Σύμφωνα με πολλούς, η Μαρία Τσάτσου ήταν τρελή. Το
μεγαλύτερο μέρος της ζωής της το είχε αφιερώσει σε ένα αδύνατο εγχείρημα: να
χορτάσει και να περιθάλψει όλα τα αδέσποτα ζώα της Αττικής και ιδιαίτερα της
Αθήνας.
Για να το πετύχει αυτό πούλησε το σπίτι της, ξόδεψε όλα της
τα χρήματα, έχασε τη δουλειά της και όλους τους φίλους της – και πέθανε προ
ημερών σαν αδέσποτο: άστεγη, ξυλιασμένη, σε ένα χαρτόκουτο.
Από μεγάλη αστική οικογένεια, με λαμπρές σπουδές στo εξωτερικό, ταλαντούχα ποιήτρια και
μεταφράστρια, εξελίχθηκε σε τραγική μορφή. Γιατί τραγικός ήρωας είναι αυτός που
κυνηγάει το ανέφικτο. Με τα καθημερινά μας μέτρα μπορεί να θεωρηθεί και τρελός.
Την γνώριζα καλά και για χρόνια προσπαθούσα να την βοηθήσω.
Συμμεριζόμουν μαζί της την βασική της αδυναμία: δεν αντέχω να βλέπω ένα ζωντανό
να πεινάει. (Στα ζωντανά όντα συμπεριλαμβάνονται φυσικά και οι άνθρωποι. Μόνο
που συνήθως τα ζώα είναι πιο ανυπεράσπιστα).
Ο εχθρός του πάθους είναι η υπερβολή: η Μαρία, προσπαθώντας π.χ.
να προστατεύσει τα αδέσποτα σκυλιά, τα έκλεινε σε ένα περιφραγμένο οικόπεδο που
νοίκιαζε. Μόνο που σε λίγο οι συνθήκες μέσα στο οικόπεδο θύμιζαν στρατόπεδο
συγκέντρωσης. Δεν είχε τα μέσα να το διαχειριστεί σωστά.
Η υπερβολή της μας απομάκρυνε – και την έχασα. Τώρα νιώθω
ενοχές.
Στην ποίησή της έρχονται και επανέρχονται σαν εφιάλτες
εικόνες από σφαγεία και σατανικά ορνιθοτροφεία. Αποσπάσματα από το ποίημα «Η
Άγια Κότα»:
Να, εδώ,
σ’ αυτόν το μικρό χώρο
ακριβώς όσο αυτή η σελίδα
θα ζω.
Είκοσι πέντε μέρες. Ύστερα
θα έχω το κατάλληλο βάρος
θα έχουν σπάσει τα πόδια μου
θα είμαι έτοιμη πια.
Δείτε, είναι μέρα ακόμη.
Εδώ δεν νυχτώνει ποτέ.
Έχω μπροστά μου είκοσι πέντε
ολόκληρες μέρες,
με τους λαμπτήρες πάντα
αναμμένους.
Δεν θα κοιμηθώ. Ποτέ.
Μόνο θα τρώω. Πρέπει να τρώω
συνεχώς.
Δεν κάνει να σταματώ. Πρέπει να
έχω
το κατάλληλο βάρος όταν θα
έρθουν.
Πρέπει να τρώω πολλές φορές την
ημέρα τις ορμόνες μου.
Να παίρνω τα φάρμακά μου.
Να τρώω την άμμο μου, το χαλίκι
μου, τον ασβέστη μου. [ ]
Δεν θα μάθω ποτέ μου τι είναι το
χώμα.
Δεν μπορώ να ραμφίσω. Μου έκοψαν
το ράμφος μου.
Ήμουν κακή. Ράμφιζα μέχρι αίματος
το στήθος μου.
Μου αύξησαν τα ηρεμιστικά.
Ύστερα μου έκοψαν τα νύχια.
Ξέσκιζα το λαιμό μου και τα
σπλάχνα μου με νυχιές.
Δεν άπλωσα ποτέ τις φτερούγες
μου. [ ]
Θα μπορούσα να πω ότι είμαι ένα
στομάχι…
(Ολόκληρο, με άλλα ποιήματα, εδώ: http://www.poeticanet.gr/pente-poiimata-a-211.html?category_id=132).
R.I.P. Μαρία. Από εδώ και πέρα θα ταΐζω στην
μνήμη σου.
Η μικροκαμωμένη μητέρα Τερέζα όλων των αδέσποτων, μοιράστηκε τα πάντα
μαζί τους – μέχρι και την μοίρα τους.











