγές ενέργειας που ρυπαίνουν λιγότερο. Τα κοιτάσματα των υδρογονανθράκων θα μείνουν μέσα στους βυθούς, όπως έμειναν τα αποθέματα του κάρβουνου στα ανθρακωρυχεία του Ρουρ και του Κάρντιφ, όταν ανακαλύφθηκε η ισχύς του πετρελαίου στις αρχές του 20ου αιώνα.

Ο καυγάς για το πάπλωμα!

Κινδυνεύουμε καθημερινά από μία αυτόματη ανάφλεξη, ξοδεύουμε πολύτιμα χρήματα για εξοπλισμούς και πολεμικό υλικό για μια φαντασίωση.

Δεύτερο θέμα: ΑΟΖ, υφαλοκρηπίδα κλπ. – που θα μπορούσε να έχει επιλυθεί από τα αρμόδια διεθνή δικαστήρια.

Ναι, λένε τα σκληρά κολάρα των υπουργείων και των επιτελείων: «Και αν τα διεθνή δικαστήρια γνωματεύσουν εναντίον μας;»

Σίγουρα, σε ορισμένα θέματα θα γνωματεύσουν αρνητικά. Ο εναέριος χώρος των 10 μιλίων, που έχουμε μονομερώς αποφασίσει από το 1931, δεν στέκει με τίποτα, αφού το διεθνές δίκαιο λέει καθαρά ότι ο εναέριος χώρος συμπίπτει ακριβώς με την αιγιαλίτιδα ζώνη, που στην περίπτωσή μας είναι τα έξη μίλια. Επίσης θα χρειαστεί και μία ειδική ρύθμιση για το Καστελόριζο. Δύσκολο, ένα μικρό νησάκι να ορίζει την ΑΟΖ ή την υφαλοκρηπίδα μιας ακτής χιλιάδων χιλιομέτρων. Και σε άλλα θέματα, μπορεί να χρειασθούν υποχωρήσεις. Αυτό σημαίνει διαπραγμάτευση. Δίνω, παίρνω. Αλλά όλα αυτά δεν είναι τίποτα μπροστά σε μία κατάσταση ασφάλειας και γαλήνης, που θα μας επιτρέψει να στραφούμε στην ειρηνική παραγωγή και δημιουργία.

Ενώ τώρα τι κάνουμε; Στεκόμαστε με τα όπλα παρά πόδα, γαντζωνόμαστε από αυτά που νομίζουμε ότι έχουμε (ενώ ενδομύχως τρέμουμε γι αυτά), διώχνουμε τους επενδυτές που όταν μυρίζουν μπαρούτι, εξαφανίζονται αυθωρεί, και ζούμε σε μία πρόσκαιρη ειρήνη με την ψυχή στο στόμα.

Φυσικά, οι άνθρωποι που θα τολμήσουν να προχωρήσουν σε διαπραγματεύσεις και να κλείσουν συμφωνίες, θα υποστούν τα μύρια όσα. Θα ονομαστούν προδότες, εθνικοί μειοδότες, ανθέλληνες, μισέλληνες κλπ. Και ίσως αυτός ο φόβος να είναι ένας από τους κύριους λόγους που οι πολιτικοί και οι διπλωμάτες μας δεν τολμούν. Ξέρουν ότι το πολιτικό κόστος αλλά και το προσωπικό κόστος θα είναι τεράστιο.

Από την άλλη πλευρά το κόστος μίας διαρκούς εκκρεμότητας, που υπονομεύει κάθε ουσιαστική προσπάθεια για την ανάπτυξη και αναγέννηση της χώρας, είναι ακόμα μεγαλύτερο.

-         - Και αν οι γείτονες, ενώ μιλάνε για διαπραγμάτευση, τελικά οπισθοχωρήσουν και δεν συμφωνήσουν στις προκαταρτικές διαβουλεύσεις;

Εμείς πάντως θα έχουμε κάνει το σωστό. Το πρόβλημα θα το έχουν αυτοί.

Τολμήστε λοιπόν! Μελετημένοι, προετοιμασμένοι αλλά ψύχραιμοι. Τολμήστε!

 

Υ.Γ. Είδηση, 7.7.20: «Ευρωπαϊκή πρωτοβουλία για διαπραγματεύσεις ανάμεσα σε Αθήνα και Άγκυρα, ώστε να μειωθεί η ένταση στην Ανατολική Μεσόγειο, ανήγγειλε χθες ο ύπατος εκπρόσωπος της Ε. Ε. Ζοζέπ Μπορέλ».  Να ελπίσω;

Υ. Γ. 2 Το κείμενο του εβδομαδιαίου blog παραδίδεται το αργότερο κάθε Τετάρτη στο ΒΗΜΑ. Έτσι, όταν την Παρασκευή "έσκασε" η Αγιάσοφιά δεν μπορούσα ούτε να το αποσύρω ούτε να το αλλάξω. Ωστόσο νομίζω πώς παρόλο που είναι σε λάθος χρόνο, δεν είναι άχρηστο. 


Κυριακή, Ιουλίου 05, 2020

Ο Μεγάλος Περίπατος του Μονάχου

Το 1972, η πρωτεύουσα της Βαυαρίας, το Μόναχο, είχε αναλάβει να διοργανώσει τους θερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες.

Πέντε χρόνια πριν, άρχισαν οι Γερμανοί να ετοιμάζονται.

Με την ευκαιρία των Ολυμπιακών άλλαξαν ριζικά την πόλη τους.

Το Μόναχο είναι η δεύτερή μου πατρίδα. Έζησα εκεί έξη χρόνια – από το 1954 ως το 1960 κάνοντας τις σπουδές μου στο Πανεπιστήμιο. Μετά, με μία παύση τριών ετών (υπηρετούσα στο Ναυτικό) επισκεπτόμουν την πόλη σχεδόν κάθε χρόνο. Είχα εκεί πιο πολλούς γνωστούς και φίλους από ότι στην Αθήνα.

Έτσι από το 1968 και πέρα παρακολουθούσα την εξέλιξη των έργων που μεταμόρφωναν την πόλη.

Η πρώτη αλλαγή ήταν ότι η πόλη απέκτησε μετρό. Όχι πολλές γραμμές (η έκτασή της είναι μικρή, τότε είχε γύρω στο ένα εκατομμύριο κατοίκους). Το μετρό περνούσε στην μία κατεύθυνση κάτω από τις μεγαλύτερες εμπορικές αρτηρίες της πόλης (KaufingerNeuhauser Strasse) που ένωναν τις δύο κύριες πλατείες της (Marienplatz και Karlsplatz – ή Stachus – με τον σιδηροδρομικό σταθμό). Η επιφάνεια ανάμεσα στις δύο πλατείες έγινε ένας τεράστιος πεζόδρομος μήκους περίπου 3 χιλιομέτρων και κυρίως πλάτους μεταξύ 300 και 600 μέτρων. Στον πεζόδρομο υπήρχαν παγκάκια και τεράστιες ζαρντινιέρες με εξωτικά φυτά. Ανάμεσά τους κυκλοφορούσαν ποδήλατα.

Αλλά – εδώ είναι η διαφορά – κάτω από τον πεζόδρομο υπήρχε και υπόγειος δρόμος για αυτοκίνητα και μηχανές. Και κατά μήκος αυτού του δρόμου υπήρχαν και πάρκινγκ. Όπου μπορούσες να αφήσεις το αυτοκίνητό σου και να ανέβεις κατευθείαν στο κατάστημα που ήθελες να πας.

Αυτή είναι η βασική διαφορά ανάμεσα στους δικούς μας πεζόδρομους και τους γερμανικούς. Όταν οι Γερμανοί φτιάχνουν ένα πεζόδρομο, τον συνοδεύουν και με ένα χώρο στάθμευσης. Έτσι παραμένει πεζόδρομος, ενώ οι δικοί μας γίνονται χώροι πάρκινγκ αυτοκινήτων.

Και φυσικά ο κύριος πεζόδρομος δεν γινόταν αφορμή για μποτιλιάρισμα – μια και υπήρχε ο υπόγειος δρόμος για όσους ήθελαν να προσπεράσουν το κέντρο της πόλης.

Άλλο ένα επίτευγμα: οι πολεοδόμοι σχεδίασαν 3 δακτύλιους υπερυψωμένους που περιτριγύριζαν την πόλη: τον εξωτερικό που συνέδεε τα προάστια, τον μεσαίο που συνέδεε τις συνοικίες και τον εσωτερικό που περιτριγύριζε το κέντρο. Στους δακτύλιους αυτούς οι συνθήκες οδήγησης ήταν όπως στις autobahn – μεγάλες ταχύτητες και κανονικές ιπτάμενες είσοδοι και έξοδοι. Έτσι για να πας από ένα προάστιο στο άλλο δεν περνούσες από το κέντρο αλλά από την περιφερειακή άουτομπαν.

Την τελευταία φορά που επισκέφθηκα το Μόναχο, πριν δύο χρόνια, τα έργα αυτά λειτουργούσαν άψογα κι ας είχαν περάσει 45 χρόνια από την κατασκευή τους.. Βέβαια είχαν προστεθεί και άλλες γραμμές στο μετρό, αλλά οι δακτύλιοι εξακολουθούσαν να εξυπηρετούν χιλιάδες αυτοκίνητα και τα ποδήλατα είχαν πολλαπλασιαστεί ενώ υπήρχαν ποδηλατόδρομοι σε όλους τους δρόμους.

Το πάρκο του «Αγγλικού Κήπου» έχει 14 χιλιόμετρα μήκος και διασχίζει την πόλη από βορρά προς νότο. Είναι πάντα ένα ειδυλλιακό τοπίο με λίμνες και πολλούς παραπόταμους του κεντρικού ποταμού Ιζαρ.

Ναι, ο μεγάλος περίπατος του Μονάχου είναι πολύ μεγαλύτερος και πλουσιότερος από τον δικό μας. Και δεν είναι μόνο θέμα κόστους – αλλά σωστής μελέτης και εκτέλεσης.

Κάθε φορά που ξαναγύριζα, έβλεπα την πόλη να λειτουργεί πιο αρμονικά, την κίνηση να ρέει πιο άνετα. Η απόλαυση ήταν μεγαλύτερη όταν το 79 ανέβηκα στο Μόναχο με το αυτοκίνητό μου. Δεν ήταν που η πόλη είχε μεταμορφωθεί για τους πεζούς – είχε γίνει και πιο φιλική για τα αυτοκίνητα. Παντού ευκαιρία να παρκάρεις, πουθενά μποτιλιαρίσματα.

Εμείς, προς το παρόν, χρωματίζουμε την άσφαλτο. Για να δούμε, πού θα μας βγάλει αυτό…


Κυριακή, Ιουνίου 28, 2020

Διονύσιος ο Μέγας

Απεχθάνομαι την λέξη «Μέγας» επειδή έχει επικρατήσει να χρησιμοποιείται σαν επίθετο για κατακτητές και πολέμαρχους. Πόσο «μέγας» είναι ένας τέτοιος άνθρωπος, όταν τον δεις με την ματιά του κατακτημένου και του δούλου; Το επίθετο αυτό θα έπρεπε να αφορά μόνο ευεργέτες της ανθρωπότητας. Μέγας Παστέρ – ναι. Μέγας Ναπολέων – όχι.

Ανάμεσα στους ευεργέτες θα αριθμούσα και τους δημιουργούς: Μέγας Αισχύλος, Μέγας Μπετόβεν, Μέγας Σαίξπηρ, Μέγας Μιχαήλ Άγγελος.

Προσωπικά έχω βαφτίσει (και μάλιστα, για πρώτη φορά) δύο Μεγάλους – και είμαι υπερήφανος γι’ αυτό.

Ο πρώτος ήταν ο Διονύσης Σαββόπουλος. Το 1975, όταν ήταν ακόμα ένας αμφιλεγόμενος και αμφισβητούμενος  τραγουδοποιός, σε μία υποσημείωση του νέου (τότε) βιβλίου μου: «Η Δυστυχία του να είσαι Έλληνας», σχολιάζοντας το τραγούδι του «Σαν τον Καραγκιόζη», έγραψα: «Και δαγκώθηκα που ο μεγάλος (σε στίχο και μουσική) Σαββόπουλος έκλεισε σε μία φράση όσα προσπάθησα να πω σε πολλές σκέψεις». Το βιβλίο πούλησε χιλιάδες αντίτυπα εντός και εκτός Ελλάδος, και η υποσημείωση ταξίδεψε παντού.

Η δεύτερη φορά που χρησιμοποίησα αυτή τη λέξη ήταν στα τέλη της δεκαετίας του 80 μιλώντας στο ραδιόφωνο για την άγνωστη τότε ποιήτρια Κική Δημουλά, είπα ότι είναι: «Η μεγαλύτερη Ελληνίδα ποιήτρια μετά την Σαπφώ». Λίγο αργότερα έγραψα και την πρώτη μελέτη για το έργο της που μεταφράστηκε και σε άλλες γλώσσες.

Αλλά εδώ θέλω να μιλήσω για τον Διονύση.

Τον είδα προχθές στην μοναχική συναυλία που έδωσε διαδικτυακά από το Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος, μόνος, αμήχανος, τρακαρισμένος από την έλλειψη ακροατηρίου, αλλά τόσο γλυκός, τόσο συμπαθής, τόσο οικείος. Επίτηδες, πιστεύω, διάλεξε πολλά από τα πρώτα τραγούδια του, τα πιο προσιτά – θα ήταν δύσκολο μέσα στον άδειο Θόλο-στούντιο να ακουστεί το φοβερό εκείνο: «Με αεροπλάνα και βαπόρια…».

Αν θυμάμαι καλά, για πρώτη φορά τον άκουσα το 1963, σε ένα υπόγειο στην οδό Βουλής, που είχε ανοίξει ο Κώστας Χατζής – «Η ρουλότα του Τσιγγάνου».  Δεν θα έμεινε εκεί πολύ - ύστερα τον άκουγα σχεδόν κάθε βράδυ στο «Συμπόσιο» στην Πλάκα, όπου τραγουδούσε μετά τον Γιώργο Μούτσιο («Ένα μύθο θα σας πω…») και την Ντόρα Γιαννακοπούλου («Ο κήπος έμπαινε στη θάλασσα…»). Ο Διονύσης έλεγε το «Ήλιε Ήλιε Αρχηγέ!», το «Βιετνάμ γιε γιε», την «Σωματική Ανάγκη» και τα άλλα, του «Φορτηγού».

Οπαδός από παλιά αυτής της μικτής τέχνης του τραγουδοποιού (στίχοι, μουσική και εκτέλεση), μανιακός θαυμαστής του Brassens, του Brel, και της Barbara, είχα βρει τον δικό μου τραγουδοποιό. Βέβαια αργότερα ήρθαν στην ζωή μου ο Bob Dylan και ο Leonard Cohen, που τον είχα γνωρίσει στην Ύδρα ως ποιητή και συγγραφέα (πώς λυπήθηκα που δεν πήρε αυτός το Νόμπελ!).

Αν τα Ελληνικά ήταν μία διεθνής γλώσσα, αυτό το Νόμπελ θα μπορούσε να το είχε κερδίσει επάξια ο Διονύσης Σαββόπουλος. Αλλά η τέχνη του τραγουδοποιού είναι αμετάφραστη όπως και η καλή ποίηση. Φυλλομετρώ τις 680 σελίδες της «Σούμας», του βιβλίου που φιλοξενεί τους περισσότερους στίχους του Διονύση (μέχρι το 2003 που εκδόθηκε – τώρα θα χρειαζόταν αρκετές σελίδες ακόμα) και διαπιστώνω άλλη μία φορά πως τα τραγούδια του Σαββόπουλου είναι ποιήματα αυτοδύναμα – και κακώς δεν υπάρχουν στις ανθολογίες.

Μία ολόκληρη ζωή, Μεγάλε Διονύση Σαββόπουλε, αφέντη τσουτσουλομύτη, εκατοντάδες χιλιάδες  Έλληνες την περάσαμε μαζί σου. Εγώ, που έχω ένα ημερολόγιο και γράφω τα δικά μου, να μη σου πω εδώ ένα Μεγάλο Ευχαριστώ;


Κυριακή, Ιουνίου 21, 2020

Μία ολέθρια πρόταση


Διάβασα πριν από δύο εβδομάδες ένα άρθρο του ιστορικού Γιώργου Θ. Μαυρογορδάτου, στο οποίο πρότεινε να διδάσκεται στα σχολεία μας η καθαρεύουσα. Με την πρόταση αυτή συμφώνησε, σε δικό του άρθρο, και ο συγγραφέας Τάκης Θεοδωρόπουλος. 

Θεωρώ την πρόταση αυτή ολέθρια και επικίνδυνη. Αν εφαρμοζόταν θα ήταν σαν να ανασταινόταν ξαφνικά η διγλωσσία. Θα προκαλούσε σύγχυση στους μαθητές – αλλά και στους καθηγητές. Σκεφθείτε το τυπικό μας σχολείο που δυσκολεύεται να διδάξει σωστά μία γλώσσα (την «νεοελληνική κοινή», αυτή που μιλάμε και γράφουμε όλοι σήμερα) να πρέπει να διδάξει δύο ή και τρεις εκδοχές της. (Αρχαία, Καθαρεύουσα και Κοινή). 

Άλλωστε το «γλωσσικό ζήτημα» λύθηκε από την στιγμή που οι περισσότεροι χρήσιμοι όροι της καθαρεύουσας εντάχθηκαν στην δημοτική και αφομοιώθηκαν. Και αντί να ενισχύσουμε αυτή την τάση, θα προσπαθήσουμε να την αντιστρέψουμε; 

Έχω κληρονομήσει από τον πατέρα μου διάφορα λεξικά. Μεταξύ τους και το «Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης», έκδοση Πρωίας, 1933. Σε δύο τόμους, 2664 σελίδων, θεωρήθηκε τότε το πιο σοβαρό πριν από το επίτομο του Δημ. Δημητράκου (1957). Πρόλογος και υπομνήματα στην καθαρεύουσα. Ωστόσο πολύ περισσότερες από τις μισές λέξεις έχουν, μπροστά στο λήμμα, έναν αστερίσκο. Η επεξήγηση είναι ότι οι λέξεις αυτές ανήκουν στην δημοτική γλώσσα. (Ήδη λοιπόν, το 1933, η δημοτική υπερτερούσε).

Ανήκουν; Δημιουργήθηκαν; Στο υπέροχο λεξικό «Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών από της Αλώσεως μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων» του Στέφανου Α. Κουμανούδη βρίσκει κανείς εκατοντάδες λέξεις που έχουν λόγια προέλευση αλλά έγιναν μέρος της καθομιλούμενης (ή αν θέλετε «δημοτικής») γλώσσας.

Π. χ.: η λέξη «λεωφορείο» είναι δημοτική ή καθαρεύουσα; Καθαρεύοσα βέβαια, αρχαϊκή, σύνθετη (λεώς = λαός και φέρω = φορείον) αλλά δεν υπάρχει πια άλλη λέξη στη δημοτική για να αναφερθεί κανείς στο αντικείμενο αυτό. (Η υπέργηρη θεία μου προπολεμικά το ονόμαζε «μπούσι», προφανώς από το εγγλέζικο bus).

Η σημερινή ελληνική γλώσσα είναι πια μία και ενιαία. Σαφώς υπάρχουν μέσα της στοιχεία αρχαΐζοντα αλλά αυτό αποτελεί τον πλούτο της. Θα ήμουν σύμφωνος να προστεθούν στα σχολικά βιβλία κείμενα του Παπαδιαμάντη, του Ροΐδη, του Βιζυηνού, για να φανεί ο πλούτος της γλώσσας και η ειδική χρήση της (π.χ. για την σάτιρα στον Ροΐδη). Άλλωστε δεν είναι τυχαίο πως οι τρεις μεγαλύτεροι στυλίστες, πεζογράφοι μας και ο πιο ιδιότυπος ποιητής μας, (Κ.Π. Καβάφης) έγραφαν στην καθαρεύουσα. Η τεχνητή αυτή γλώσσα προσφέρεται για ειδικές χρήσεις.

Μεγάλωσα μέσα στην καθαρεύουσα. Τα πρώτο βιβλία που διάβασα ήταν οι μεταφράσεις του Ιουλίου Βερν, εκδόσεις Σιδέρη, μεγάλο σχήμα, σε άπταιστη καθαρεύουσα. (Αργότερα την μιμήθηκε πιστά ο Ανδρέας Εμπειρίκος).  Η εφημερίδα που ερχόταν κάθε μέρα στο σπίτι μας ήταν η «Καθημερινή».  Οι μεταφράσεις στις βιβλιοθήκες του σπιτιού ήταν και αυτές στην καθαρεύουσα. (Θυμάμαι τον «Παύλο και Βιργινία»). Τέλειωσα τη μέση παιδεία το 1954. Όλα τα σχολικά εγχειρίδια στην καθαρεύουσα. Σπάνια μας άφηνε ο φιλόλογος να γράψουμε έκθεση στην δημοτική.

Αλλά δεν χρειαζόμουν να μου διδάξουν την δημοτική – ήταν η γλώσσα που άκουγα, που μιλούσα και που διάβαζα. (Είχα πια αποκτήσει και την δική μου βιβλιοθήκη).

Η γλώσσα είναι ένα ζωντανό πράγμα – δεν επιδέχεται παρεμβάσεις και καθοδηγήσεις (που συνήθως αποτυγχάνουν οικτρά). Ξαφνικά ένα μάθημα καθαρεύουσας θα μπέρδευε μαθητές και δασκάλους. (Κι αλήθεια πόσοι καθηγητές θα ήταν σε θέση να την διδάξουν;) Εγώ, καθαρευουσιάνος από κούνια, δηλώνω αδυναμία να γράψω κάτι στην καθαρεύουσα. Θα μου έβγαινε αυτόματα σε παρωδία.

Ας αφήσουμε την γλώσσα μας να ακολουθήσει τον δρόμο της. Η καθαρεύουσα δημιούργησε πολλά προβλήματα. Τελικά χρησίμευσε σαν μεταβατικό στάδιο από την αρχαία, μας δώρισε γλωσσικό πλούτο, μερικούς μεγάλους συγγραφείς και ήδη χάνεται στο βάθος της ιστορίας. Ας την αφήσουμε στην ησυχία της.

Κυριακή, Ιουνίου 14, 2020

Σκαλαθύρματα 3


 1.    Αυτό θα πει Άγιον Πνεύμα! Επειδή γιόρταζε την Δευτέρα, δεν κυκλοφόρησαν εφημερίδες ούτε το Σάββατο (απογευματινές) ούτε την Κυριακή (πρωινές) ούτε την Δευτέρα (απογευματινές) ούτε την Τρίτη (πρωινές). Πολύ πνεύμα χάθηκε αυτές τις μέρες…  

2.  Αναρωτιέμαι γιατί ερίζουν τόσα κράτη (κι εμείς) για τους υδρογονάνθρακες (κατά Καμμένον: υδατάνθρακες) της Μεσογείου. Τουρκία, Ελλάδα, Κύπρος, Αλβανία, Ιταλία, Λιβύη και άλλοι γείτονες. Εντωμεταξύ οι τιμές του πετρελαίου έχουν καταρρεύσει και οι περισσότερες υπάρχουσες θαλάσσιες πλατφόρμες άντλησης δεν λειτουργούν πια, γιατί το κόστος είναι υψηλότερο από την τιμή του προϊόντος. Για νέες υποθαλάσσιες γεωτρήσεις δεν συζητάει πια κανείς εχέφρων άνθρωπος.   
   
3.  Σπουδαία η συμφωνία με την Ιταλία, αλλά εγώ προτείνω να επιτρέψουμε στην Τουρκία να κάνει όσες γεωτρήσεις θέλει και να στήσει πλατφόρμες όπου θέλει. Είναι που είναι σχεδόν χρεοκοπημένη – αυτός είναι ένας σίγουρος τρόπος να χρεοκοπήσει οριστικά. Άλλωστε, μέχρι να ολοκληρωθεί το πρόγραμμά της, τα ορυκτά καύσιμα θα έχουν παύσει να χρησιμοποιούνται και όλοι θα έχουν αναπτύξει ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Δεν καταλαβαίνω γιατί προσπαθούμε με κάθε τρόπο να την εμποδίσουμε να χρεοκοπήσει;

4.   Όπως δεν καταλαβαίνω γιατί επιμένουμε να ξοδεύουμε χρήματα (και μερικές ανθρώπινες ζωές) για να υπερασπιζόμαστε μία παρανομία που μας εκθέτει και διεθνώς. Μιλάω για τα περίφημα δέκα μίλια ελληνικού εναέριου χώρου που κάποιος είχε εμπνευσθεί το 1931. Όμως το διεθνές δίκαιο, το οποίο επικαλούμαστε συχνά, ορίζει ότι ο εναέριος χώρος καθορίζεται από την αιγιαλίτιδα ζώνη – και άρα εφόσον τα χωρικά μας ύδατα είναι έξη μίλια, τόσος πρέπει να είναι και ο εναέριος χώρος μας. Είμαστε το μόνο κράτος στον κόσμο με αυτή την πρωτοτυπία, που μας κοστίζει αρκετά χρήματα σε καύσιμα (όταν αντιδρούμε στις «παραβιάσεις» των Τούρκων – που βέβαια δεν είναι συνήθως παραβιάσεις. Γίνονται όμως συχνά, γιατί η αίσθηση ότι έχουν δίκιο, τους ωθεί και σε παρανομίες). Τους δίνει και την δυνατότητα να μας εμφανίζουν ως παρανομούντες σε όλα τα διεθνή φόρα.      

5.  Γενικά πρέπει να πω ότι η Ελληνική εξωτερική πολιτική επηρεάζεται πολύ από το εθνικιστικό μας φρόνημα και συνήθως εμφανίζεται πολύ επιθετική (π.χ. πως χειριστήκαμε το θέμα των Σκοπίων επί 20 χρόνια). Θα μπορούσε να είχε λυθεί φιλικά σε 2 χρόνια με το πακέτο Πινέιρο. Η διπλωματία δεν είναι τσαμπουκάς. Είναι και πονηριά, ελιγμός, στρατηγική. Διαβάστε Μακιαβέλι, Ταλλεϋράνδο, Μέτερνιχ…
    
    6.  Με τον κορονοϊό δεν τα πάμε καλά. Οι μισοί Έλληνες πιστεύουν ότι πάει, έφυγε πια, τον τελείωσαν ο Τσιόδρας και ο Χαρδαλιάς. Οι άλλοι μισοί πιστεύουν ότι δεν υπήρξε ποτέ – ήταν εφεύρεση του Μπιλ Γκαίητς και του Σόρος. Όμως η σεζόν ξεκίνησε, έρχονται οι ξένοι και να που έχουμε πάλι νούμερα. Μήπως να προσέξουμε λίγο; Δεν αστειεύεται καθόλου το μικρό τέρας!  
    
     7.  Οι περισσότεροι από τους αναγνώστες (και μη) που μου στέλνουν βιβλία τους, φαντάζομαι ότι περιμένουν κάτι από μένα. Πρώτα-πρώτα να τα διαβάσω. Δεύτερον να τους γράψω ένα ευχαριστώ και κάποια γνώμη. Τρίτον (ενδεχομένως) να γράψω κάτι σχετικό στη στήλη. Το τρίτον ξεχάστε το – αν αρχίσω να γράφω για βιβλία και μόνο τους τίτλους να παραθέσω θα γεμίζει η μισή στήλη. Επιπλέον το «Βήμα» έχει ολόκληρο ένθετο για βιβλία – ούτε μπορώ ούτε θέλω να το ανταγωνιστώ.
    
    8.   Η πολιτική της στήλης απέναντι στα βιβλία είναι η εξής: Επειδή ξέρω την πίκρα του κάθε συγγραφέα (ιδιαίτερα του νέου) για κάποια απήχηση (την νιώθω ακόμα – μήπως νομίζετε πως γράφουν για τα δικά μου βιβλία;) έχω την τακτική να ανοίγω κάθε βιβλίο που μου στέλνουν και να διαβάζω μερικές σελίδες. Πόσες; Αυτό εξαρτάται από το βιβλίο, αν θα με πείσει. Πάντως τουλάχιστον 20. Αν – κατά τη γνώμη μου – αξίζει τον κόπο, του γράφω δύο λόγια. Υπό έναν όρο: να έχει ηλεκτρονική διεύθυνση. Δεν σκοπεύω να επιστρέψω στο παρελθόν και να πάω, γέρος άνθρωπος, στο ταχυδρομείο να κάτσω στην ουρά για (πανάκριβα πλέον) γραμματόσημα…

Σάββατο, Ιουνίου 06, 2020

Σκέψεις και προτάσεις για τον εορτασμό των 200 χρόνων από το ‘21

1.  Έχουμε συνηθίσει να γιορτάζουμε κάθε εθνική επέτειο εθνικιστικά. Από τον καιρό του σχολείου και του στρατού, εθνική εορτή σημαίνει και εθνικιστική έξαρση   .

   2. Το πρόβλημα είναι πως έχουμε έτσι ανατραφεί. Από τις έρευνες και της δημοσκοπήσεις συνάγεται ότι είμαστε ο πιο εθνικιστικός λαός της Ευρώπης. (άνω του 90% των Ελλήνων είναι υπερήφανοι που είναι Έλληνες – ενώ άλλοι, μεγαλύτεροι λαοί κινούνται στο 40-50%).

   3.   Ο εθνικισμός ήταν μία χρήσιμη ιδεολογία τον 19ο αιώνα, όταν διαμορφώνονταν τα σημερινά έθνη. Σήμερα είναι όχι απλώς ξεπερασμένος αλλά εμπόδιο για την διεθνή συνεργασία και φιλία. Πρέπει να περάσουμε από τον εθνικισμό στον πατριωτισμό. Ο πατριώτης αγαπάει την πατρίδα του χωρίς να την θεωρεί ιδιαίτερη και ανώτερη από τις πατρίδες των άλλων.

   4. Αν δεν απαλλαγούμε από τον εθνικισμό, κινδυνεύουμε ο εορτασμός να γίνει μία εθνική φιέστα (σαν αυτές της δικτατορίας) που μπορεί να μας κάνει ρεζίλι.

    5. Προτείνω ο εορτασμός να μην επικεντρωθεί στην επανάσταση αυτή καθ’ αυτή αλλά στα διακόσια χρόνια που πέρασαν και που μας διαμόρφωσαν σαν έθνος.

    6. Γιατί αν μείνουμε στην επανάσταση, θα πρέπει να αποσιωπήσουμε πολλές σκοτεινές πλευρές της. Έχω στα χέρια μου μία μελέτη του Νίκου Ι. Μέρτζου, εκλεκτού Έλληνα, με τίτλο «Εμφύλιοι πόλεμοι μέσα στον Ιερό αγώνα» που αποδεικνύει ότι τα τελευταία έξη χρόνια της επανάστασης δεν υπήρξε ημέρα χωρίς εμφύλια διαμάχη. Όπως έχω ξαναγράψει, πιο πολύ πολεμούσαν οι Έλληνες μεταξύ τους, παρά με τους Τούρκους. Τόσο που στο τέλος η επανάσταση ουσιαστικά αυτοκτόνησε – και ο Ιμπραήμ αλώνιζε έχοντας υποχείρια την Ελλάδα.

    7. Εξ ου και δεν ελευθερωθήκαμε – μας απελευθέρωσαν οι Μεγάλες Δυνάμεις. Με την κοινή τους απόφαση και την ναυμαχία στο Ναυαρίνο. Αυτό δεν ταιριάζει καθόλου με την εθνική μας υπερηφάνεια. Όπως και η δολοφονία του Καποδίστρια επειδή δεν υπέκυπτε στους τσιφλικάδες.

    8. Αντίθετα στα χρόνια που ήρθαν μετά, κάναμε αξιόλογα πράγματα. Καταφέραμε να αποκτήσουμε σύνταγμα πριν από πολλά άλλα ευρωπαϊκά κράτη. Καταφέραμε να πολλαπλασιάσουμε την έκταση της χώρας. Μορφές όπως ο Τρικούπης, ο Βενιζέλος και ο Καραμανλής, μεγάλωσαν και εκσυγχρόνισαν την Ελλάδα.

    9. Αυτά πρέπει να γιορτάσουμε στα γενέθλια του έθνους μας. Χωρίς να αποκρύπτουμε τις σκιές και τα λάθη, να δώσουμε έμφαση στα θετικά σημεία και στα επιτεύγματα.                                
1 10. Να προβάλουμε τις μορφές των δημιουργών μας. Πόσα κράτη με το δικό μας μέγεθος και την σύντομη ιστορία μας, έχουν μία Κάλας, ένα Μητρόπουλο, ένα Σκαλκώτα, ένα Θεοδωράκη, ένα Χατζηδάκη, ένα Σαββόπουλο, ένα Vangelis, ένα Ροΐδη, ένα Παπαδιαμάντη, ένα Καβάφη, ένα Σεφέρη, ένα Ρίτσο, έναν Ελύτη, μία Δημουλά, και τόσους άλλους ποιητές, συνθέτες, εικαστικούς, στοχαστές, επιστήμονες διεθνούς φήμης.

1  11.  Δεν χρειάζεται, για μία ακόμη φορά να στεφανώσουμε τους ανδριάντες των ηρώων του 21. Καλύτερα να μελετήσουμε ψύχραιμα και επιστημονικά εκείνη τη δύσκολη περίοδο, κερδίζοντας γνώση και πείρα για το μέλλον. Αν καταλάβουμε καλύτερα και τις σκοτεινές μας πλευρές, μπορεί να προχωρήσουμε περισσότερο προς την ωριμότητα. Είμαστε νέο κράτος, από τα νεότερα στην Ευρώπη κι έχουμε πολλά να μάθουμε ακόμα. Ο τίτλος του μικρού βιβλίου του Γιώργου Δερτιλή: «Επτά πόλεμοι, τέσσερεις εμφύλιοι, επτά πτωχεύσεις» δίνει μία συνοπτική αφήγηση τον 200 ετών που γιορτάζουμε, από την αρνητική της πλευρά. Η μεγάλη του μνημειώδης «Ιστορία της νεότερης και σύγχρονης Ελλάδας» όπως και το βιβλίο του Κώστα Κωστή «Τα κακομαθημένα παιδιά της Ιστορίας» θα έπρεπε να είναι υποχρεωτικά αναγνώσματα για όλα τα μέλη της επιτροπής. Πιστεύω πως πολλά μέλη της θα συμμερίζονται τις απόψεις τους.

1 12.  Έτσι μόνο θα μπορούσαμε να γιορτάσουμε μία ρεαλιστική αλλά και αυθεντική 200ετία…

Κυριακή, Μαΐου 31, 2020

Η γραφειοκρατία του Κορονοϊού

Λέγαμε ότι με την χρήση των ψηφιακών και ηλεκτρονικών μέσων επιταχύνθηκαν οι διαδικασίες στο δημόσιο και κερδίζουμε χρόνο και κόπο. Μερικοί, όπως εγώ, που επί είκοσι χρόνια φωνάζω, γράφω, δημοσιογραφώ για την ψηφιοποίηση (και όχι ψηφιακοποίηση όπως διαβάζω συχνά) του κράτους έσπευσαν να χαιρετίσουν με ενθουσιασμό τις αλλαγές – έστω κι αν έγιναν υπό την απειλή της πανδημίας. Εξελίξεις όπως η ψηφιακή συνταγή που την γράφει ο γιατρός και την στέλνει στο κινητό του ασθενούς από όπου την διαβάζει και την εκτελεί ο φαρμακοποιός, είναι πράγματα μαγικά που ούτε σε μυθιστορήματα επιστημονικής φαντασίας δεν τα είχαμε συναντήσει. Ο ιδιώτης γιατρός βέβαια ζημιώνεται από αυτή την διαδικασία – αλλά είναι θέμα δικό του να πείσει τον ασθενή ότι και η ψηφιακή εξυπηρέτηση πρέπει να αμείβεται. Και βέβαια κινδυνεύει να χαθεί η σχέση γιατρού αρρώστου – πώς θα τον εξετάσει και θα του πάρει την πίεση ηλεκτρονικά;

Όμως η γραφειοκρατία ποτέ δεν πεθαίνει. Αναδιπλώνεται και μετά πάλι επελαύνει.

Η πρώτη ένδειξη που είχα, ήταν όταν χρειάστηκα μία βεβαίωση του γνήσιου της υπογραφής μου. Υπόθεση λεπτών, το ΚΕΠ της περιοχής μου είναι κοντά, πας με την ταυτότητά σου και σε τρία λεπτά έχεις τελειώσει.

Αμ δε! Δεν μπορείς πια να πας, να χτυπήσεις το κουδούνι και να μπεις. Πρέπει να κλείσεις τηλεφωνικό ραντεβού. Και εκεί όπου τελείωνες σε τρία λεπτά, πρέπει να περιμένεις τρεις ημέρες. Αν είσαι τυχερός, όπως ήμουν εγώ. Άλλοι χρειάστηκαν να περιμένουν μία εβδομάδα.

Γιατί άραγε μία διαδικασία που χρειαζόταν πραγματικά τρία λεπτά (επίδειξη ταυτότητας, υπογραφή, σφραγίδα με συμπλήρωση στοιχείων και τέλος) τώρα χρειάζεται μία εβδομάδα;

Θα σας απαντήσουν ότι έτσι αποφεύγεται ο συνωστισμός μέσα στο ΚΕΠ που είναι ιατρικά επικίνδυνος. Κι επειδή δεν μπορούν (ή δεν θέλουν) να ξέρουν τι θέμα σας απασχολεί, βάζουν ένα ραντεβού ανά μισή ώρα, για να είναι σίγουροι.

Φυσικά οι έρευνες δείχνουν πως μειώθηκε σημαντικά η παραγωγικότητα στα ΚΕΠ μετά από αυτές τις ρυθμίσεις.

Και το βασικό ερώτημα  είναι: ενώ ήδη από το τέλος Απριλίου υπάρχει ο θεσμός της ηλεκτρονικής υπογραφής, γιατί τα στελέχη του ΚΕΠ δεν την υποδεικνύουν στον πολίτη. Σε τρία ΚΕΠ που τηλεφώνησα δεν μου το είπε κανείς. Και γιατί δεν την προβάλει η κυβέρνηση; Διότι τελικά η ψηφιοποίηση ξεκινάει από την εκπαίδευση του κοινού.

Μερικά παλιά συμπτώματα απαντούν ακόμα σε πολλές κρατικές και δημοτικές υπηρεσίες. Προσπαθώ από μέρες να εξηγήσω στην δημοτική μου αρχή ότι τα δέκα τετραγωνικά που μου ανήκουν στο κοινόχρηστο γκαράζ της πολυκατοικίας όπου διαμένω, δεν ηλεκτροδοτούνται ξεχωριστά. Υπάρχει ένας γενικός φωτισμός που τροφοδοτείται από το ρολόι των κοινοχρήστων (το οποίο όμως τροφοδοτεί και τους ανελκυστήρες και τις εισόδους). Όμως η «Διόρθωση τιμών ακινήτων» ως προς τον χώρο στάθμευσης απορρίφθηκε (του διαμερίσματος ολοκληρώθηκε) και επί δύο μέρες ψάχνω να βρω μία λύση. Μιλώντας με τον αρμόδιο του Δήμου κατάλαβα ότι το πρόβλημα οφείλεται στην λάθος σύνδεση της δήλωσης με το Ε9. Έτσι όλα τα μη ηλεκτροδοτούμενα (αποθήκες, γκαράζ) απορρίπτονται αυτομάτως. Η απάντηση της αρμόδιας του Υπουργείου Οικονομικών: «Δεν μ’ ενδιαφέρει εμένα τι πρόβλημα έχουν οι Δήμοι». Γιατί κανείς δεν διορθώνει το σφάλμα και υποχρεώνονται όλοι να κάνουν καινούργια δήλωση και να πληρώνουν διπλά; 

Επίσης το να κάθεσαι υπό βροχήν στην ουρά έξω από ένα ταχυδρομείο περιμένοντας (ένας μπαίνει - ένας βγαίνει) δεν είναι ό,τι πιο ευχάριστο. Δεν θα μπορούσαν να αυτοματοποιηθούν μερικές διαδικασίες (π.χ. πώληση γραμματοσήμων) για να μειωθεί η ταλαιπωρία.

Ωραία η ψηφιοποίηση του κράτους, αλλά κινδυνεύει από την έλλειψη ενημέρωσης και προώθησης. Κύριε Πιερρακάκη, έχετε κάνει σπουδαίο έργο – αλλά πρέπει να το «πουλήσετε» στο κοινό. Αλλιώς κινδυνεύει να χαθεί.


Κυριακή, Μαΐου 24, 2020

Ένας λογικός άνθρωπος


Στον κόσμο της πολιτικής υπάρχουν λογής-λογής άνθρωποι. Φιλόδοξοι (άφθονοι από δαύτους) υπερόπτες, εμπαθείς και φανατικοί, δολοπλόκοι και διαπλεκόμενοι, ικανοί και ανίκανοι, ιδεαλιστές και ρεαλιστές, συκοφάντες και διαβάλλοντες, ειλικρινείς και ψεύτες, εργατικοί και τεμπέληδες, κόλακες και υβριστές.

Όλοι έχουν ένα κοινό γνώρισμα: λατρεύουν την εξουσία – κάθε εξουσία από την ανώτερη μέχρι την ταπεινή, του σαδιστή μικροϋπάλληλου. Υπάρχουν για να ασκούν εξουσία, αυτή τους τρέφει, αυτή τους κινεί. Όταν βρίσκονται εκτός εξουσίας (π.χ. στην αντιπολίτευση) παθαίνουν μαρασμό και κατάθλιψη.

Το κακό είναι πως αυτός ο κόσμος της πολιτικής είναι ο κόσμος που διοικεί μία χώρα. Και πως, από μια περίεργη σύμπτωση, μέσα σε αυτό τον κόσμο θα βρεις ελάχιστους κανονικούς και ισορροπημένους ανθρώπους, από αυτούς που συναντάς σε όλες τις πλευρές της ζωής. Είτε η πολιτική ζωή ασκεί έλξη σε μη κανονικούς ανθρώπους – είτε αλλοιώνει και παραμορφώνει τα χαρακτηριστικά των ανθρώπων που προσφεύγουν σε αυτή.

Έτσι, μετά από πολλά χρόνια εμπειρία αυτού του χώρου, έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο ιδανικός πολιτικός είναι ένας απλός, κανονικός άνθρωπος. Δεν είναι ανάγκη να είναι μεγαλοφυής, ούτε καν ιδιοφυής. Ούτε χαρισματικός. Οι χαρισματικοί είναι επικίνδυνοι αν χρησιμοποιούν το χάρισμά τους λανθασμένα. Οι οραματιστές επίσης – εκατομμύρια υπήρξαν τα θύματά τους τον τελευταίο αιώνα.

Όχι – ένας απλός καθημερινός άνθρωπος, κοινός, συνηθισμένος αλλά με μία διαφορά. Ότι θα πίστευε στον εαυτό του, στις κοινές αλλά υγιείς απόψεις του, και ότι θα είχε σαν βασικό κανόνα και σύμβουλο την λογική. Την απλή λογική – ή αν ακόμα θέλετε τον κοινό νου (common sense, που λένε οι Άγγλοι).

Αλίμονο: οι κοινός νους είναι το λιγότερο κοινό πράγμα στον κόσμο. Αλλά είναι σωτήριος. Είναι το άσφαλτο κριτήριο του σωστού και του λάθους. Δεν σε αφήνει να παρασύρεσαι προς ιδεοληψίες που μπορεί να γοητεύουν, αλλά συνήθως καταστρέφουν.

Αν αναλύσετε την ιστορία της πατρίδας μας θα βρείτε πολλά παραδείγματα. Και θα απορήσετε. Τι είδους κοινό νου είχαν οι άνθρωποι που έκαναν πράγματα εντελώς παράλογα όπως ο πόλεμος του 1897, η Μικρασιατική Εκστρατεία, ή το Πραξικόπημα του 74 στην Κύπρο.

Όλα αυτά τα γράφω επειδή, για πρώτη φορά μετά από τόσες περιπέτειες και δοκιμασίες, επί κεφαλής του Ελληνικού Κράτους υπάρχει ένας άνθρωπος απλά λογικός. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν είναι χαρισματικός ηγέτης, ούτε συναρπαστικός ρήτωρ, ούτε γοητευτικός αρχηγός. Είναι ένας σωστός, μετρημένος και πρακτικός άνθρωπος. Έχει την παιδεία που χρειάζεται ένας σύγχρονος καταρτισμένος πολιτικός, ξέρει να επιλέγει συνεργάτες, έχει επεξεργαστεί αρκετά μεταρρυθμιστικά σχέδια και αντέχει τα δύσκολα. Το είδαμε στην πράξη μέσα στην πανδημία.

Ακούω φωνές: πως είμαι δεξιός, φασίστας, νεοφιλελεύθερος, κλπ. Πρέπει να πω ότι ουδέποτε στη ζωή μου ψήφισα Δεξιά (εκτός από τις τελευταίες εκλογές). Πάντα ήμουν κεντρώος. Στις πρώτες και τις δεύτερες εκλογές μετά την Μεταπολίτευση υπήρξα σύμβουλος του Γεώργιου Μαύρου (ο οποίος σπάνια ακολουθούσε τις συμβουλές μου). Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής με τιμούσε με την φιλία του, αλλά ήξερε πως ποτέ δεν τον είχα ψηφίσει. Αργότερα ακολούθησα τον Στέφανο Μάνο στις ατυχείς του εξορμήσεις γιατί είχε σωστά σχέδια για απαραίτητες μεταρρυθμίσεις – αυτές που 
τόσο φοβούνται οι Έλληνες. (Γιατί άραγε;)

Είναι πολύ νωρίς ακόμα για να κρίνει κανείς τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Η αρχή της πολιτείας του ξεκίνησε με εφιάλτη, αλλά εξελίχθηκε σε εντυπωσιακό επίτευγμα. Πάντως η παρουσία του με κάνει να νιώθω σιγουριά: ότι επικεφαλής του κράτους μας υπάρχει ένας λογικός άνθρωπος. Και σε μία χώρα που κυβερνούσε συχνά ο παραλογισμός – αυτό είναι μία μεγάλη παρηγοριά.

Μαζί με την εξαίρετη νέα μας πρόεδρο – εξίσου λογική, αλλά ίσως πιο τολμηρή – αποτελούν ένα σπάνιας ποιότητας ηγετικό συνδυασμό. Ας τους ευχηθούμε καλή τύχη, για το καλό όλων μας.

Κυριακή, Μαΐου 17, 2020

Ποιος ενισχύει τους Έλληνες συγγραφείς;


Ακούγοντας την κυρία Μενδώνη να μιλά για τους άνεργους (και συνεπώς άφραγκους) καλλιτέχνες που έπληξε ο κορονοϊός: Ηθοποιούς, μουσικούς, χορευτές, τραγουδιστές, σκηνοθέτες, σκηνογράφους, εικαστικούς… σκέφθηκα το δικό μου συνάφι – τους συγγραφείς.

Γι’ αυτούς δεν ακούσαμε τίποτα. Αυτοί δεν παράγουν πολιτισμό; Τα Νόμπελ από ποιητές τα πήραμε. Το πιο διεθνές μας όνομα είναι ο Καβάφης.

Θα μου πείτε πως μέσα στην καραντίνα, τα δικτυακά βιβλιοπωλεία πουλούσαν άνετα.

Αλλά ό,τι και να πουλούσαν, τα έσοδα ενός συγγραφέα στην Ελλάδα είναι αστεία. Οι ποιητές μάλιστα (η μεγάλη μας δόξα) όχι μόνο δεν κερδίζουν αλλά οι περισσότεροι πληρώνουν για να εκδοθούν. Έτσι αναγκάζονται να ασκούν κι άλλο επάγγελμα που τους εξασφαλίζει τα προς το ζην. Δεν γνωρίζω κανένα σοβαρό Έλληνα συγγραφέα που να ζει από τα βιβλία του.

(Εκτός από κάτι ροζ κυρίες…γι’ αυτό διευκρίνισα: ‘σοβαρό συγγραφέα’).

Θέλετε να μάθετε τι κερδίζει ένας επιτυχημένος μας συγγραφέας; Η μέση λιανική τιμή ενός βιβλίου στην Ελλάδα είναι 15€. Το συγγραφικό δικαίωμα ήταν 15% αλλά με την κρίση οι περισσότεροι εκδότες το κατέβασαν στο 12%. Άρα από κάθε βιβλίο που πωλείται, ο συγγραφέας παίρνει 1,8€.

Ας δεχθούμε τώρα ότι το βιβλίο πετυχαίνει και κάνει πολλές εκδόσεις (το σωστό είναι «ανατυπώσεις»). Ας πούμε ότι πουλάει 10.000 αντίτυπα. (11 εκδόσεις των 800 + 1200 η πρώτη). Σύνολο εσόδων 18.000€.

Ο μέσος χρόνος για την συγγραφή ενός βιβλίου, για έναν άνθρωπο που ασκεί και άλλο επάγγελμα, είναι περίπου δύο χρόνια. Άρα επιμεριζόμενη, η αμοιβή του συγγραφέα είναι 750 το μήνα. Κι αν θέλει ασφάλιση και αργότερα σύνταξη, θα πρέπει να αφαιρέσουμε τουλάχιστον 250€.  Οικογένεια με 500€ το μήνα;

Και εδώ μιλάμε για ένα επιτυχημένο βιβλίο. Ελάχιστα σοβαρά βιβλία πουλάνε 10.000 αντίτυπα. Τα περισσότερα αγωνίζονται να φτάσουν στην δεύτερη έκδοση…

Άρα, επάγγελμα! Δικηγόρος, γιατρός, διπλωμάτης, διαφημιστής, αρχιτέκτων, δημοσιογράφος… και όλίγον συγγραφεύς.

Ένα προσωπικό παράδειγμα: Όπως σχεδόν όλοι οι συγγραφείς, τα πρώτα μου βιβλία τα πλήρωσα από την τσέπη μου – ήταν ποίηση και δοκίμια, άνευ εμπορικού ενδιαφέροντος. Μετά ήρθε το πιο επιτυχημένο μου βιβλίο, γνωστό σε πολλούς,  (βρίσκεται τώρα στην 39η ανατύπωση). Από την 1η, μέχρι την 13η (και λόγω ζήτησης, οι ανατυπώσεις τότε ήταν των 10.000 ή 5000 αντιτύπων) δεν είχα εισπράξει δραχμή! 

Κάποτε ο δεύτερος εκδότης μου, δέησε να μου δώσει μία μεταχρονολογημένη επιταγή ενός εκατομμυρίου δραχμών. (Αντιστοιχούσε στο μισό του χρέους). Όταν πήγα να την εισπράξω, ήταν ακάλυπτη! Την έχω φυλάξει για ενθύμιο.

Δεν είναι λοιπόν μόνο που δεν αμείβονται καλά οι συγγραφείς μας – συχνά δεν εισπράττουν, είτε εγκαίρως, είτε καθόλου. Και μην νομίζετε πώς είναι μόνον ελληνικό έθιμο. Το ίδιο βιβλίο μου μεταφράστηκε σε δέκα γλώσσες. Κριτικές διθύραμβοι, αλλά χρήμα μηδέν. 

Από τους δέκα μεγάλους ξένους εκδότες μόνον ο Γερμανός στέλνει κάθε χρόνο λογαριασμό. Ο Γάλλος, εκτός από την πρώτη έκδοση έβγαλε και δεύτερη σε σχήμα τσέπης για περίπτερα και αεροδρόμια – αλλά ούτε φράγκο! Ο Ιταλός κλάφτηκε ότι πούλησε μόνο 172 αντίτυπα. (Η Ιταλία έχει 18000 βιβλιοπωλεία και όπως μου είπε η  Ελληνολάτρις συγγραφέας Andrea Marcolongo  για χρόνια το βιβλίο ήταν στις βιτρίνες). Στην Κολομβία και στην Χιλή το βιβλίο πήρε διακρίσεις, αλλά ο Ισπανός εκδότης (ο μεγαλύτερος) που καλύπτει και την Νότια Αμερική, ισχυρίζεται ότι δεν πούλησε τίποτα.

Έξω, βεβαίως, οι ξένοι συγγραφείς εκπροσωπούνται από ατζέντηδες, μεγάλα οργανωμένα γραφεία με δικηγόρους, που ελέγχουν εκδότες και βιβλιοπωλεία. Τα δικαιώματα τους είναι ιερά και απαραβίαστα (και όχι «κλοπυράιτ», που έλεγε η Ελένη Βλάχου). Άλλωστε οι ξένοι έχουν και άλλα έσοδα. Μία σειρά διαλέξεις σε Αμερικανικά πανεπιστήμια μπορεί να σε θρέψει δύο χρόνια. Οι συνεντεύξεις πληρώνονται αδρά, όπως και οι συνεργασίες σε έντυπα.

Ενώ εδώ: Το ελληνικό κράτος βάζει κείμενά μας στα σχολικά βιβλία, μεταδίδει έργα μας από το κρατικό ραδιόφωνο – και όχι μόνο δεν πληρώνει… Ούτε ζητάει άδεια – ούτε καν μας ενημερώνει!

Πριν μερικά χρόνια έστησε το ΕΚΕΒΙ (Ελληνικό Κέντρο Βιβλίου) που έμεινε  στις καλές του προθέσεις.

Να ενισχυθούν εκατό φορές όλες οι τέχνες. Αλλά  μην ξεχνάτε και το βιβλίο, αυτό το αποπαίδι του Ελληνικού Πολιτισμού...

Κυριακή, Μαΐου 10, 2020

Το θαύμα της Λιλιπούπολης

Μπορεί να ξεκίνησε σαν παιδική ραδιοφωνική εκπομπή, αλλά βαθμιαία η Λιλιπούπολη έγινε κάτι άλλο: το πιο αξιόλογο συλλογικό καλλιτεχνικό έργο που δημιουργήθηκε στην Ελλάδα τα τελευταία πενήντα χρόνια.

Πρώτη φορά σε αυτή τη χώρα του Εγώ, τόσοι σημαντικοί δημιουργοί συνεργάστηκαν αρμονικά, σαν ένας άνθρωπος, και έχτισαν ένα έργο που ξεχειλίζει από ταλέντο, ποίηση, ευρηματικότητα και φαντασία. Πράγμα που οφείλεται και στον Μάνο Χατζιδάκι – αν δεν ήταν αυτός διευθυντής του Τρίτου – δεν θα είχε μακροημερεύσει η εκπομπή.

Προσέξτε τα ονόματα:
Τέσσερεις συνθέτες: Λένα Πλάτωνος, Νίκος Κυπουργός, Δημήτρης Μαραγκόπουλος, Νίκος Χριστοδούλου, μελοποιούσαν τα υπέροχα τραγούδια της Μαριανίνας Κριεζή (όλοι οι στίχοι δικοί της) που τα τραγουδούσαν οι Σπύρος Σακκάς, Σαβίνα Γιαννάτου, Αντώνης Κοντογεωργίου, Νένα Βενετσάνου, Μαριέλλη Σφακιανάκη και άλλοι, με διευθυντή ορχήστρας τον Βύρωνα Φιδετζή. Τα κείμενα ήταν συνεργασία πολλών αλλά ξεχώριζαν το χιούμορ της Άννας Παναγιωτοπούλου και η μαγεία της Μαριανίνας. Ηθοποιοί: Βασίλης Μπουγιουκλάκης, (αθάνατος Χαρχούδας!) Άννα Παναγιωτοπούλου, Σταμάτης Φασουλής, Λευτέρης Βογιατζής, Σαπφώ Νοταρά, Λυδία Κονιόρδου, Αλέκα Παΐζη, Μίρκα Παπακωνσταντίνου, Ράνια Οικονομίδου, Πέπη Οικονομοπούλου, Μίνα Αδαμάκη, Θόδωρος Μπογιατζής, Νίκος Τσιλούνης, Σταύρος Μερμήγκης, Λάμπρος Τσάγκας και Μίμης Χρυσομάλλης – όλοι σε μία βασική ιδέα της Ελένης Βλάχου και της Ρεγγίνας Καπετανάκη..

Τόσο ταλέντο. Τόσο ταλέντο χώρεσε σε μία εκπομπή!

Αυτά τα έγραφα το 2013 – όταν μερικοί αποφάσισαν να «αναβιώσουν» την εκπομπή, πράγμα που φυσικά δεν πέτυχε. Τα θαύματα δεν επαναλαμβάνονται.

Ήμουν μάλλον ο πρώτος που την πήρε στα σοβαρά, ο πρώτος που έγραψε γι αυτήν το 1979: «Οι στίχοι των λυρικο-ονειρικών τραγουδιών της Λιλιπούπολης αποτελούν μέγιστο γεγονός για τη νεότερη ποίηση μας. Ελληνικότατη — σε δεύτερη Χατζιδακική γενιά — και ή γοητευτική μουσική τους, πού προεκτείνει την παράδοση του νέου ελληνικού Lied. [] Και πέρα από την ποιητική φαντασία, ένα διαβολεμένο σατιρικό πνεύμα παρωδεί και διασύρει τα πάντα».

Αυτό το σατιρικό πνεύμα ήταν βόμβα στα θεμέλια του θαύματος. Οι Νέο-Έλληνες δεν αντέχουν την σάτιρα. Ιδιαίτερα την πολιτική.
Κι όταν σταμάτησε πριν 40 χρόνια (δεν τον άντεχαν πιά τον Χατζιδάκι, ακόμα και οι προστάτες του) έγραψα κάτι άλλο:

Στην αρχή ένιωθα περίεργα μόνος. Ήταν το αντίστροφο ενός ταξιδιού. Δεν είχα αφήσει πίσω μου έναν κόσμο — με είχε εγκαταλείψει εμένα ένας ολόκληρος κόσμος.

Ή απουσία γινόταν κάθε μέρα και πιο οδυνηρή. Δεν μου έλειπαν μόνον οι άνθρωποι — μου έλειπαν οι δρόμοι, οι πλατείες, τα αντικείμενα, τα τοπία. Νοσταλγούσα το Λιλιγρό, το δάσος Άρες Μάρες Κουκουνάρες, τον Φίστικο, τη λεωφόρο της Γαλάζιας Πεταλούδας — ως και αυτον τον Σιδερομάσσα.

Βέβαια πιο σκληρή ήταν ή απουσία των ηρώων μου: Πώς να αντικαταστήσω τον Χαρχούδα, τον Δυστροποπιγγα, τον Δόκτορα Δρακατώρ; Ως και την κυρία Φωτεινή (πού κάνει σούπα κοκκινή) και την Κινέζα της μαγιονέζας είχα επιθυμήσει. Για να μη μιλήσουμε για τον Παπαγάλο ή τον Μπέμπαντα...

Ναι, μου έλειπε ή Λιλιπούπολη ! Ή στέρηση της με είχε απορυθμίσει εντελώς. Δεν είχα πια που να ξεφορτώσω τα νεύρα μου ή τα όνειρά μου. Για καιρό ένιωθα σαν θεριακλής πού του κόψανε το τσιγάρο.

Είχα πάθει εθισμό με αυτή την εκπομπή. Πρώτη φορά στη ζωή μου παρατούσα τα πάντα για να την ακούσω.

Μέχρι που κατάλαβα πως η Λιλιπούπολη είχε ήδη αλλάξει τον κόσμο για μένα. Δεν την νοσταλγώ πια – την ζω. Αυτοί πού την πολέμησαν, χάθηκαν. Αυτοί πού τη σταμάτησαν θα έχουν καιρό ξεχαστεί όταν τα τραγούδια της Λιλιπούπολης θα τραγουδιούνται ακόμη ! Αλλά οι τύποι που δημιούργησε κυκλοφορούν ακόμα γύρω μας, αιώνιοι!

Ναι, Δήμαρχε! Ναι, Μπίξ-Μπίξ! Ναι, Γλυκόσαυρε! Κερδίσατε! Εσείς το τραγουδήσατε, δεν το πιστέψαμε, μα τώρα το ζούμε:

Γύρισα, ταξίδεψα πολύ
κι όλος ο κόσμος, είναι για μένα,
μια Λιλιπούπολη...

Ναι, Δυστροπόπιγγα, ναι, Πιπινέζα, ναι, Δρακατώρ: χάρη σε σας το τραγούδι βγήκε αληθινό. Όλος μου ο κόσμος έγινε μια Λιλιπούπολη!

(Ευχαριστίες στον κ. Γιώργο Αλλαμανή που μου θύμισε την επέτειο).

Κυριακή, Μαΐου 03, 2020

«Για μας κελαηδούν τα πουλιά…»*


Προβλέπω, με το τέλος της «Καραντίνας» (δεν προφέρεται καραdiνα – κάποτε θα γράψω ένα μικρό δοκίμιο για προφορές όπως σαbάνια, στούndιο, κλπ. αφιερωμένο στην μνήμη του Τάκη Χορν, που ανατρίχιαζε στο άκουσμά τους) προβλέπω λοιπόν πως οι συζητήσεις θα έχουν το λάιτ-μοτίφ των διακοπών: «Εσείς, πώς τα περάσατε;»

Όπως και στις διακοπές, οι απαντήσεις θα είναι ως επί το πλείστον ανειλικρινείς. Ούτε για τους καυγάδες θα μιλάνε, ούτε για τα μαλλιοτραβήγματα. Ούτε για τον έξαλλο πατέρα ο οποίος κόντεψε να βιαιοπραγήσει στον γιό, που του έκλεβε την ευρυζωνική συχνότητα στο streaming, ούτε για την μητέρα που βρήκε τα καλλυντικά της ρημαγμένα από τις απόπειρες της κόρης να μεταμορφωθεί σε μακιγιέζ από τα έντεκα χρόνια της.

«Ωραία περάσαμε, διαβάζαμε βιβλία, παίζαμε παιχνίδια επιτραπέζια, πηγαίναμε περιπάτους…»  Στην πραγματικότητα έβλεπαν τηλεόραση από πολλές πηγές: κινητό, τάμπλετ, λάπτοπ – ενίοτε και τον δέκτη.... Περίμεναν με ανυπομονησία να ακούσουν τον Τσιόδρα και το πολεμικό ανακοινωθέν (απολογισμό των θυμάτων της μάχης με το κορόνο-τέρας). Έχασαν αρκετά από τα πρώτα ανακοινωθέντα ψάχνοντας να βρουν την συχνότητα της ΕΤ1 που είχαν χρόνια να την ανοίξουν…

(Χρόνια είχε να δει η Κρατική Τηλεόραση τέτοιες μετρήσεις θεαματικότητας  - ίσως μόνο πριν ξεμυτίσουν τα ιδιωτικά κανάλια). Αλλά ο Τσιόδρας έγινε σούπερ-σταρ. Οι άνθρωποι όταν μιλάνε γι αυτόν νιώθουν δέος. Πιστεύω ότι αυτό οφείλεται σε ένα συνδυασμό κύρους, ικανότητας και σεμνότητας, που δεν έχει ξαναφανεί σε ελληνικό κανάλι.

Ίσως η γνωριμία με έναν τέτοιον άνθρωπο να αποτελεί το πιο σημαντικό μάθημα που θα μας αφήσει η πανδημία. Το δεύτερο είναι η αίσθηση της αβεβαιότητας και παροδικότητας, που θα μας κατέχει για καιρό. Γράφω αυτό το κείμενο την Τρίτη 28 Απριλίου και δεν ξέρω αν θα είμαι σε θέση και διάθεση να το διαβάσω την Κυριακή 3 Μαΐου, που θα δημοσιευθεί.

Κι όσο θα ελευθερώνονται οι άνθρωποι, κι όσο θα αποκαθίσταται η «κανονικότητα» (τι λέξη!) τόσο θα αυξάνει και η αβεβαιότητα. 

Μέσα στους τέσσερεις τοίχους του σπιτιού σου, περιβαλλόμενος από αντισηπτικά και άλλα προφυλακτικά, ένιωθες ασφαλής. Αλλά ο κόσμος έξω είναι γεμάτος μυριάδες ανθρώπους και κάθε ένας τους είναι ύποπτος. Η ονομασία «ασυμπτωματικός φορέας»  μου θυμίζει την Κατοχική φράση: «Συνεργάτης των Γερμανών». Δηλαδή κάποιος που μπορούσε να σε στείλει στον χαμό σου.

Τι θέλω να κρατήσω από την καραντίνα: το κελάηδημα των πουλιών. Κάθε μέρα περπατούσαμε  δύο με τρία χιλιόμετρα μέσα σε άλσος. (Λόγος εξόδου: Κωδικός 6). Τα πουλιά, όλη μέρα, τρελαμένα. Ποτέ δεν τα έχω ακούσει να κελαηδάνε τόσο πυκνά και τόσο δυνατά. Σε ζάλιζε αυτό το ξέφρενο κελάηδημα. 

Ναι, ήταν άνοιξη, ναι κάθε άνοιξη κελαηδούν τα πουλιά – αλλά αυτή τη φορά ήταν διαφορετικά. Σαν κάτι να ήξεραν τα πουλιά, σαν κάτι να ήθελαν να μας πουν.

Σαν να μας έλεγαν: «Ακούστε μας καλά. Μπορεί αυτή να είναι η τελευταία σας άνοιξη. Στον άλλο κόσμο, μάλλον θα έχει μόνο σιωπή». Σιωπή και σκοτάδι – δηλαδή το μηδέν.

Α, ναι – διάβασα και κάτι βιβλία – ούτε τα μισά από όσο σκόπευα να διαβάσω. Άκουσα και μουσική – πολλή μουσική. Αλλά έχω (ελπίζω να έχω) καιρό. Δεν μας βλέπω να κάνουμε διακοπές φέτος. 

Τα ανίψια μας, για τα οποία είχαμε νοικιάσει μαζί ένα σπίτι σε νησί, δεν θα αποτολμήσουν να κάνουν το πιο μακρινό αεροπορικό ταξίδι.

Ελπίζω όμως τα πουλιά να τραγουδάνε ακόμα. Και να τα ξαναχαρώ κι άλλες χρονιές.

Ξέρετε: έχω ακούσει φέτος τόσες φορές πως είμαι "ευάλωτος και ευπαθής", που κοντεύω να το πιστέψω…

*(Το τραγούδαγε, όταν ήμουν παιδί, ο Νίκος Γούναρης. Στίχοι: Νίκος Φατσέας, Μουσική: Μιχάλης Σουγιούλ)